Υπήρξε χειραφέτηση από την θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων;

Κωδικός Πόρου: 00285-117554-1115
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 10/09/11 16:28
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Χριστιανισμός και Θρησκείες, 00285-117554-1115




Περιγραφή:

Υπήρξε χειραφέτηση από την θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων;

Ένα μονάχα: Σύμφωνα με την παράδοση, όταν ο Κλεισθέ­νης θέλησε να ανανεώσει τη φυλετική δομή της Αθήνας, το 508/7 π.Χ., ζήτησε την αποδοχή των θεών με τον εξής τρόπο: υπέβαλε στους Δελ­φούς τα ονόματα εκατό ηρώων, από τα οποία η Πυθία διάλεξε δέκα ως επώνυμα για την κά­θε φυλή (Αριστ., Αθηναίων Πολιτεία, ΚΑ', 6)!.. Διαβάστε το κείμενο που ακολουθεί για να διαπιστώσετε άλλη μία διαχρονική σύμπλευση Ελληνισμού και Χριστιανισμού!..

Η χειραφέτηση από τη θρησκεία και ο αναπρο­σανατολισμός των κοι­νωνιών προσέλαβε, κατά τα φαινόμενα, πολλές και ποικίλες μορφές. Πρώτον (όπως είδαμε για τη Σάμο), εμφανίζονται καινοτομίες στη λατρεία, ειδικά όσον αφορά τη λατρεία ηρώων. Πραγματικά, δυ­νάμεις σαν αυτές που αποδίδο­νταν στους θεούς δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιούνται αυθαίρετα. Η καινοτομία, βέβαια, έπρεπε να ήταν σύμφωνη με τη θέληση του Δία, όπως θα εξακριβωνόταν με κάποιον χρησμό, προφητεία ή οιωνό: τα συμ­φέροντα των οικογενειών των ιερέων έπρε­πε να αναγνωριστούν ή να παραβλεφθούν, ενώ σε κάθε περίπτωση έπρεπε να δοθεί ο πρέ­πων σεβασμός στο προγονικό έθιμο. Αυτά, βέ­βαια, δεν αποτελούσαν ανυπέρβλητα εμπόδια. Σύμφωνα με την παράδοση, όταν ο Κλεισθέ­νης θέλησε να ανανεώσει τη φυλετική δομή της Αθήνας, το 508/7 π.Χ., ζήτησε την αποδοχή των θεών με τον εξής τρόπο: υπέβαλε στους Δελ­φούς τα ονόματα εκατό ηρώων, από τα οποία η Πυθία διάλεξε δέκα ως επώνυμα για την κά­θε φυλή (Αριστ., Αθηναίων Πολιτεία, ΚΑ', 6). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως συνέβαινε συ­χνά με τις συμβουλές που ζητούνταν από τους Δελφούς, η απόφαση που εναποτέθηκε στο θεό ήταν μικρής σημασίας. Ασφαλώς βοηθούσε την έγκριση της μεγάλης απόφασης, η οποία στην πραγματικότητα είχε ήδη ληφθεί με πολιτικά κριτήρια και αυτόνομα από τη θρησκεία.

Το ίδιο συμπέρασμα, ότι υπήρχε σχετική ελευθε­ρία δράσης, προκύπτει ακόμη πιο ξεκάθαρα από την ευκολία με την οποία ολό­κληρες θρησκείες μεταφέρονταν από το ένα μέρος στο άλλο, ή ορισμένα στοιχεία μιας τοπικής λατρείας υιο­θετούνταν από άλλες περιοχές.Επιφανειακώς, αυτή η πρακτική μοιάζει με τη μετακομιδή ιερών λειψάνων των χριστιανών αγίων, και το παρά­δειγμα είναι εξαιρετικά κοντινό, αν λάβουμε υπόψη ότι στην αρχαία Ελλάδα οι μεταφορές της λατρεί­ας αφορούσαν περισσότερο τους ήρωες παρά τους Ολύ­μπιους ή χθόνιους θεούς (*). Βέβαια, στην αρχαία Ελ­λάδα οι υποκινητές της μεταφοράς ήταν, σχεδόν πάντα, τύραννοι ή ολό­κληρες κοινότητες και ο σκοπός τους απροκά­λυπτα πολιτικός.

