Ποία η σχέση της Ελληνικής Εκκλησίας και του Ομήρου;

Κωδικός Πόρου: 00285-112331-1189
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 21/09/11 23:25
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Εκκλησία της Ελλάδος, 00285-112331-1189




Περιγραφή:

Διαβάστε, για παράδειγμα, πώς η καλλιέργεια και προαγωγή των κλασικών γραμμάτων, με θεμέλιο την σπουδή του Ομήρου, έχει βαθειές και ισχυρότατες ρίζες στην ιστορική πορεία της Εκκλησίας μας. Όλοι οι μεγάλοι διδάσκαλοι και Πατέρες της Πίστεως ενετρύφησαν στο διδασκαλείο των ομηρικών επών και περιέβαλαν με ύψιστη τιμή τον «κορυφαίο των ποιητών» ως «παιδαγωγόν εις Χριστόν», εκτιμώντας την πολυειδή αξία και τον αδαπάνητο πλούτο των έργων του!..

ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΤΗΣ ΟΜΗΡΙΚΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ
11/7/2011

(Χίος, Ιούλιος 2011)

Μεγάλη είναι η χαρά και καλλίστη η ευκαιρία που μας δίνεται, στη συμπλήρωση της δεκαπενταετίας της επιστημονικής προσφοράς της Ομηρικής Ακαδημίας, να συνεισφέρουμε κι εμείς με αυτόν τον χαιρετισμό στα αγαθά της επιστήμης και κάθε φιλομαθούς ερεύνης επί του έργου του Ομήρου, που η Εκκλησία διέσωσε ως τίμιο θησαυρό και σέμνωμα της ποιήσεως σε πανανθρώπινο ορίζοντα.

Η καλλιέργεια και προαγωγή των κλασικών γραμμάτων, με θεμέλιο την σπουδή του Ομήρου, έχει βαθειές και ισχυρότατες ρίζες στην ιστορική πορεία της Εκκλησίας μας. Όλοι οι μεγάλοι διδάσκαλοι και Πατέρες της Πίστεως ενετρύφησαν στο διδασκαλείο των ομηρικών επών και περιέβαλαν με ύψιστη τιμή τον «κορυφαίο των ποιητών» ως «παιδαγωγόν εις Χριστόν», εκτιμώντας την πολυειδή αξία και τον αδαπάνητο πλούτο των έργων του. Η μοναδική αυτή καταξίωση στους κόλπους της Ορθοδοξίας, όχι μόνο των ελληνικών γραμμάτων, αλλά και κάθε λαμπρής και πηγαίας πτυχής της θύραθεν καλλιτεχνικής δημιουργικότητας, ανέδειξε την Εκκλησία μας σε σωστική και ανακαινιστική κιβωτό της κοσμικής κλασικής παιδείας, γραμματείας και καλλιτεχνικής παραδόσεως ανά τους αιώνες.

Μολονότι οι Χριστιανοί, κατά τους πρώτους χρόνους της συναντήσεως με τον Ελληνισμό, αντιμετώπισαν με κριτικό πνεύμα την αρχαία παιδεία, το έργο των εμπνευσμένων πρώιμων Απολογητών και Πατέρων κατέδειξε την μεγάλη σημασία των αρχαίων ελλήνων συγγραφέων για την Εκκλησία και ενετόπισε επιμελώς στο σώμα της αρχαίας γραμματείας σπερματικά στοιχεία των αληθειών της χριστιανικής πίστεως. Για παράδειγμα, ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς αναφέρει ότι ο Όμηρος, «επί της ηφαιστοτεύκτου ασπίδος» του Αχιλλέα, περιγράφει τον κόσμο σε συμφωνία με την Γένεση. «Το πιο παράδοξο είναι ότι ο Όμηρος φαίνεται να γνωρίζει το θείον, παρ’ ότι εισάγει ανθρωποπαθείς τους θεούς» και «δια των ποιημάτων [...] την έννοιαν επί τον Θεόν αναφέρει» (Κλήμης Αλεξ., Στρωματείς, και Ευσέβιος Καισαρείας, Ευαγγελική προπαρασκευή, αντιστοίχως). Για τον Κλήμεντα, η σοφία των Ελλήνων «χρησίμη προς θεοσέβειαν γίνεται», και παιδαγωγεί, προπαρασκευάζει και προοδοποιεί «τον υπό Χριστού τελειούμενον». Όπως γράφει στο αξιολογώτατο έργο του Στρωματείς, «μία μεν ουν η της αληθείας οδός, αλλ’ εις αυτήν καθάπερ εις αέναον ποταμόν εκρέουσι τα ρείθρα άλλα άλλοθεν». Ο άγιος Ιουστίνος θα φτάσει μάλιστα στο σημείο (Απολογία Α’, 46, 3) να υποστηρίξει ότι οι «μετά λόγου βιώσαντες» σοφοί στις τάξεις των Ελλήνων και των βαρβάρων, αν και θεωρήθηκαν άθεοι, είναι κι εκείνοι Χριστιανοί.

