Τι λέει το Καίμπριτζ για τις πρώτες φιλοσοφικές σχολές στην αρχαία Ελλάδα;

Κωδικός Πόρου: 00285-114795-254
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 29/04/11 16:49
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Τί Εστιν Αλήθεια;, 00285-114795-254




Περιγραφή:

Διαβάστε τα στοιχεία που αποκαλύπτει το Πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ για τις πρώτες φιλοσοφικές σχολές της ελληνικής αρχαιότητας, όπως για παράδειγμα, οι Σωκρατικοί, ο Ισοκράτης και τόσοι άλλοι, οι οποίοι "έσπειραν" τον πρώτο σπόρο της φιλοσοφικής σκέψης και στοχασμού στην ανθρωπότητα πάνω σε επιστημονικά δεδομένα!..


 

ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΣΧΟΛΕΣ

Οι Σωκρατικοί Η ιδέα της διδασκαλίας σε συ­γκεκριμένο και μόνιμο τόπο για πρώτη φορά εμφανίζεται υπό τύπο αστεϊσμού στις Νεφέλες του Αριστοφάνη (423 π.Χ.), αλλά δεν εφαρμό­σθηκε παρά μόνο μετά το θάνατο του Σωκρά­τη. Δύο από τους ξένους μαθητές του επέστρε­ψαν στις πατρίδες τους και ίδρυσαν σχολές, λί­γο μετά το 399 π.Χ.: ο Ευκλείδης στη γενέτειρα του, τα Μέγαρα, όπου λέγεται ότι ο Πλάτων και άλλα μέλη των σωκρατικών κύκλων τον συνό­δευσαν (Διογένης Λαέρτιος, Βιβλίο 2 [Σωκρά­της και Σωκρατικοί], 106) και όπου η σχολή που ίδρυσε διατηρήθηκε μέχρι το τέλος του 4ου αι­ώνα π.Χ. (Διογένης Λαέρτιος, Βιβλίο 2 [Σωκρά­της και Σωκρατικοί], 108-115). Επίσης, ο Φαί­δων ίδρυσε σχολή στην Ήλιδα, η οποία διατη­ρήθηκε μόνο κατά την επόμενη γενεά. Δεν μπο­ρεί να προσδιοριστεί η ακριβής χρονολογία της ίδρυσης των δυο αυτών σχολών, ενώ ελάχιστα γνωρίζουμε για τον τρόπο που οργανώθηκαν και λειτουργούσαν.

Η πρώτη μόνιμη σχολή στην Αθήνα ιδρύθηκε από τον Αντισθένη, ο οποί­ος συνδύαζε στο πρό­σωπο του χαρακτηρι­στικά των σοφιστών με εκείνα του Σωκράτη. Γεννημένος στην Αθήνα περί το 445 π.Χ., από Αθηναίο πατέρα και μητέρα από τη Θράκη, υπήρ­ξε μαθητής του Γοργία και διδά­σκαλος της ρη­τορικής, πριν γνωρίσει τον Σωκράτη και γίνει ένας από τους πιο αφοσιωμέ­νους μαθητές του (Ξενοφών, Απο­μνημονεύματα, Γ', 11.17- πρβλ. Β', 5.2-5. Πλάτων, Φαίδων, 59b). Πα­ρότρυνε, μάλιστα, τους μαθητές του να ακολουθήσουν το παράδειγμα του Σωκράτη. Η μεικτή καταγωγή του δείχνει για ποιο λόγο εγκαταστάθηκε στο γυμνάσιο του Κυνοσάργους μετά το θάνατο του Σωκράτη (Διογένης Λαέρτιος, Βιβλίο 6 [Αντισθένης και Κυνικοί], 13): ήταν αυτό που συνδεόταν πε­ρισσότερο με τους νόθους. Διέθετε, πάντως, αρ­κετή επιρροή, ώστε ο Ισοκράτης να επιτεθεί εναντίον του, θεωρώντας τον ισάξιο αντίπαλο. Ο Αντισθένης δεν είχε διάδοχο. Tα δόγματα και τις ιδέες του ενστερνίστηκε η σχολή των «Κυ­νικών», η οποία αναπτύχθηκε αμέσως μετά το θάνατο του Αντισθένη, και, σύμφωνα με μία άποψη, πήρε το όνομα της από το τοπωνύμιο Κυνόσαργες. Όπως και οι σοφιστές, φαίνεται ότι χρέωνε δίδακτρα, αν και λίγα, για τη διδα­σκαλία του (Διογένης Λαέρτιος, Βιβλίο 6 [Αντι­σθένης και Κυνικοί], 9 = απόσπ. 189 Caizzi με σημείωση), αλλά το σημαντικότερο είναι ότι απαιτούσε από τους μαθητές του να κρατούν σημειώσεις (Διογένης Λαέρτιος, Βιβλίο 6 [Αντι­σθένης και Κυνικοί], 3), αποδίδοντας έτσι στο γραπτό λόγο μεγαλύτερη σημασία από εκείνη που φαίνεται να είχε στην εκπαιδευτική πρα­κτική του 5ου αιώνα π.Χ.