Φυσι­κά, υπήρχαν και εξαιρέ­σεις. Η γνωστότερη και πιο τεκμηριωμένη είναι ίσως η καθιέρωση της λατρείας του Ασκληπιού στην Αθήνα το 420/19 π.Χ., όπου δεν φαίνε­ται να υπάρχει αυστηρά πολι­τικό κίνητρο, παρόλο που κατά την τελευταία αρχαϊκή περίοδο τέτοιου είδους ενέργειες θεω­ρούνταν πολιτικές. Για την πραγ­ματοποίηση τους απαιτείτο διπλω­ματία, όπως συνέβη με τη μεταφορά των οστών του Τεισαμενού από την Ελίκη στη Σπάρτη περίπου το 560 π.Χ., μετά από παρα­κίνηση του Μαντείου των Δελφών, τη μεταφο­ρά των οστών του Μίνωα από τον Ακράγαντα στην Κρήτη το 480 ή 470 π.Χ. (Διόδωρος Σικελιώτης, Βιβλίο 4, 79.4), ή την έκκληση της Θή­βας για βοήθεια το 505 π.Χ., η οποία ώθησε τους Αιγινήτες να τους στείλουν τους Αιακίδες (Ηρόδ. Ε', 80-1). Αυτή η τελευταία περίπτωση, αποκαλύπτει πόσο έντονα πρακτικό χαρακτή­ρα είχε το ζήτημα. Οι Θηβαίοι αποδείχθηκαν άχρηστοι στον πόλεμο με την Αθήνα και στάλ­θηκαν αμέσως πίσω στο μαντείο, με αίτημα να δοθεί αποτελεσματική βοήθεια (Ηρόδ., Ε', 8.1.1). Οι μεταφορές μπορούσαν κάλλιστα να γίνουν με προσχήματα, όπως συνέβη με τη μεταφορά των οστών του Ορέστη από την Τεγέα στη Σπάρ­τη το 560 π.Χ. (Ηρόδ. Α', 67-8), ή ακόμη και με τη βία, όπως η μεταφορά των οστών του Θη­σέα από τη Σκύρο στην Αθήνα το 476 π.Χ. (Πλούτ., Κίμων Η', 5-7).

Στο ση­μείο αυτό, εγγίζουμε τη ρωμαϊκή πρα­κτική της evocatio, σύμφωνα με την οποία οι Ρωμαίοι πριν επιτεθούν ζη­τούσαν από τους θεούς των αντιπά­λων τους να τους απαρνηθούν και να έρθουν να υπερασπιστούν τη Ρώμη. Πιο δραστική απ' όλες ήταν η ενέρ­γεια του Κλεισθένη από τη Σικυώνατο το 590 π.Χ., ο οποίος κατήργησε τη λατρεία του Αδράστου, ζητώντας και λαμβάνοντας τον ήρωα Μελάνιππο από τη Θήβα. Απέδιδε πλέον τις θυ­σίες και τις εορτές του Αδράστου στον Μελάνιππο ή στον Διόνυσο (Ηρόδ. Ε', 67). Η πολιτική σε θέματα λατρειών δεν ήταν συνήθως τόσο οφθαλμο­φανής, ωστόσο είναι σαφής η υποφώσκουσα αντίληψη της αυτονομίας από τη θρησκεία και της κρατικής υπεροχής.

