Οι Φιλοσοφικές Σχολές της Αρχαίας Ελλάδος!..

Κωδικός Πόρου: 00285-114797-69
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 28/03/11 18:31
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Τί Εστιν Αλήθεια;, 00285-114797-69




Περιγραφή: s:185669:"

 Στιγμιότυπο από τις εκδηλώσεις στη Ρωμαϊκή Αγορά για τον εορτασμό του έτους αφιερωμένου στο Σωκράτη. Το έργο του μεγάλου αυτού φιλοσόφου διδάσκεται έως τις μέρες μας (φωτ. ΑΠΕ). 

Διαβάστε ποια ήσαν τα φιλοσοφικά ρεύματα και οι φιλοσοφικές σχολές των αρχαίων Ελλήνων, οι οποίοι έθεσαν τις βάσεις όλων των κατοπινών φιλοσοφικών θεωριών και δογμάτων σε φιλοσοφικό ή θεολογικό επίπεδο, σε σχέση με ορισμένα χωρία της Βίβλου!..

 

«Η φιλοσοφία», λεπτομέρεια από τον τάφο του πάπα Σίξτου Δ’ (1490-93), έργο του Πολαϊόλο. Η φιλοσοφία προ­σωποποιημένη μελετά το βιβλίο της φύσης στο οποίο πρέπει να εντρυφούν όλοι οι φιλόσοφοι, και όσοι ενδιαφέ­ρονται για τη φιλοσοφία (Βατικανό, Ρώμη). 

Στις σελίδες που ακολουθούν δημοσιεύονται στοιχεία για όλες σχεδόν τις φιλοσοφικές σχολές που υπήρχαν κατά την αρχαιότητα και τους πρώτους μετά Χριστόν αιώνες.

Εξυπακούεται ότι μετά την γενική αναφορά των στοιχείων για τις φιλοσοφικές σχολές, ο γράφων παραπέμπει τον αναγνώστη στα βιβλικά κείμενα, ώστε ο ενδιαφερόμενος να διασταυρώνει τα φιλοσοφικά στοιχεία με αυτά της Βίβλου και μάλιστα να έχη την ακριβή παραπομπή της Αγίας Γραφής:

1. ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ (ή ΑΚΑΔΗΜΕΙΑ ή ΑΚΑΔΗΜΙΑ)

