Η Βερενίκη είχε γνωρίσει τον Ιωάννη τον Πρόδρομο;

Κωδικός Πόρου: 00285-117545-2659
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 27/05/12 20:15
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Χριστιανισμός και Θρησκείες, 00285-117545-2659




Περιγραφή:

 

Η γαλλίδα ηθοποιός Αντριέν Λεκουβρέρ (1692-1730) στον ρόλο της Βερενίκης στην ομώνυμη τραγωδία του Ρακίνα. (Γκραβούρα του Μισέλ Λιοτάρ βασισμένη σε πίνακα του Αντουάν Βατό).

«... Η περιέργειά μου, όπως και όλων των άλλων, είχε φουντώσει. Την προηγούμενη μέρα είχα μιλήσει με τη Σαλώμη και ήξερα ότι λαχταρούσε ένα μεγάλο σμαράγδι, πράσινο σαν τα μάτια της, που είχε φτάσει πρόσφατα από τα ορυχεία του όρους Τζαμάλ Ζουμπάρα, δώρο ενός άραβα σεΐχη. Η ξαδέρφη μου πλησίασε τη μητέρα της και εκείνη της υπαγόρευσε στο αφτί το αίτημά της. Επειτα η Σαλώμη με τεντωμένο σώμα και θεατρική φωνή αναφώνησε δείχνοντας με το δάχτυλό της τη φυλακή: “Θέλω το κεφάλι του Βαπτιστή!”...»

Δείπνο με τον Βαπτιστή

«Ενα βράδυ δειπνούσαμε αποκλειστικά τα μέλη της οικογένειας: η Ηρωδιάδα και ο Ηρώδης, ο Ηρώδης της Χαλκίδας και η γυναίκα του Ρεβέκκα, η Σαλώμη και εγώ. Η ξαδέρφη μου η Σαλώμη, έναν χρόνο μικρότερη από μένα, ήταν κόρη της Ηρωδιάδας και του εκθρονισμένου Φιλίππου. Συνηθίζαμε να περνάμε πολλά βράδια μαζί μετά το φαγητό, την πιο ζεστή ώρα της μέρας, συζητώντας γυμνές στο κρεβάτι, κάνοντας λάγνα σχέδια, χαλαρώνοντας ή απλώς ερευνώντας τα σώματά μας. Σε ηλικία μόλις δεκατριών χρόνων το σώμα της Σαλώμης είχε την τελειότητα μιας Νύμφης. Ηταν πολύ ψηλή, σχεδόν πλήρως σχηματισμένη, με στητό στήθος Χίμαιρας που δεν έμοιαζε να ανήκει σε έφηβη αλλά σε ολοκληρωμένη γυναίκα. Είχε μητρικούς γοφούς, μέση γαζέλας και πολύ μικρά αισθησιακά πέλματα, το πρότυπο του ερωτισμού. Το πρόσωπό της, ασχημάτιστο ακόμη, προσέδιδε σε εκείνο το σώμα μια άγουρη και εξωτική όψη. Το γαλακτερό και απαλό της δέρμα, αρωματισμένο με νάρδους, διάφανο σαν κεχριμπάρι, σε καλούσε σε έναν διακριτικό έρωτα...