Ενδεικτικό είναι και το γεγονός ότι οι δύο μεγάλοι Άγιοι Ιεράρχες της Εκκλησίας μας και ισάδελφοι φίλοι, Βασίλειος ο Μέγας και Γρηγόριος ο Θεολόγος, εξεγέρθηκαν κατά του Ιουλιανού, όταν απαγόρευσε στους Χριστιανούς να διδάσκουν τα ελληνικά γράμματα. Η πραγματεία του Βασιλείου «Προς τους νέους, όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων», στην οποία χαρακτηρίζει «αρετής έπαινον» την ποίηση του Ομήρου, αποτελεί ουσιαστικά την απάντηση στην εκπαιδευτική νομοθεσία του Ιουλιανού, χαράσσοντας συγχρόνως το παιδευτικό πρόγραμμα της Εκκλησίας. Με ανάλογο ζήλο, ο Γρηγόριος, στον ίδιο τον επιτάφιο λόγο προς τον επιστήθιο φίλο του, θα υποστηρίξει την αξία της θύραθεν παιδείας και την θέση της στην χριστιανική αγωγή, αλλά και θα καλλιεργήσει προσωπικά τα διδάγματα του Ομήρου και των αρχαίων κλασικών στο ογκώδες και επιβλητικό λαμπρό ποιητικό του έργο, το οποίο διακρίνεται για την ενάργεια και την ευαισθησία του.

Τη σημασία που απέδιδαν σ’ αυτές τις θέσεις οι Χριστιανοί των βυζαντινών χρόνων αποδεικνύουν τόσο η ευρύτατη διάδοση του συγκεκριμένου λόγου του Βασιλείου, όσο και η πλουσιότατη χειρόγραφη παράδοση της Ιλιάδας, του πλέον διαδεδομένου έργου μετά τα ιερά κείμενα. Με αυτόν τον τρόπο, ο Όμηρος παρέμεινε κατά τους βυζαντινούς χρόνους η βάση της παιδείας των Ελλήνων, όπως μαρτυρούν οι ιστορικές πηγές και προκύπτει από τα πολυάριθμα σωζόμενα κοινά και εικονογραφημένα χειρόγραφα.

Ο «κλεινός» κατά τον Γρηγόριο τον Θεολόγο, σοφώτατος και πρεσβύτατος των ποιητών, υπήρξε εξαιρετικά οικείος στις τάξεις των λογίων της βυζαντινής κοινωνίας και η μελέτη, η αντιγραφή και ο σχολιασμός των ομηρικών κειμένων ανθοφόρησαν καθ’ όλη την μακραίωνα ιστορία του Βυζαντίου. «Τι γαρ της Ομήρου ποιήσεως ήδιον; Τι δε της ευεπείας εκείνης γλυκύτερον;», σημειώνει εύγλωττα ο επίσκοπος Κύρου Θεοδώρητος. Το δακτυλικό εξάμετρο θα διακονήσουν με δεξιοτεχνία ο Ιωάννης Γαζαίος και ο Παύλος Σιλεντιάριος, διακεκριμένοι ποιητές των χρόνων του Ιουστινιανού. Η αυτοκράτειρα Ευδοκία, σύζυγος του Θεοδοσίου του Β’, του επονομαζόμενου και «καλλιγράφου», διέπρεψε ως ποιήτρια ομηροκέντρων με χριστιανικά θέματα και, όχι τυχαία, συνδέεται με την ίδρυση του λεγόμενου «Πανδιδακτηρίου», του περιφήμου πανεπιστημίου της Κωνσταντινουπόλεως. Την κορύφωση όλων αυτών των εκδηλώσεων του πνευματικού βίου θα συναντήσουμε στον Προστάτη Άγιο των Ομηρικών Σπουδών, Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Ευστάθιο τον Κατάφλωρο, τον επιφανέστερο διδάσκαλο του Βυζαντίου, ο οποίος έζησε τον 12ο αιώνα και συνέβαλε στην μελέτη όχι μόνον του Ομήρου αλλά και του Πινδάρου. Οι Παρεκβολές του στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια συγκεντρώνουν πλήθος πολύτιμων φιλολογικών και πραγματολογικών πληροφοριών, με εκτενή προλεγόμενα, όπου ο λόγιος ιεράρχης εκθέτει τις εμβριθείς σκέψεις του για την σημασία της ομηρικής ποιήσεως. Την ίδια περίοδο, η πολυδιαβασμένη πριγκίπισσα Άννα Κομνηνή, η οποία χειρίζεται με ευχέρεια ομηρικά χωρία, «το ελληνίζειν ες άκρον εσπουδακυία», όπως δηλώνει η ίδια στον πρόλογο της Αλεξιάδος, μας φέρνει στον νου την πορεία από τον ομηρικό άνακτα στον φιλόσοφο βασιλέα, πάτρωνα των γραμμάτων και των τεχνών.

Η αναδρομή στους αιώνες μας διδάσκει ότι το ιδεώδες της ομηρικής ηρωικής αριστείας λειτούργησε ως πρόδρομος του φιλοσοφικού ήθους και, απώτατα, ως σκιαγραφία της δια Χριστόν αρετής και αγωνιστικότητας. Με αυτές τις σκέψεις, συγχαίρουμε την ακάματη Ελλογιμωτάτη κ. Μαρία-Ελευθερία Γιατράκου, πάλλουσα ψυχή της Ομηρικής Ακαδημίας, καθώς και τους αγαπητούς διοργανωτές και εκλεκτούς συνέδρους για την γενναία τους συμβολή στην ανάδειξη των ομηρικών και κλασικών γραμμάτων και ευχόμαστε εγκάρδια καλή επιτυχία, με πλούσιο τον φωτισμό και δαψιλή την ευλογία της Χάριτος του Κυρίου μας, προς ευδοκίμηση και καρποφορία στην σπουδή περί της δελφύος της καθ’ ημάς παιδείας, του παλλαδίου της γλώσσας μας και απαυγής της παγκοσμίου ποιήσεως.

Μετά Πατρικών Ευχών και Αγάπης,
† Ο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος
Ι Ε Ρ Ω Ν Υ Μ Ο Σ