Ως γνωστόν, η Ακαδήμεια (ή Ακαδήμια ή Ακαδημία) ήταν ένα προάστιο των Αθηνών, σε απόσταση περίπου ενός χιλιομέτρου από το Δίπυλον, λίγο πιο πέρα από το δημόσιον σήμα, την τοποθεσία όπου ήταν θαμμένοι επιφανείς Αθηναίοι και οι πολίτες που σκοτώθηκαν στους πολέμους. Ονομάστηκε έτσι από τον ήρωα Ακάδημο και ήταν αφιερωμένο στην Αθηνά. Εκεί υπήρχαν οι 12 ιερές ελιές, που φυτεύτηκαν από την ελιά της Ακρόπολης και που λέγονταν μορίαι. Ο Κίμωνας μετέβαλε την ξερή περιοχή της Ακαδημείας σε περίφημο άλσος, το οποίο σεβάστηκαν οι Λακεδαιμόνιοι στις εισβολές τους. Ο Σύλλας όμως το κατέστρεψε όταν πολιόρκησε την Αθήνα. Φαίνεται πως τα δέντρα του ξαναφύτρωσαν, γιατί ο Οράτιος, που σπούδασε εκεί, αναφέρεται στα δέντρα του Ακαδήμου (Επιστολές, Β', ΙΙ 45). Υπήρχαν στην Ακαδήμεια βωμοί του Έρωτα, του Προμηθέα (από όπου ξεκινούσαν οι λαμπαδηδρομίες), των Μουσών, του Ερμή, του Ηρακλή, του Μορίου Διός (προστάτη των ελαιών) και της Αθηνάς. Κοντά στην Ακαδήμεια βρισκόταν ο τάφος του Πλάτωνα, που είχε κοντά στον Κολωνό ένα εξοχικό σπίτι με κήπο. Όταν εγκατέλειψε το γυμνάσιο της Ακαδημείας, όπου δίδασκε ο Πλάτωνας, εξακολούθησε τη διδασκαλία του σε αυτόν τον κήπο, όπου ίδρυσε ιερό των Μουσών (Μουσείο). Ο άμεσος διάδοχός του Σπεύσιππος έβαλε να στήσουν στον κήπο αγάλματα των Χαρίτων και ένας Πέρσης που λεγόταν Μιθριδάτης έστησε έναν ανδριάντα του Πλάτωνα, έργο του Σιλαλίωνα. Μετά τον Σπεύσιππο (347-339), διαδέχτηκαν τον Πλάτωνα στη διεύθυνση της σχολής –της Παλαιάς Ακαδημείας, όπως ονομάστηκε αργότερα– ο Ξενοκράτης, που δίδαξε από το 339 ώς το 314, ο αστρονόμος Ηρακλείδης ο Ποντικός, ο Φίλιππος ο Οπούντιος, ο Πολέμων ο Αθηναίος (314-270), ο Κράντωρ ο Σολεύς και ο Κράτης ο Αθηναίος. Τον τελευταίο διαδέχτηκε ο Αρκεσίλαος ο Πιταναίος (315-240 π.Χ.), που δίδασκε πως η ουσία της σοφίας δεν είναι η γνώση των πάντων, αλλά η έρευνα και η προσπάθεια απελευθέρωσης από την πλάνη, και που ίδρυσε τη Μέση Ακαδημία. Τις απόψεις του –σκεπτικιστικές και αντίθετες προς των Στωικών– επιχείρησε να αναπτύξει το 2ο αιώνα π.Χ. ο Καρνεάδης, ιδρυτής της Νέας Ακαδημείας, αλλά με τις σοφιστείες του και με τη ρητορική του έκανε την Πλατωνική Ακαδήμεια απλή ακροαματική επίδειξη, αυτό δηλαδή που θα μισούσε ο Πλάτωνας. Το 2ο αιώνα π.Χ. ο Αντίοχος ο Ασκαλωνίτης, διδάσκαλος του Κικέρωνα, του Λούκουλλου και του Βρούτου, πραγματοποίησε ένα είδος συνδιαλλαγής με τη Στωική Σχολή και ισχυρίστηκε πως ανασυνέστησε την Παλαιά Ακαδήμεια. Όμως, μόνον έπειτα από τρεις αιώνες η Πλατωνική Ακαδήμεια βρήκε άξια διαδοχή, στους Νεοπλατωνικούς Αμμώνιο Σακκά και Πλωτίνο. Ο Άγγλος ποιητής Μίλτον έγραψε, στον Ανακτημένο Παράδεισό του (IV 244 κ.ε.), για την Πλατωνική Σχολή: «...της Ακαδημείας ο ελαιώνας, καταφύγιο του Πλάτωνος, όπου το αττικό πουλί γλυκολαλεί το καλοκαίρι».

2. ΕΚΛΕΚΤΙΚΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ

Ο Εκλεκτισμός ήτο μια φιλοσοφική τάση που προσπαθεί να συμβιβάσει τα ορθότερα στοιχεία των μεγάλων θεωριών. Εκλεκτικοί ήταν ο Παναίτιος ο Ρόδιος, ο Ποσειδώνιος, ο Φίλων ο Λαρισαίος κ.ά.

Μας δίδεται, ίσως, η ευκαιρία να θυμηθούμε την Παλαιά Διαθήκη που λέει ότι:

- «και οι πιστοί εν αγάπη προσμενούσιν αυτώ, ότι χάρις και έλεος εν τοις οσίοις αυτού, και επισκοπή εν τοις εκλεκτοίς αυτού» (Σοφ. Σολ. 3, 9).

- «δοθήσεται γαρ αυτώ της πίστεως χάρις εκλεκτή» (Σοφ. Σολ. 3, 14).

- «μία εστί περιστερά μου, τελεία μου, μία εστί τη μητρί αυτής, εκλεκτή τη τεκούση αυτήν … τις αύτη η εκκύπτουσα ωσεί όρθρος, καλή ως σελήνη, εκλεκτή ως ο ήλιος, θάμβος ως τεταγμέναι» (Άσμα Ασμάτων 6, 9-10).