Ποτέ δεν θα ξεχάσω εκείνο το δείπνο. Ξεκινήσαμε με τυρί κατσίκας, χουρμάδες και κρασί φοινικιάς, συνεχίσαμε με σκυλόψαρο από τη θάλασσα της Τιβεριάδας, που ονομάστηκε έτσι προς τιμήν του Τιβέριου, και τελειώσαμε με αρνί μαγειρεμένο με τον παλαιστινιακό τρόπο: ψητό στα κάρβουνα με πολλά μπαχαρικά, το οποίο φάγαμε με το χέρι, σύμφωνα με το έθιμο. Ηπιαμε κάθε λογής κρασί από τη Σαμάρεια και την Ιουδαία και για επιδόρπιο φάγαμε υπέροχα αμυγδαλωτά με αράκ, ένα δυνατό λικέρ από ρίζα φοινικιάς. Ηδη από το δεύτερο πιάτο ο Βαπτιστής δεν έπαψε να κάνει αισθητή την παρουσία του, φωνάζοντας απλοϊκές και ανόητες ηθικολογίες: “Ηρωδιάδα ζεις με κάποιον που δεν είναι σύζυγός σου!”. “Βρωμερή πόρνη, θα καείς στην κόλαση!”. “Ο Γιαχβέ βλέπει τα αμαρτήματά σου, σκληρέ Ηρώδη!”. ΄Η “Αμαρτωλή γυναίκα, έχεις ακόμη χρόνο να μετανοήσεις!”. Στην πραγματικότητα οι αλήθειες αυτές ήταν γροθιά στο στομάχι, αλλά σε εκείνη την ξεδιάντροπη ομήγυρη ακούγονταν βαρετές και κουραστικές. Η καημένη η Ηρωδιάδα, κύρια αποδέκτρια των βελών του, ίδρωνε και ξεΐδρωνε.

«Ζήτα μου ό,τι θες»

“Δεν αντέχω άλλο” είπε στραβοκαταπίνοντας ένα κομμάτι αρνί. “Κάνε κάτι... Διέταξε να του βουλώσουν το στόμα...”.

“Με διασκεδάζει” απάντησε ο Ηρώδης. “Μέχρι τώρα δεν είπε κάτι που να μην το ξέρουμε...”.

“Δεν τον αντέχω! ” είπε η Ηρωδιάδα εξοργισμένη, με τα δύο υπέροχα στήθη της ορθωμένα από την οργή. “Αν δεν κάνεις κάτι, θα αποσυρθώ στα διαμερίσματά μου και δεν θα με ξαναδείς για τις επόμενες τέσσερις μέρες. Επιπλέον, το αρνί είναι απαράδεκτο...”.

Οι υπόλοιποι, ξαπλωμένοι στα ανάκλιντρά μας, παρακολουθούσαμε τη σκηνή με ευχαρίστηση και προσμονή. Ο Βαπτιστής επιδείνωνε τις προσβολές του. Τότε η Σαλώμη, με ένα νεύμα της μητέρας της, πλησίασε και της έτεινε το αφτί. Κανείς δεν μπόρεσε να ακούσει τι της ζήτησε η μητέρα. Η ξαδέρφη μου εξαφανίστηκε, επέστρεψε όμως έπειτα από λίγο ξυπόλυτη, φορώντας ένα hijab που κάλυπτε τα μάτια της και έναν τούλινο χιτώνα, χωρίς τίποτε άλλο από κάτω. Ενα χρυσό βραχιόλι στον αστράγαλό της προσπαθούσε να καλύψει τη γύμνια της. Το φύλο της σκούραινε στο φως των δαυλών και στις θηλές της άστραφταν ταλαντευόμενες δύο ακουαμαρίνες. Η Ηρωδιάδα έκανε νεύμα στους μουσικούς και εκείνοι άρχισαν να παίζουν έναν χορό. Επεσε σιωπή. Ποτέ μου δεν είχα ξαναδεί να χορεύουν με τέτοια χάρη. Η Σαλώμη κουνιόταν σαν φίδι, επεδείκνυε σπάνια επιδεξιότητα στα τερτίπια της Τερψιχόρης, περιστρεφόταν γύρω από τον εαυτό της σαν ανεμοστρόβιλος, ανεμίζοντας τα τούλια που αποκάλυπταν προεξοχές και περιγράμματα. Αρκετές φορές πλησίασε πονηρά τον Ηρώδη και στάθηκε μπροστά του, λικνίζοντας τους γοφούς και τη λεκάνη της... Εκείνου του κόπηκε η ανάσα.