Ισοκράτης Η επιρροή των Σωκρατικών στην αθηναϊκή εκπαίδευση εκφράσθηκε σχηματικά με την κριτική που άσκησε εναντίον τους ο Ισο­κράτης3. Ο Ισοκράτης γεννήθηκε στην Αθήνα το 436 π.Χ., οκτώ χρόνια πριν από τον Πλάτω­να. Φτωχός, λόγω της απώλειας της πατρικής περιουσίας του κατά τον Πελοποννησιακό πό­λεμο, αρχικώς βιοπορίστηκε, εφαρμόζοντας τα μαθήματα ρητορικής που έλαβε από τον Γορ­γία (και πιθανώς, επίσης, από τον Πρόδικο, τον Τεισία και τον Θηραμένη) στη συγγραφή δι­κανικών λόγων, από τους οποίους διασώζο­νται έξι (λόγοι 16-21). Οι τελευταίοι από αυ­τούς, ο Τραπεζιτικός και ο Αιγινιτικός, συντά­χθηκαν όχι αργότερα από το 390 π.Χ. Αλλά λό­γω της αδύνατης φωνής του και της έλλειψης αυτοπεποίθησης ενώπιον του ακροατηρίου, σύντομα διέκοψε τις δημόσιες εμφανίσεις στα δικαστήρια και την Εκκλησία του Δήμου και αφιερώθηκε στη διδασκαλία και τη συγγραφή4. Λίγο πριν το 390 π.Χ. ίδρυσε σχολή σε ιδιωτι­κή οικία (πιθανώς τη δική του) στην Αθήνα, κο­ντά στο Λύκειο. Στο λόγο του με τίτλο Κατά των σοφιστών (λόγος 13), καταγράφει τους εκπαι­δευτικούς στόχους του και ασκεί κριτική στους στόχους των αντιπάλων του5.

Οι «σοφιστές», εναντίον των οποίων επιτί­θεται, δεν είναι εκείνοι που κακίζει ο Πλάτων, αλλά, γενικότερα, επαγγελματίες εκπαιδευτές που ανταμείβονται για τις υπηρεσίες τους6. Ο Ισοκράτης χρησιμοποιεί τον όρο «φυσικός» φι­λόσοφος και για τον εαυτό του (λόγος 15, Περί αντιδόσεως, 168-170), όπως και για προγε­νέστερους φιλοσόφους, τον Εμπεδοκλή, για παράδειγμα, και τον Παρμενίδη (ό.π., 268), ή ακόμη και για διακεκριμένους πολιτικούς, όπως ο Σόλων (ό.π., 235,313-314). Οι σοφιστές στους οποίους ο Ισοκράτης επιτίθεται είχαν δυσφημήσει το επάγγελμα τους, επειδή υπόσχονταν ψευ­δώς στους μαθητές τους ότι θα τους έδιναν μία γνώση που δεν υπήρχε (λόγος 15, Περί αντιδόσεως, 168· πρβλ. 148,199, 235· λόγος 13, Κατά των σοφιστών, 7-8,11). Μία ομάδα «σοφιστών» κολάζονται διότι αγνοούσαν τη σημασία της εμπειρίας και των φυσικών δε­ξιοτήτων στην αποτελεσματι­κή ρητορική και παραπλα­νούσαν τους μαθητές τους, με την αντίληψη ότι η ρητορική είναι επιστήμη, που μπορεί να διδαχθεί εξίσου εύκολα με τα γράμ­ματα της αλφαβήτου (λόγος 13, Κατά των σοφιστών, 9-13) Μία άλλη ομάδα, οι «ερι­στικοί» (οι περί τας ερίδας διατρίβοντες, ό.π., 1), κα­τηγορείται για τον ισχυρι­σμό της ότι υπήρχε κάποια επιστήμη ηθικών αξιών, μέσω της οποίας μπορεί να επιτευχθεί η ευδαιμο­νία. Ο ισχυρισμός αυτός διεκδικεί ένα είδος πρό­γνωσης, που στην πραγ­ματικότητα δεν είναι εφικτή στον άνθρωπο. Αφού κάθε γεγονός είναι μοναδικό, δεν μπορεί να υπάρξει μία ξεχωριστή επιστήμη που να διδά­σκει τι συνιστά a priori ηθική συμπεριφορά σε οποιαδήποτε περίσταση ή συνδυασμό περι­στάσεων {ό.π., 3-4). Επιπλέον, ο Ισοκράτης κα­τηγορεί τους «εριστικούς» ότι υποκρίνονταν πως αδιαφορούσαν για την αμοιβή τους από τους μαθητές, στους οποίους δίδασκαν τον ενά­ρετο βίο, αλλά στην πραγματικότητα απαιτού­σαν να τους πληρώνουν τα δίδακτρα προκα­ταβολικά (λόγος 13, Κατά των σοφιστών, 4-5). Για τον Ισοκράτη, όπως και για τους σοφιστές πριν από αυτόν, ήταν αυτονόητο ότι οι εκπαι­δευτές έπρεπε να πληρώνονται για τις υπηρε­σίες τους (λόγος 15, Περί αντιδόσεως, 155, 219-220,240-241,289)7. Αν και ελέχθη ότι είχε πλου­τίσει από τα δίδακτρα που εισέπραττε (λόγος 15, Περί αντιδόσεως, 155-158), χρέωνε μέτρια ποσά, που έφθαναν μόλις το ένα δέκατο από όσα χρέωναν, σύμφωνα με τις πηγές, ο Πρω­ταγόρας και ο Γοργίας για τη διδασκαλία τους8. Οι Σωκρατικοί εν γένει και ο Αντισθένης ει­δικώς κατηγορούνται στο Κατά των σοφιστών, όπως και στην Ελένη, περίπου πέντε χρόνια αρ­γότερα (περί το έτος 385 π.Χ.), ως γέροντες που «ισχυρίζονται ότι είναι αδύνατο να διατυπω­θούν ψευδείς ή αντιφατικοί ισχυρισμοί (αντιλογία) και να μιλήσει κανείς πάνω στο ίδιο θέμα και από τις δύο πλευρές» και «επι­μένουν να διαβεβαιώνουν ότι η φύση δεν μας προικί­ζει με καμία αρετή και ότι με όλες τις αρετές ασχολείται μία επιστήμη» (λόγος 10, Ελέ­νη, 1: «μία δ' επιστήμη καθ' απάντων εστίν»). Η δεύτερη κατηγορία απευθύνεται στους περισσότερους Σωκρατικοΰς9, αλλά η πρώτη, σε συνδυασμό με τα χαμηλά δί­δακτρα (λόγος 13, Κατά των σοφιστών, 3), απευ­θύνεται σαφώς στον Αντισθένη, η σχολή του οποίου πρέπει να ήταν, περί το 390 π.Χ., ο βα­σικός ανταγωνιστής της σχολής που ο Ισοκρά­της επρόκειτο να ιδρύσει. Ο Πλάτων, ο γνω­στότερος υπέρμαχος του δόγματος του Σωκράτη, ότι η ηθική συμπεριφορά προϋποθέτει τη γνώ­ση (επιστήμη), δεν είχε ιδρύσει την Ακαδημία του μέχρι το 388/387 π.Χ.