Ο τρόπος με τον οποίο η πολιτική χειρα­γώγησε τη θρησκεία δημιουργεί μία εναλλα­κτική οπτική για να εξετάσουμε τις μεταβολές που συντελέσθηκαν. Στην περίπτωση της Αθή­νας, τουλάχιστον, μπορούμε να εντοπίσουμε τα στάδια αυτής της διαδικασίας και τους αξιω ματούχους που την πραγματοποίησαν. Ως πρώ­τη πηγή θα χρησιμοποιήσουμε την περιγρα­φή του Αριστοτέλη, στο έργο του Αθηναίων Πο­λιτεία ΝΣΤ'-ΝΗ', η οποία αφορά τις αρμοδιό­τητες επί των λατρευτικών εκδηλώσεων του άρχοντα, του άρχοντα βασιλέα και του πολέμαρχου, κατά το 320 π.Χ.

Στα σχετικά με την άσκηση λατρείας καθήκοντα του άρχοντα, συ­μπεριλαμβάνονται τα εξής: (α) διόριζε τους χο­ρηγούς για τα Διονύσια και τα Θαργήλια και οργάνωνε τους αγώνες τους, (β) διόριζε τους χορηγούς και τον αρχιθέωρο, τον επικεφαλής της ιεράς πρεσβείας που στελνόταν στη Δήλο, και (γ) επόπτευε τις πομπές που γίνονταν προς τιμή του Ασκληπιού και του Διονύσου, καθώς και στον εορτασμό των Θαργηλίων και του Σωτήρος Διός. Tα θρησκευτικά καθήκοντα του βασιλέα ήταν: (δ) η εποπτεία των μυστηρίων, (ε) η εποπτεία των Ληναίων, (στ) η εποπτεία όλων των λαμπαδηδρομιών, (ζ) η εποπτεία «της εκτέλεσης όλων των παραδοσιακών θυσιών», (η) η αποδοχή καταγγελιών για ασέβεια και για αδικήματα σχετικών προς τους ιερείς, και (θ) η διαιτησία επί όλων των διαφο­ρών σχετικώς με τα ιερατικά καθή­κοντα ανάμεσα στα γένη και τους ιε­ρείς. Tα θρησκευτικά καθήκοντα του πολέμαρχου ήταν (ι) η εκτέλεση θυ­σιών προς την Άρτεμη την Αγροτέρα και τον Ενυάλιο Διόνυσο, (ια) η διοργάνωση αγώνων κατά τις δημό­σιες κηδείες, και (ιβ) οι προσφορές στον Αρμόδιο και τον Αριστογείτονα. Στις αρμοδιότητες αυτές εντοπί­ζονται διάφορα δάνεια. Το έβδομο καθήκον του βασιλέα ανταποκρίνεται πλήρως στη σπαρτιατική πρακτική. Συνεχίζει το ρόλο που, μάλλον σωστά, χρονολογείται στην πρώ­τη αρχαϊκή περίοδο. Ο ρόλος αυτός ασκείτο από άρχοντες ονομαζόμενους βασιλείς. Το όγδοο και το ένατο καθήκον του βασιλέα πι­θανώς είχαν την ίδια προέλευση. Επίσης, το γεγονός ότι το ιερατείο -με τις διαφορές του οποίου έναντι των γενών ασχολείται ως διαι­τητής ο βασιλεύς- ήταν θεσμός αναμφιβόλως παλαιότατος, μαρτυρεί ότι ο συγκεκριμένος ρόλος του βασιλέα προερχόταν από το απώ­τερο παρελθόν. Το ίδιο φαίνεται και από το γε­γονός ότι η συναφής νομική διεργασία -η λε­γόμενη διαδικασία-, παρουσιάζει ομοιότητα με το πλέον αληθοφανές πρότυπο των παλαι­ότερων ημι-θρησκευτικών σταδίων της δικα­στηριακής πρακτικής.

Βασική πηγή: Πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ: «Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας».
 
(*) ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑΣ: Άλλη μία απόδειξη διαχρονικής σύμπλευσης Ελληνισμού-Χριστιανισμού!..