“Ζήτησέ μου ό,τι θες και εγώ θα σου το δώσω” είπε ο τετράρχης.

“Ο,τι θέλει; ” ρώτησε η μητέρα της. “Ο,τι θέλει εκτός από τον θρόνο μου...”.

Η περιέργειά μου, όπως και όλων των άλλων, είχε φουντώσει. Την προηγούμενη μέρα είχα μιλήσει με τη Σαλώμη και ήξερα ότι λαχταρούσε ένα μεγάλο σμαράγδι, πράσινο σαν τα μάτια της, που είχε φτάσει πρόσφατα από τα ορυχεία του όρους Τζαμάλ Ζουμπάρα, δώρο ενός άραβα σεΐχη. Η ξαδέρφη μου πλησίασε τη μητέρα της και εκείνη της υπαγόρευσε στο αφτί το αίτημά της. Επειτα η Σαλώμη με τεντωμένο σώμα και θεατρική φωνή αναφώνησε δείχνοντας με το δάχτυλό της τη φυλακή:

“Θέλω το κεφάλι του Βαπτιστή!”.

Επόμενο θύμα ο Ηρώδης

Νομίζω ότι ο θείος μου ο Ηρώδης της Χαλκίδας με ερωτεύτηκε εκείνη ακριβώς τη νύχτα. Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι έπειτα από ένα τέτοιο αποτρόπαιο θέαμα θα ήταν δυνατόν να νιώσει κανείς κάτι άλλο πέρα από αποστροφή και αηδία• όμως έτσι έγινε. Εγώ αναγκάστηκα να συγκρατήσω τη ναυτία μου, αν και αργότερα, στο δωμάτιό μου, δεν σταμάτησα να κάνω εμετό. Εκείνη τη νύχτα δεν κοιμήθηκα. Εχουν περάσει τριάντα εφτά χρόνια από τότε και ακόμη βλέπω στον ύπνο μου εκείνα τα γυάλινα μάτια να έχουν πεταχτεί από τις κόγχες τους, τα παλλόμενα μηνίγγια, τη γλώσσα να κρέμεται όπως στα αποκεφαλισμένα μοσχάρια, πηχτό μιαρό αίμα να αναβλύζει από τον λαιμό και χοντρούς θρόμβους μενεξελί αίματος να γεμίζουν τον ασημένιο δίσκο.