Ο Ισοκράτης δεν κατέγραψε σε κάποια θε­ωρητική μελέτη τα εκπαιδευτικά δόγματα του. Όμως, οι απόψεις του παρέμειναν σταθερές, κατά αξιοσημείωτο τρόπο, στη διάρκεια μίας σταδιοδρομίας που διήρκεσε πάνω από μισό αιώνα10, ώστε πρέπει να του αναγνωριστεί η πατρότητα της πρώτης προγραμματικής κατά­θεσης αυτού που σήμερα θεωρούμε ως «φιλε­λεύθερη» εκπαίδευση. Ο ρήτορας απευθύνεται σε μία οικονομική και όχι πνευματική ελίτ, δη­λαδή σε αυτούς που μπορούν να πληρώσουν για να μορφωθούν. Όπως και οι Σωκρατικοί, πίστευε ότι η καλλιέργεια της ψυχής (της ψυ­χής επιμέλεια) είναι η ευγενέστερη επιδίωξη κα­τά την προετοιμασία των νέων, με τρόπο που να είναι χρήσιμοι στην πόλη. Επίσης, όπως και οι Σωκρατικοί, ο Ισοκράτης πίστευε ότι ο σκοπός αυτός μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την αφιέρωση στη φιλοσοφία11.

Η φιλοσοφία του Ισοκράτη διατηρεί τις πρα­κτικές εννοιολογικές αποχρώσεις που ο όρος είχε κατά τον 5ο αιώνα π.Χ., και πριν από αυ­τόν, περιλαμβάνοντας κάθε σοβαρή μελέτη που προήγε την καλλιέργεια συνεκτικών απόψεων και ορθών κρίσεων για την αντιμετώπιση δε­δομένης κατάστασης. Ο Ισοκράτης απορρίπτει την αντίληψη ότι η ηθική συμπεριφορά είναι επιστήμη και θεωρεί ως «σοφούς τους ικανούς να διαμορφώνουν, σε μη επιστημονική βάση, κρίσεις (δόξαί) ως προς την ενδεδειγμένη πο­ρεία εν γένει. Σοφοί, επίσης, είναι και όσοι ασχο­λούνται, ως φιλόσοφοι, με επιδιώξεις που γρή­γορα θα τους επιτρέψουν να επιτύχουν αυτού του είδους τη διορατικότητα» (λόγος 15, Περί αντιδόσεως, 271· πρβλ. λόγος 13, Κατά των σο­φιστών, 16-18). Η «φιλοσοφία», κατά τον Ισο­κράτη, περιλαμβάνει τη μελέτη της ποίησης (λό­γος 15, Περί αντιδόσεως, 45) και της πολιτικής (ό.π., 121), όχι, όμως, και της γεωμετρίας και της αστρονομίας, διότι, αν και χρήσιμες «ως προπαρασκευή για τη φιλοσοφία», δεν προ­σθέτουν τίποτε χρήσιμο στο λόγο και τη δράση σε απτές καταστάσεις (ό.π., 261-269, ειδικώς 266· πρβλ. λόγος 12, Παναθηναϊκός, 26-32)12. Η εκπαίδευση θα δημιουργήσει έναν άριστο homme d'affaires, ο οποίος θα εμπιστευθεί το μυαλό του, ήδη οξυμμένο από τη μελέτη της γεωμε­τρίας και της αστρονομίας, στον Ισοκράτη για την εντατική μελέτη της «φιλοσοφίας» για πε­ρίοδο τριών ή τεσσάρων ετών (λόγος 15, Περί αντιδόσεως, 87), με προοπτική την ανάπτυξη μάλλον των πρακτικών (φρόνησις) παρά των θε­ωρητικών ικανοτήτων. Σκοπός είναι να δοθούν άξιες συμβουλές (συμβουΛεϋειν) σε αυτούς που κρατούν τα ηνία της εξουσίας13.

Για τον Ισοκράτη, η φιλοσοφία είναι η μόρ­φωση στους Λόγους, δηλαδή η ικανότητα της ορθολογικής οργάνωσης της σκέψης και της συνεκτικής παρουσίασής τους στους άλλους. Επειδή η ικανότητα αυτή διαφοροποιεί τον άν­θρωπο από όλα τα άλλα όντα, είναι το θεμέλιο του ανθρώπινου πολιτισμού: «μας έκανε να ενω­θούμε για να ιδρύσουμε πόλεις, να θεσπίσου­με νόμους και να ανακαλύψουμε ικανότητες». «Δημιούργησε κανόνες για το τι είναι ορθό και λάθος, ευτελές και ευγενές» (λόγος 3, Νικοκλής, 6-9· λόγος 15, Περί αντιδόσεως, 253-257).