- «χειρ εκλεκτών κρατήσει ευχερώς, δόλιοι δε έσονται εν προνομή» (Παρ. Σολ. 12, 24). κλπ

3. ΕΛΕΑΤΑΙ = ΕΛΕΑΤΙΚΗ ΣΧΟΛΗ

Κατ’ αρχάς «Ελεάται» ήταν μία ονομασία για τρεις φιλοσόφους του 5ου π.Χ. αι., που κατάγονταν από την Ελέα της κάτω Ιταλίας. Αυτοί ήταν οι : Παρμενίδης, Μέλισσος και Ζήνων (ίδε ονόματα). Βασίστηκαν γενικά στις κατακτήσεις της ελληνικής κοσμολογίας, τόσο στην ιωνική της μορφή όσο και στη δωρική. Υποστήριζαν ότι η πραγματικότητα είναι αμετάβλητη και άφθαρτη. Η φιλοσοφία τους επηρέασε πολλούς σοφιστές της κλασικής εποχής.

Ποια ήταν λοιπόν η βασική θεωρία των Ελεατών; Το αμετάβλητον και άφθαρτον της πραγματικότητος;

Η αμεταβλητότητα, ως γνωστόν, είναι η ιδιότητα που χαρακτηρίζει τα μεγέθη, τις εξισώσεις, τους νόμους, που μένουν αμετάβλητοι ή, όταν μεταβάλλονται, να μιλάμε πλέον για το σύστημα των συντεταγμένων και τον χρόνο.

Τι σημαίνει, όμως, ο όρος «αμετάβλητον»; Δεν έχει την ίδια σημασία με τον όρο «αμετάθετος», «αμετάστρεπτος» ή «αναλλοίωτος» ;

Ας ανοίξουμε τώρα την Παλαιά Διαθήκη να διαβάσουμε:

- «κατά παν αμετάθετος» (Γ΄ Μακκ. 5, 1).

- «του δε αμεταθέτου λογισμού μεγάλως διεψευσμένως» (Γ΄ Μακκ. 12).