Δεν μου έκανε εντύπωση που την επόμενη μέρα ο θείος μου ήρθε να με επισκεφθεί. Μου έκανε έρωτα πολύ γλυκά, με την τέχνη ενός έμπειρου άντρα και με κατέκτησε. Εζησα μαζί του δεκαπέντε γαλήνια χρόνια. Αφού αποκήρυξε τη Ρεβέκκα, τη νόμιμη σύζυγό του, με πήρε μαζί του στο παλάτι του στην Ιερουσαλήμ. Ηταν ένας άντρας προχωρημένης ηλικίας, ιδιότροπος όπως όλοι οι γέροι, αλλά καταδεκτικός και απέραντα πλούσιος. Ο μικρότερος γιος του θα μπορούσε να είναι πατέρας μου. Με λάτρευε. Τον έκανα πραγματικά ό,τι ήθελα. Με γέμισε χρυσάφι και πολύτιμες πέτρες, μου χάρισε την ομορφότερη λευκή φοράδα των στάβλων του, παρήγγειλε για μένα τα καλύτερα μετάξια από την Παλμύρα και το ωραιότερο λινό από το Σοχάγκ, στην όχθη του Νείλου. Με επισκεπτόταν σχεδόν κάθε νύχτα, αλλά τον άφηνα να με αγγίζει μόνο μια στις τόσες. Με το που έφευγε από το δωμάτιό μου έμπαιναν οι εραστές μου, δύο ευπαρουσίαστοι νέοι της δέκατης πέμπτης λεγεώνας, που μου χάριζαν ηδονή εκ περιτροπής... Στο τέλος, παρ΄ όλο που δεν μου έκανε τη ζωή δύσκολη, ο Ηρώδης έγινε φορτικός. Κατά τη γνώμη μου είχε αρχίσει να υποψιάζεται την κινητικότητα της κλίνης μου. Οταν αποφάσισα να ξεμπερδεύω μαζί του, επέλεξα το κώνειο. Πέθανε χωρίς να το καταλάβει. Εκείνο τον καιρό με είχε ήδη βάλει στο μάτι ο αδελφός μου, ο βασιλιάς Αγρίππας ΙΙ. Η ζωή μου στο πλευρό του Αγρίππα υπήρξε επίσης ήρεμη. Δεν απαρνήθηκε τη σύζυγό του, μια απλοϊκή γυναίκα που διατηρούσε σχέση με έναν παλιό μου εραστή. Η νύφη μου και εγώ τα πηγαίναμε καλά και συμβιώναμε αρμονικά, ακόμη και κάτω από τα σεντόνια. Με τον αδελφό μου δεν είχαμε μυστικά. Εκείνος γνώριζε το σώμα μου, αφού από μικρά παιδιά συνηθίζαμε να κοιμόμαστε μαζί, και εγώ λάτρευα το δικό του: δυνατό, μυώδες, γενναιόδωρα προικισμένο για την τέχνη της Αφροδίτης. Τα μέλη του, ακόμη και το μόριό του, ήταν συμμετρικά. Τα μάτια του ήταν ανοιχτόχρωμα και ονειροπόλα και όταν περπατούσε τα κόκαλά του έτριζαν. Ελάχιστες φορές τον απάτησα, αφού πάντα φρόντιζε να με ικανοποιεί ηδονικά. Μόνο όταν έφθασε στην Ιουδαία ο Φλάβιος Βεσπασιανός, ο μελλοντικός αυτοκράτορας Τίτος, έχασα το ενδιαφέρον μου για εκείνον. Οσο για τη Σαλώμη, αυτή είχε τραγικό τέλος. Αρχικά παντρεύτηκε τον αδελφό του παππού της, τον τετράρχη Φίλιππο, έναν ασθενικό και κακεντρεχή γέρο σοδομίτη που πέθανε δηλητηριασμένος έπειτα από λίγα χρόνια. Ο κόσμος κατηγόρησε την ξαδέλφη μου για τον θάνατό του, αλλά είμαι βέβαιη ότι ήταν αθώα. Η Σαλώμη δεν ήταν ικανή να σκοτώσει ούτε μύγα... Υπεύθυνος για το δηλητήριο ήταν ο Αριστόβουλος, ένας ξάδελφός της με τον οποίο ήταν τρελά ερωτευμένη. Παντρεύτηκαν προτού παρέλθει η περίοδος πένθους και έφυγαν για την Αρμενία, την ορεινή εκείνη χώρα της οποίας ο Αριστόβουλος είχε χριστεί βασιλιάς από τον Νέρωνα. Εναν δριμύ χειμώνα, καθώς διέσχιζε κάποιο παγωμένο ποτάμι κυνηγώντας μια ελαφίνα, το στρώμα του πάγου έσπασε, η Σαλώμη έχασε την ισορροπία της και έπεσε στο νερό. Ηταν πολύ άτυχη γιατί οι παγωμένες πλάκες ξανάκλεισαν γρήγορα και την αποκεφάλισαν. Τότε κόντευε να κλείσει τα είκοσι πέντε. Ακόμη τη θυμάμαι να χορεύει γυμνή εκείνη τη νύχτα, προσφέροντας στην Ηρωδιάδα, πάνω σε ασημένιο δίσκο, το κεφάλι του Ιωάννη του Βαπτιστή, κομμένο, όπως αργότερα κόπηκε και το δικό της…»

ΠΗΓΗ: «Το Βήμα»