Ο λόγος πρέπει να είναι σύνθεση για προ­φορική εκφορά. Το γεγονός ότι ο Ισοκράτης δεν είχε καλή φωνή ούτε αυτοπεποίθηση μπροστά στο κοινό, τον είχε αναγκάσει να εγκαταλείψει τη δικανική ρητορική και να γίνει λογογράφος και συγγραφέας, μάλλον ποιητής, οι γραπτές σκέψεις του οποίου διαβάζονται από άλλους ή σε άλλους (λόγος 12, Παναθηναϊκός, 11), παρά αγωνιστής (λόγος 15, Περί αντιδόσεως, 48-49, 192· πρβλ. λόγος 13, Κατά των σοφιστών, 15). Tα θέματα του, «οι υποθέσεις της Ελλάδας, των βασιλέων και των κρατών», προσφέρονται για συγγραφή, διότι ευρύτερα και ευγε­νέστερα θέματα προσδίδουν μεγα­λύτερο κύρος από τις δημόσιες ομι­λίες των ρητόρων (λόγος 12, Πανα­θηναϊκός, 11). Εύχεται να μπορεί να συμβουλεύει για δημόσια ζητήματα (λόγος 4, Πανηγυρικός, 7· λόγος 5, Φίλιππος, 17' Επιστολαί, Γ Διονύσιος, 5) και να εξασκεί τους μαθητές του στο ευ λέγειν, πεπεισμένος ότι αυτή η διδασκαλία θα διαπλάσει τις ηθικές ευαισθησίες τους. Οι συνθέσεις του είναι πολιτικές πραγματείες {πολιτικοί λόγοι) (λόγος 15, Περί αντιδόσεως, 260).

Οι πολιτικοί λόγοι είναι για τον Ισοκράτη συζητήσεις επί θεμάτων που επηρεάζουν τον Ελληνικό κόσμο σε μεγάλο βαθμό (λόγος 15, Πε­ρί αντιδόσεως, 46-50· λόγος 12, Παναθηναϊκός, 2, 11· πρβλ. 136, 271), και όχι δημόσιες ομιλίες στη Βουλή, την Εκκλησία του Δήμου και τα δι­καστήρια {Κατά των σοφιστών, 9· λόγος 10, Ελέ­νη, 9· λόγος 2, Προς Νικοκλέα, 51)14. Αποτελούν έκφραση της φιλοσοφίας του, που είναι αφιε­ρωμένη στη διδασκαλία των μαθητών του, αλ­λά απευθύνεται και στους κατέχοντες την εξου­σία, παρέχοντας σε αυτούς συμβουλές (συμβουλεύειν). Ήλπιζε, ακόμη, ότι με τη διδασκα­λία του θα προετοίμαζε τους μαθητές του, ώστε από αυτούς εν καιρώ να προέλθουν οι άρχο­ντες. Οι πολιτικοί λόγοι χρειάζονται συμπλή­ρωση από παραδείγματα, τα οποία να μι­μηθούν (μιμείσθαί) τόσο οι μαθητές όσο και οι πολιτικοί (λόγος 13, Κα­τά των σοφιστών, 18· πρβλ. λόγος 15, Περί αντιδόσεως, 188). Ο δι­δάσκαλος δεν πρέπει απλώς να είναι πρότυπο για τους μαθητές του, αλλά θα πρέπει, επίσης, να φέρνει παραδείγματα προς μίμη­ση και από το παρελθόν. Για την παρουσίαση των προτύπων, μυθι­κών και ιστορικών, ο Ισοκράτης έπλεκε εγκώμια με συνεκτι­κό χαρακτήρα. Ο Ευα­γόρας παρουσιάζε­ται ως πρότυπο για το γιο και διάδοχό του Νικοκλή (λόγος 9, Ευαγόρας, 12-18). Το ίδιο και η Ελένη, που γράφτηκε περί το 385 π.Χ., λίγο με­τά την ίδρυση της σχολής, που αποτελεί εξέχον μυθο­λογικό παράδειγμα στον πολιτικό λό­γο: η Ελένη επαινείται διότι ενέπνευσε στο μεν Θησέα να φέρει ενότητα, ει­ρήνη και πολιτικές μεταρρυθμίσεις στην Αττική (λόγος 10, Ελένη, 16-17, 32-38), στους δε Έλληνες να αναλά­βουν κοινή εκστρατεία εναντίον των βαρβάρων (ό.π., 51-53, 56). Οι συμπλεκόμενες ιδέες της εσωτερικής ενότητας, ως προϋπόθεσης για την ελευθερία των Ελλήνων και της υπο­ταγής της Περσίας, αποτελούν το πολιτικό πρό­γραμμα του Ισοκράτη και διαπερνούν όλα τα κείμενα του, μέχρι τον Παναθηναϊκό (περίπου 342-339 π.Χ.) και την τελευταία επιστολή του προς τον Φίλιππο, την οποία έγραψε λίγο πριν πεθάνει το 338 π.Χ. Η Αθήνα και η Σπάρτη πα­ροτρύνονται να συμβιβάσουν τις διαφορές τους και να αναλάβουν από κοινού την ηγεσία στον αγώνα για την απελευθέρωση των Ελλήνων από την υποτέλεια προς την Περσία, την οποία επι­σφράγισε η Ανταλκίδειος Ειρήνη (λόγος 4, Πα­νηγυρικός, 15-17). Ο Γοργίας και ο Λυσίας εί­χαν συγγράψει πανηγυρικούς για ανάλογα θέ­ματα στους Ολυμπιακούς αγώνες του 408 π.Χ. και του 388 π.Χ. αντιστοίχως15. Αποκαλώντας, όμως, τη σύνθεσή του Πανηγυρικό αντί «Ολυ­μπιακό» (λόγος 5, Φίλιππος, 9· λόγος 12, Πανα­θηναϊκός, 172) και προτείνοντας ένα συγκεκρι­μένο πρόγραμμα σε γραπτή και όχι σε προ­φορική μορφή, ο Ισοκράτης εξέφρασε την επιθυμία του να προσεγγίσει ευ­ρύτερο κοινό και να ασκήσει μεγαλύτερη επίδραση από εκείνη που είχαν οι λόγοι των προκατόχων του. Το γε­γονός ότι στον οραματισμό του η Αθή­να αποτελεί τον κύριο εταίρο σε μία συμμαχία (ό.π., 18-21, 99) που θα μπορούσε να φέρει άμεση ειρήνευση και ομόνοια στον Ελληνικό κόσμο και να προσθέσει ευημερία μετά την υπο­ταγή των βαρβάρων (157-184), δεν αποτελεί επαρ­κή λόγο για να απο­δώσουμε στην επιρ­ροή του Ισοκράτη την ίδρυση της Δεύτερης Αθηναϊκής Συμμαχίας, δύο χρόνια μετά τη δημοσίευση του Πα­νηγυρικού, ούτε να θεωρήσουμε τη συμ μαχία αυτή ως μερική εκπλήρωση της έκκλη­σης του για πανελλήνια ενότητα. Πρέπει, όμως, να του αναγνωρίσουμε ότι είχε κρίνει σωστά το πνεύμα της εποχής του. Αντίθετα προς τον αντί­παλο του, τον Δημοσθένη, αντιλήφθηκε νωρίς ότι η εποχή του τοπικισμού, όταν κάθε πόλη-κράτος επιδίωκε τα στενά συμφέροντα της, έφθανε στο τέλος της και ότι έπρεπε να δημι­ουργηθεί μία ευρύτερη βάση ανεξαρτησίας, για να διασφαλιστεί η ελευθερία των Ελλήνων.