Ερχόμενοι, τώρα, στην Ελεατική Σχολή είναι γνωστόν, ότι στην σχολή αυτή ανήκαν ο Ξενοφάνης, ο Παρμενίδης, ο Ζήνων και ο Σάμιος Μέλισσος. Τελευταίοι χρονολογικά αντιπρόσωποί της είναι ο Γοργίας και ο Πρόδικος, σοφιστές και οι δύο. Την επωνυμία της την πήρε η σχολή από την πόλη της Κάτω Ιταλίας Ελέα. Η ονομασία «Ελεατική Σχολή» υπάρχει ήδη στον Πλάτωνα (Σοφιστής). Ο Διογένης ο Λαέρτιος περιλαμβάνει τους Ελεάτες στην ιταλική σχολή κατ' αντίθεση προς την ιωνική. Η παράδοση θεωρεί αρχηγό της ελεατικής σχολής τον Ξενοφάνη (570-475), αλλά η νεότερη έρευνα δεν νομίζει πως ο Ξενοφάνης ασχολήθηκε συστηματικά με τη φιλοσοφία. Απλώς έβαλε στα ποιήματά του φιλοσοφικές αντιλήψεις και προχωρεί ώς το σημείο να διαγνώσει πως στον κόσμο υπάρχει μια ενιαία θεϊκή αρχή. Νέο δρόμο στη φιλοσοφία άνοιξε ο Παρμενίδης (540-470 π.Χ.), που έχει τοποθέτηση αντίθετη προς των Πυθαγορείων και των Μιλησίων. Πρώτος αυτός μιλάει, όχι για τα όντα, όπως ο Αναξίμανδρος, αλλά για το ον. Συμπεραίνει πως το ον είναι ακίνητο, αμετάβλητο, χωρίς αρχή και τέλος, όμοιο με τον εαυτό του, πεπερασμένο και με σχήμα σφαίρας. Τον ον αποκαλύπτεται με το λόγο και τη νόηση, ενώ ο κόσμος των φαινομένων είναι απατηλός και έχει συντεθεί από δύο στοιχεία, το φως και τη νύχτα. Το φως αντιστοιχεί με το θερμό στοιχείο του Αναξίμανδρου, η νύχτα με το ψυχρό. Ο κόσμος έχει σχήμα σφαίρας, που στο κέντρο της είναι εγκατεστημένη η Ανάγκη, που ο Παρμενίδης τη χαρακτηρίζει δαίμονα. Αυτή δημιούργησε τον Έρωτα και επιστατεί στη μίξη του αρσενικού με το θηλυκό στοιχείο, από την οποία παράγεται ο κόσμος της γένεσης και της φθοράς. Το σφαιρικό σύμπαν διαιρείται σε αλλεπάλληλες στεφάνες (ζώνες), που μερικές είναι γεμάτες φωτιά, άλλες φλόγα κι άλλες από το σκοτεινό στοιχείο της νύχτας. Πρώτος ο Παρμενίδης χώρισε το μεταφυσικό κόσμο από το φαινομενικό κόσμο των αισθήσεων. Διατύπωσε τις διδασκαλίες του με έμμετρο ποιητικό λόγο και το ύφος του είναι αποκαλυπτικό και μυστηριακό. Ο μυθολογικός κόσμος υποχωρεί, πάντως, μπροστά στον κόσμο της νόησης. Από την άποψη αυτή, ο Παρμενίδης είναι πρόδρομος της πλατωνικής ιδεοκρατίας κι όλης της μεταφυσικής φιλοσοφίας. Και είναι εκείνος που καθιέρωσε τη λογοκρατική και διαλεκτική διαπραγμάτευση των προβλημάτων, που έρχεται να αναπτύξει συστηματικά ο μαθητής του Ζήνων ο Ελεάτης. Ο Ξενοφάνης αποτελεί την πρώτη γενεά της ελεατικής σχολής, ο Περμενίδης τη δεύτερη, ο Ζήνων με τον Μέλισσο την τρίτη. Ο Ζήνων ήταν κατά 25 χρόνια πιο νέος από τον Παρμενίδη και θέλησε να υπερασπίσει τις γνώμες του δασκάλου του, δείχνοντας πως κάθε αντίθετη προς αυτές άποψη μας οδηγεί σε αντιφατικά συμπεράσματα. Αποδείκνυε δηλαδή πως αν δεχθεί κανείς πως τα όντα είναι πολλά, πως βρίσκονται σε κίνηση, πως υπάρχει χώρος, πέφτει σε λογικές αντιφάσεις. Αν δεχθούμε πως υπάρχουν πολλά όντα, θ' αναγκαστούμε να δεχθούμε πως το σύμπαν είναι μαζί και πεπερασμένο και άπειρο. Αν δεχθούμε πως υπάρχει χώρος, θα πρέπει να δεχθούμε πως υπάρχει κι άλλος χώρος όπου μπορεί να τοποθετηθεί ο πρώτος και ούτω καθεξής. Η κίνηση δεν μπορεί να έχει αρχή και ο γρήγορος στα πόδια Αχιλλέας δεν μπορεί να φτάσει τη χελώνα που προπορεύεται έστω και λίγο, γιατί πρέπει, για να τη φτάσει, να διανύσει τη μισή απόσταση που τον χωρίζει απ' αυτήν, τη μισή της μισής και ούτω καθεξής. Με τις αναλύσεις του αυτές, ο Ζήνων έγινε ο πρόδρομος της θεωρίας περί απειροστών και της θεωρίας της σχετικότητος. Για τον Ζήνωνα, το πρόβλημα του καθορισμού της ουσίας της πραγματικότητας μένει άλυτο. Δέχεται ως πρώτη αρχή την ενιαία ουσία του Παρμενίδη, παρατηρεί όμως πως αυτή η ενιαία αρχή αφήνεται σε πλήρη αοριστία. Γι' αυτό δεν μπορούμε, ξεκινώντας απ' αυτό, να προσδιορίσουμε τα όντα. Με την αποδοχή του όντως ως ακαθορίστου, ο Ζήνων προετοίμαζε τις δοξασίες του Γοργία, που είπε αργότερα πως δεν μπορούμε να κάνουμε κανένα καθορισμό σχετικά με το όντως ων. Ο Σάμος ναύαρχος Μέλισσος, νεότερος από τον Ζήνωνα κατά περίπου δέκα χρόνια, προσπάθησε να βγει από την αρνητική αοριστία. Πρώτος ο Μέλισσος εκφράζει την ιδέα πως οι μεταβολές που διαπιστώνουν οι ανθρώπινες αισθήσεις ανήκουν στην περιοχή της φαινομενικότητας. «Αν είναι πραγματική μια τέτοια μεταβολή –λέει– αυτό σημαίνει πως το ων χάθηκε και πως έχει δημιουργηθεί κάτι από το μηδέν. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, αν δεχθούμε πως υπάρχουν πολλά όντα πρέπει να έχουν τα ίδια γνωρίσματα που έχει και το ένα». Η θεωρία των αναλλοίωτων οντολογικών ειδών καθιστά τον Μέλισσο τον αμεσότερο πρόδρομο της θεωρίας του Πλάτωνα περί ιδεών. Τις έσχατες αρνητικές ακολουθίες της ελεατικής σχολής εκφράζει ο σοφιστής Γοργίας, που αρνήθηκε την ύπαρξη του όντως και κάθε δυνατότητα να γνωρίσουμε με λεκτική ανακοίνωση την οντολογική πραγματικότητα. Όμοια αρνητικά συμπεράσματα είχε διατυπώσει και ο σοφιστής Αντιφών στο πρώτο βιβλίο τού έργου του Αλήθεια. Στα χρόνια που ακολούθησαν τον 5ο αιώνα π.Χ., η ελεατική φιλοσοφία δεν είχε πια κανέναν αντιπρόσωπο. Οι κυριότερες ιδέες της συγχωνεύθηκαν στην πλατωνική φιλοσοφία. Ο Πλάτων, στους διαλόγους του Παρμενίδης και Σοφιστής μιλάει εκτενώς για τους Ελεάτες κι εκθέτει πολλές από τις απόψεις τους. Πολύτιμη συνεισφορά των Ελεατών είναι ότι καταπολέμησαν τον μυθολογικό ανθρωπομορφισμό, χώρισαν τη μεταφυσική από τη λογική, έθεσαν τα θεμέλια της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας, αλλά και, με την κριτική ανάλυση του Ζήνωνα, βοήθησαν στη διατύπωση των νεότερων μαθηματικών και φιλοσοφικών θεωριών