Για τον Ισοκράτη, η εγκαθίδρυση της ειρή­νης και της ομόνοιας μεταξύ των Ελληνικών κρατών δεν ήταν μόνο πολιτικώς αλλά και ηθι­κώς επιβεβλημένη. Όταν αναγνώρισε ότι ούτε η Δεύτερη Αθηναϊκή Συμμαχία ούτε η Θηβαϊκή ηγεμονία16 δεν ήταν σε θέση να επιφέρουν την ενότητα, άλλαξε την προοπτική του και τόνισε τη σημασία της εσωτερικής αρμονίας σε κάθε κράτος και την ανάγκη για έναν ισχυρό ηγέτη, ο οποίος θα επέβαλλε την ειρήνη στο κράτος του και θα μπορούσε να οδηγήσει τους ενωμέ­νους Έλληνες εναντίον της Περσίας. Η αλλαγή γίνεται αντιληπτή στο έργο Περί ειρήνης, το οποίο γράφτηκε μάλλον περί το 355 π.Χ., ενώ συνεχίζονταν (λόγος 8, Περί ειρήνης, 16) οι δια­πραγματεύσεις γύρω από τους όρους για τον τερματισμό του Συμμαχικού πολέμου. Ακόμη πιο αναγνωρίσιμη είναι η μεταβολή της οπτι­κής του Ισοκράτη στον Αρεοπαγιτικό, που ακο­λούθησε αμέσως μετά. Δεν υπάρχει αναφορά στην πανελλήνια ιδέα. Η Ανταλκίδειος Ειρήνη, που είχε καταδικαστεί στον Πανηγυρικό (λόγος 4, 122-124), γίνεται τώρα αποδεκτή ως ικανοποιητική εγγύηση για την εξωτερική ει­ρήνη (λόγος 8, Περί ειρήνης, 16). Στο στόχαστρο της επίθεσης του βρίσκεται ο ιμπεριαλισμός, τό­σο στη σπαρτιατική όσο και στην αθηναϊ­κή έκφανσή του. Απευ­θύνει έκκληση σε κάθε πόλη να εγκαθιδρύσει ει­ρήνη και ευημερία μέσα στα τείχη της και να θέσει τέρμα στις ιδεολογικές δια­φορές μεταξύ των πολιτών της. Διαφορετικά, υποστηρίζει, δεν υπάρχει ελπίδα για βελτίωση των σχέσεων με τα άλλα κράτη (λόγος 8, Περί ειρή­νης, 19-20, 75-79, ιδιαίτερα 133-135).

Ο ηθικός χαρακτήρας της ηγεσίας δεν συν­δέεται απαραίτητα, κατά τον Ισοκράτη, με κά­ποια ειδική μορφή διακυβέρνησης. Εκείνο που αναζητούσε ήταν ένα πολίτευμα, το οποίο «σε τακτική βάση να τοποθετεί στα αξιώματα και στη διαχείριση των υποθέσεων τους ικανότε­ρους από τους πολίτες, δηλαδή εκείνους που πρόκειται να διευθύνουν τις κρατικές υποθέ­σεις αποτελεσματικότερα και δικαιότερα» (λό­γος 12, Παναθηναϊκός, 132). Καθώς δεν μπόρε­σε να βρει τα χαρακτηριστικά αυτά στο δημο­κρατικό ούτε στο ολιγαρχικό πολίτευμα, στρά­φηκε στη μοναρχία.

Η ιδέα ότι κάποιος μονάρχης θα μπορούσε να είναι σε θέση να εκπληρώσει αυτούς τους στόχους εμφανίζεται για πρώτη φορά στην έκ­κληση προς τον Διονύσιο των Συρακουσών, το 369/368 π.Χ., ο οποίος -κατά το απόγειο της ισχύος του, σε μία εποχή που η Θήβα είχε τα­πεινώσει τη Σπάρτη-, παρακαλείται να στρέψει την προσοχή του στη σωτηρία όλων των Ελλή­νων, καθώς «ήταν ο πρώτος της φυλής και κα­τείχε τη μεγαλύτερη δύναμη» (Επιστολαί, 1.7). Δεν γνωρίζουμε ποια μορφή επιθυμούσε ο Ισο­κράτης να λάβει η ηγεσία του Διονυσίου, διότι η επιστολή διακόπτεται μετά την εισαγωγή της. Όποιες, όμως, συγκεκριμένες προτάσεις και αν περιλάμβανε, αυτές ματαιώθηκαν με το θάνα­το του Διονυσίου, ένα χρόνο αργότερα. Ο Ισο­κράτης απηύθυνε μία εξίσου μάταια έκκληση προς το νεαρό Σπαρτιάτη βασιλέα Αρ­χίδαμο, την περίοδο της κο­ρύφωσης του Συμμαχι­κού πολέμου, το 356 π Χ. {Επιστολαί, 9· Αρχίδαμος, 1, 14, 17-18).

Τελικώς, ο Ισοκράτης πραγ­ματοποίησε το επίμαχο βήμα και στράφηκε στον Φίλιππο της Μακεδονίας17. Στην Ειρήνη του Φιλοκράτη, το 346 π.Χ., εί­δε μία ευκαιρία να προωθη­θεί, μέσω της εξωτερικής πίε­σης του Φιλίππου, η ειρήνη και η ομόνοια μεταξύ των Ελλήνων, τις οποίες οι εκκλήσεις του σε άλλες δυνάμεις και ηγεμόνες δεν είχαν επιτύχει να εξασφαλίσουν (λόγος 5, Φίλιππος, 14-16). Ωστό­σο, ούτε ο Φίλιππος ούτε ο Ισο­κράτης έζησαν για να δουν την εφαρμογή του σχεδίου αυτού από τον Αλέξανδρο18.

Μέσω των μαθητών του, αρκετοί από τους οποίους προ­έρχονταν από το εξωτερικό (λό­γος 15, Περί αντιδόσεως, 39, 146, 164,224), ο Ισοκράτης επηρέασε την πολιτική της πόλης του και της εποχής του. Ανάμεσα στους εκατό -κατά προσέγγιση- μα­θητές που δίδαξε στη διάρκεια του βίου του19, ο Ισοκράτης έδωσε εξέχουσα θέση στον Τιμόθεο, γιο του Κόνωνα, έναν από τους μεγάλους Αθη­ναίους στρατηγούς και πολιτικούς της Δεύτερης Αθηναϊκής Συμμαχίας, τον οποίο συνόδευσε σε διάφορες αποστολές ([Πλούταρχος], Δέκα ρήτο­ρες, 837c). Στον Τιμόθεο και τον Κόνωνα όφειλε ο Ισοκράτης τις εισηγήσεις του στον Ευαγόρα και τον Νικοκλή, οι στενές σχέσεις με τον οποίο μαρτυρούνται στα κυπριακά κείμενα του (λόγος 2, Προς Νικοκλέα λόγος 3, Νικοκλής, και λόγος 10, Ελένη· πρβλ. λόγος 15, Περί αντιδόσεως, 40). Λι­γότερο γνωστοί είναι επτά μαθητές που, όπως επαίρεται ο Ισοκράτης, ανταμείφθηκαν με χρυ­σούς στεφάνους για τις υπηρεσίες που παρείχαν στην Αθήνα (λόγος 15, Περί αντιδόσεως: 93-94: Ο Εύνομος, στρατηγός το 388/387 π.Χ., ηττήθηκε στα ανοιχτά της Αίγινας από τον Σπαρτιάτη Γοργώπα και εστάλη ως πρέσβης μαζί με τον Κόνω­να στον Διονύσιο των Συρακουσών, το 393 π.Χ., να διαπραγματευθεί δι' επιγαμίας συμμαχία με την οικογένεια του Ευαγόρα. Ο Λυσιθείδης και ο Κάλλιππος μας είναι καλύτερα γνωστοί από το κείμενο του ψευδο-Δημοσθένη Προς Κάλλιππον, του 369/368 π.Χ., στο οποίο ο δεύτερος εμφανίζεται ως εκτελεστής του Απολλοδώρου, γιου του τραπεζίτη Πασίωνα [για τη φιλία του με τον Ισοκράτη, βλ. ό.π., 14-15,30]. Ο Λυσιθείδης ήταν συντριήραρχος το 355 π.Χ. στο πλοίο που μετέφε­ρε πρέσβεις στον Μαύσωλο. Ο Ονήτωρ και ο Φιλωνίδης ήταν αδελφοί. Ο πρώτος έγινε διάση­μος μέσω της αγωγής που άσκη­σε εναντίον του ο Δημοσθένης [Δημοσθένης, λόγοι 30 και 31]. ig> Ο Φιλόμηλος ο Φωκεϋς ανέλαβε λειτουργίες ως χορηγός ή και τριήραρχος από τις αρχές της δεκαετίας του 370 π.Χ. μέ­χρι το θάνατο του το 336/335 π.Χ. Ο Χαρμαντίδης ο Πάριος, τέ­λος, ήταν χορηγός και τριήραρχος περί το 366 π.Χ.)20. 0 Λυκούργος υπο­τίθεται πως ήταν μαθητής τόσο του Πλάτωνα όσο και του Ισοκράτη21, πριν εξελιχθεί σε εξέχοντα υποστηρικτή της οικονομικής μεταρρύθμισης και της αντίστασης στην επέκταση της Μακεδονίας. Επίσης, ο ατθιδογράφος Ανδροτίων είχε σπου­δάσει δίπλα στον Ισοκράτη (Βίος Ισοκράτους, 95-96). Ο Λεωδάμας, επιφανής στην Αθήνα κατά την περίοδο 375 π.Χ. έως 355 π.Χ., ως συνήγορος και υπέρμαχος της διατήρησης καλών σχέσεων με τη Βοιωτία, περιλαμβάνεται από τον ψευδο-Πλούταρχο (Δέκα ρήτορες, 837α) μεταξύ των μαθητών του Ισοκράτη. Το ίδιο και ο Λάκριτος, εναντίον του οποίου απευθύνεται λόγος που αποδίδεται στον Δημοσθένη22. Ο Πύθων από το Βυζάντιο, ο οποίος εκπροσώπησε τον Φίλιππο στην Αθήνα το 344/343 π.Χ., στην επαναδιαπραγμάτευση των όρων της Ειρήνης του Φιλοκράτη, ήταν ο επιφα­νέστερος ξένος πολιτικός που είχε μαθητεύσει πλάι στον Ισοκράτη23.

Οι πλέον καινοτόμοι ιστορικοί του 4ου αιώ­να π.Χ., ο Έφορος από την Κύμη και ο Θεόπομπος από τη Χίο, φοίτησαν στη σχολή του Ισοκράτη και έγιναν ιστορικοί με προτροπή του διδασκά­λου τους (FGrH 70 Τ 3 [a]-[c])24. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, ο Έφορος ήταν ο πρώτος που αποπειράθηκε να γράψει εκτενή παγκόσμια ιστορία, αφή­νοντας έξω από το έργο του την πα­λαιά μυθική εποχή και αρχίζοντας με την κάθοδο των Ηρακλείδων και την κατάκτηση της Πελοποννήσου. Ο Έφο­ρος συμπεριέλαβε στη διήγησή του και όλους τους λαούς που ήρθαν, κά­θε φορά, σε επαφή με τους Έλληνες. Η έκθεση του δεν ακολούθησε χρονογραφικές αρχές, αλλά θεματική διά­ταξη: Βιβλία 1-3: φύλα της Ελλάδας και αρχές της δημιουργίας των πόλεων-κρατών 4-5: γεωγραφική θεώρη­ση ολόκληρης της οικουμένης· 6-10: γεγονότα έως τους Περσικούς πολέ­μους· 11-20: γεγονότα που οδήγησαν στη Σπαρτιατική ηγεμονία· 21-25: γε­γονότα που οδήγησαν στη Θηβαϊκή ηγεμονία· από το 26ο βιβλίο, ο Έφορος άρχισε την έκθεση της ιστορίας της εποχής του, όπου δεσπόζουσα φυσιογνωμία ήταν ο Φίλιππος της Μακεδονίας. Η αφήγησή του κατέλαβε συνολικώς είκοσι εν­νέα βιβλία, μέχρι την πολιορκία της Περίνθου το 341 π.Χ. Το τριακοστό βιβλίο, που συνέχισε την αφήγηση μέχρι το τέλος του Ιερού πολέμου, προ­στέθηκε από το γιο του Δημόφιλο. Από το έργο του παραμένουν μόνο σπαράγματα. Αλλά μπο­ρούμε να σχηματίσουμε μία ιδέα γι' αυτό από το έργο του Διόδωρου, ειδικώς τα Βιβλία 11-16, που οφείλουν πολλά στον Έφορο. Μάλλον συμπιλητής παλαιότερων ιστορικών, παρά πρωτότυπος ιστοριογράφος, ο Έφορος συγκέντρωνε το τε­ράστιο υλικό του και το αποδεχόταν αλόγιστα, κάτι για το οποίο τον έψεξε ο Πολύβιος. Προ­σπάθησε, όχι πάντοτε επιτυχώς, να εναρμονίσει αντικρουόμενες μαρτυρίες, μερικές φο­ρές ανακαλύπτοντας γεγονότα και προσωπικότητες, αλλά με μικρή κατανόηση των ιστο­ρικών προβλημάτων.

Ο Θεόπομπος άρ­χισε τη σταδιοδρο­μία του επιχειρώ­ντας να ολοκλη­ρώσει την ιστορία του Θουκυδίδη. Το γεγονός ότι τα δώ­δεκα βιβλία των Ελ­ληνικών του κατα­γράφουν μόνο την περίοδο από τη ναυ­μαχία στο Κυνός Σήμα το 411/410 π.Χ. μέ­χρι τη ναυμαχία της Κνίδου το 394 π.Χ., υποδηλώνει ότι πλάτειαζε στο ύφος και τη θεματική του. Το ίδιο χαρακτηρίζει και τα Φιλιππικά του, αποτελούμενα από πενήντα οκτώ βιβλία, έργο πρω­τότυπο από την άποψη ότι μεταχειρίσθηκε μία διαπρεπή προσωπικό­τητα ως το επίκεντρο μίας ιστορικής περιόδου. Αντίθετα προς το διδά­σκαλο του, θεώρησε ότι ο Φίλιππος ήταν φαύλος από ηθικής απόψεως και δεν ήταν σε θέση να υλοποιήσει τις ιδέες του πολιτιστικού πανελλη­νισμού. Δεδομένου ότι μόνο δεκαέξι από τα πενήντα οκτώ βιβλία φαίνο­νται να ασχολούνται, κατά τρόπο πλατειαστικό, με τον Φίλιππο, είναι δύσκολο να εντοπιστούν οι επιρροές του Ισοκράτη πίσω από τις δαιδαλώδεις περιγραφές της Σικελίας, ενός ουτοπικού μύθου που αποδίδεται στον Σιληνό, του Ζωροαστρισμού, των Αθηναίων δη­μαγωγών, των Ιλλυριών, των Ετρούσκων και ούτω καθεξής. Επειδή τα κατάλοιπα των δύο αυτών ιστορικών είναι πολύ αποσπασματικά25 και δεν επαρκούν για να καταδείξουν ποια επιρ­ροή άσκησε ο Ισοκράτης επάνω τους, μπορού­με να υποθέσουμε ότι ο τελευταίος επέδρασε στο λογοτεχνικό ύφος τους, το οποίο δεν είναι πλέον προσβάσιμο σε μας, ήταν, όμως, στους κριτικούς των δύο ιστορικών κατά την αρχαιό­τητα26, οι οποίοι αντιπαρέβαλαν το έντονο και ζωντανό ύφος του Θεοπόμπου με το διστακτι­κό και χαμηλών τόνων τρόπο γραφής του Εφό­ρου (Κικέρων, De Oratore, HI. 36).

Ο ψευδο-Πλούταρχος (Δέκα ρή­τορες, 837c) διατείνεται ότι μα­θητές του Ισοκράτη υπήρ­ξαν, ακόμη, δϋο προσω­πικότητες των γραμ­μάτων, ο Ασκληπιάδης από την Τράγιλο της Θράκης, που ήταν ο πρώτος ο οποίος συνέθεσε έργο με τραγικά θέματα (Τραγωδούμενα-πρόκειται για εγ­χειρίδιο με περι­λήψεις όλων των μύθων που πραγματεύθηκε η τραγωδία: μία συλλογή υλικού με προσθήκη παραλλαγών από το έπος και τη λυρική ποίηση, που αποτέλεσε κύρια πηγή των κατοπινών μυθογράφων), σε έντεκα βιβλία, από τα οποία διασώζονται μόνο σπα­ράγματα, και ο Θεοδέκτης από τη Φάσηλη, μα­θητής, επίσης, του Πλάτωνα και του Αριστοτέ­λη, ο οποίος δεν έγραψε μόνο λόγους και εγ­χειρίδιο ρητορικής, αλλά, επίσης, συνέθεσε και πενήντα τραγωδίες (Σούδα, λ. Θεοδέκτης).

Η φήμη που απέκτησε ο Ισοκράτης μόνο εν μέρει βασίζεται στην επίδραση που άσκησε στην πολιτική, τη ρητορική, την ιστορία και τη φιλολογία μέσω των μαθητών που εκπαίδευσε στα πενήντα δύο χρόνια της δραστηριότητας του ως διδασκάλου. Πιο αξιόλογο είναι το γε­γονός ότι μετασχημάτισε τη ρητορική, από τέ­χνη επιχειρηματολογίας και συζήτησης, σε ισχυ­ρό εκπαιδευτικό μέσο για τον εκπολιτισμό και την καλλιέργεια των μελλοντικών γενεών: «Θε­ωρούμε το σωστό λόγο ως την ασφαλέστερη απόδειξη λογικής σκέψης. Ο λόγος όταν είναι αληθινός, νομιμόφρων και δίκαιος, είναι η ει­κόνα καλής και αξιόπιστης ψυχής» (λόγος 3, Νικοκλής, 7). Ο Λόγος του ζει στις γραπτές λέξεις, όχι στις προφορικές, ως λογοτεχνία που κυ­κλοφορεί και διαβάζεται ξανά και ξανά, και όχι ως έκφραση άποψης σε ένα μεμονωμένο εφή­μερο θέμα. Οι πολιτικοί λόγοι του περιλαμβά­νουν αρχές που, όπως ο ίδιος πίστευε, θα έπρε­πε να προσδώσουν ζωή σε όλη την πολιτισμένη κοινωνία. Απευθυνόταν σε λίγους, υπό την έννοια ότι μόνο μέλη των ανώτερων τάξεων εί­χαν την οικονομική δυνατότητα να γίνουν μα­θητές του. Αλλά ο ίδιος ήλπιζε ότι όταν οι μα­θητές του θα αναδεικνύονταν στις ηγετικές θέ­σεις της κοινωνίας, ο πολιτισμός θα απλωνό­ταν από την Αθήνα για να περιλάβει όλη την ανθρωπότητα: «οι μαθητές [του αθηναϊκού πο­λιτισμού] έχουν γίνει δάσκαλοι των άλλων αν­θρώπων και ο πολιτισμός μας κατάφερε ώστε η λέξη "Έλληνας" να μη θεωρείται πλέον ως το όνομα μίας φυλής, αλλά ενός τρόπου σκέψης, και αυτοί που αποκαλούνται "Έλληνες" μετέ­χουν στον πολιτισμό μας και όχι στην κοινή κα­ταγωγή μας» (λόγος 4, Πανηγυρικός, 50). Στόχος του Ισοκράτη ήταν η δημιουργία πολιτι­στικής, και όχι κοινωνικής, ανώτερης τάξης, και αυτή την εικόνα της Ελλάδας κληροδότησε στις επόμενες γενεές.

-----------

ΠΗΓΗ: Πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ: «Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας», Τόμος 7ος.