Κοντολογίς, η Ελεατική Σχολή ήτο μία Αρχαία ελληνική φιλοσοφική σχολή, που ιδρύθηκε στην Ελέα της Μεγάλης Ελλάδας στη Ν. Ιταλία, από τον Ξενοφάνη τον Κολοφώνιο. Οι εκπρόσωποι αυτής της σχολής, μεταξύ άλλων αρνούνταν την ύπαρξη πολλών ανθρωπόμορφων θεών, και δέχονταν την ύπαρξη μιας μόνο υπέρτατης δύναμης, ενός θεού. Κύριοι εκπρόσωποί της ήταν ο Παρμενίδης, ο Ζήνων και ο Μέλισσος ο Σάμιος. Οι αντιλήψεις της Ελεατικής Σχολής επηρέασαν τη σκέψη πολλών σπουδαίων φιλοσόφων, όπως του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη.

ΒΕΒΑΙΩΣ η Αγία Γραφή, όπως και οι Ελεάτες, δεν δέχεται την ύπαρξη πολλών θεών, αλλά μονάχα του ενός και αληθινού Θεού, που είναι η υπερτάτη δύναμις και εξουσιάζει τον κόσμο. Ασφαλώς και ο άνθρωπος επλάσθη κατ’ εικόνα και ομοίωσιν του Θεού (Γεν. 1, 26), έστω και αν ορισμένοι παρερμήνευσαν το συγκεκριμένο χωρίον της Γενέσεως, που λέει επί λέξει τα εξής: «και είπεν ο Θεός ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν, και αρχέτωσαν των ιχθύων της θαλάσσης και των πετεινών του ουρανού και των κτηνών και πάσης της γης και πάντων των ερπετών των ερπόντων επί της γης. Και εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον, κατ’ εικόνα Θεού» (Γεν. 1, 26).

Η παρερμηνεία του ως άνω χωρίου της Παλαιάς Διαθήκης έγκειται στο γεγονός ότι ορισμένοι θέλουν την Αγία Γραφή να πιστεύη κι αυτή σε πολλούς ανθρωπόμορφους θεούς, ενώ, όπως υποστηρίζουν όλοι σχεδόν οι θεολόγοι, ο πληθυντικός που χρησιμοποιεί ο βιβλικός συγγραφεύς («ποιήσωμεν άνθρωπον» και όχι «ποιήσω άνθρωπον») αφορά στην τριαδική προσωπικότητα του Θεού (Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα), όπως τουλάχισταν την εβίωσαν οι άνθρωποι κατά την εμφάνισιν της Αγίας Τριάδος εις την Βάπτισιν του Κυρίου και την οποίαν (τριαδικήν υπόστασιν του Θεού) με θέρμην υπεστήριξαν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας κατά την πρώτην και δευτέραν Οικουμενικήν Σύνοδον.

4. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ - ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ

Ιατρι­κή σχολή τής αρχαιότητας που είχε δεχθεί την επίδραση του Πυρρωνισμού. Οι οπαδοί της ερευνούσαν εμπειρικά τη φύση κάθε αρρώστιας και δεν ενδιαφέρονταν για τη βασι­σμένη σε θεωρητικά δεδομένα διά­γνωση, πιστεύοντας ότι αυτά έχουν κατά κανόνα μόνο υποκειμενική αξία. Πολύ γνωστοί Εμπειρικοί είναι ο Σέξτος Εμπειρικός και ο Μηνόδοτος. Η σχολή πρέπει να ιδρύθηκε γύρω στο 200 π.Χ. και είχε ως κύριους θεμελιω­τές της τον Ταραντίνο Ηρακλείδη, τον Φλιάσιο Τίμωνα και προπάντων τον Κώο Φιλίνο, πιστευόταν όμως ότι αρχηγέτης της ήταν ο Ιπποκράτης ή ο Ακραγαντίνος Άκρων. ΄Αλλοι οπαδοί της ήταν ο Αλεξανδρεύς Σεραπίων, ο Ταραντίνος Γλαυκίων, ο Κιτιεύς Απολλώνιος. Η μεθοδολογία της στη­ριζόταν σε τρεις αρχές («τρίπους των εμπειρικών»): Την ατομική παρατήρη­ση κάθε αρρώστου (τήρησις — από την οποία η σχολή ονομαζόταν και τηρητική)· την πείρα των γιατρών (ιστορία — δηλαδή σειρά πρακτικών παρατηρήσεων που παραδίδονταν από γιατρό σε γιατρό* από την αρχή αυτή η σχολή λεγόταν και μνημονευτική)· και την αναλογία των πε­ριπτώσεων (από τού ομοίου μετάβαοις — συγκριτική μελέτη των περι­στατικών). Οι παραπάνω αρχές απο­τέλεσαν βέβαια την αφετηρία για τη θεμελίωση της ιατρικής ως θετικής επιστήμης. («Πάπυρος Λαρούς»).

ΤΙ ΛΕΕΙ η Αγία Γραφή;

- «ουκ έστιν ίασις εν τη σαρκί μου από προσώπου της οργής σου, ουκ έστιν ειρήνη εν τοις οστέοις μου από προσώπου των αμαρτιών μου, ότι αι ανομίαι μου επ’ εμέ. Προσώζεσαν και εσάπησαν οι μώλωπές μου από προσώπου της αφροσύνης μου εταλαιπώρησα και κατεκάμφθην έως τέλους, όλην την ημέραν σκυθρωπάζων επορευόμην. Ότι αι ψόαι μου επλήσθησαν εμπαιγμάτων, και ουκ έστιν ίασις» (Ψαλμ. 37, 4-8).

-  «φοβού δε τον Θεόν και έκκλινε από παντός κακού τότε ίασις έσται τω σώματί σου και επιμέλεια τοις οστέοις σου» (Παρ. Σολ. 3, 7-8) κλπ.

Εμπειρισμός, λοιπόν, ήταν μία φιλοσοφική θεωρία που δέχεται ότι πηγή κάθε γνώσης και κριτήριο της αλήθειας είναι η εμπειρία και τα άμεσα δεδομένα της, ενώ απορρίπτει την ιδέα ότι η γνώση μπορεί να καθοριστεί με αφετηρία την ανάλυση των λογικών κατηγοριών και μόνο. Έτσι, σύμφωνα με τον εμπειρισμό, τίποτα δεν υπάρχει στη νόηση που να μη διέρχεται πρώτα από τις αισθήσεις.

Να θυμηθούμε για λίγο τον Σολομώντα;

- «εάν γαρ έλθη η σοφία εις σην διάνοιαν, η δε αίσθησις τη ση ψυχή καλή είναι δόξη» (Παρ. Σολ. 2, 10).

- «Υιέ , εμή σοφία πρόσεχε, εμοίς δε λόγοις παράβαλλε σον ους, ίνα φυλάξης έννοιαν αγαθήν αίσθησις δε εμών χειλέων εντέλλεταί σοι» (Παρ. Σολ. 5, 1-2).

- «εν στόματι ασεβών παγίς πολίταις, αίσθησις δε δικαίων εύοδος» (Παρ. Σολ. 11, 9).

- «μάρτυς πιστός ου ψεύδεται, εκκαίει δε ψευδή μάρτυς άδικος. Ζητήσεις σοφίαν παρά κακοίς και ουχ ευρήσεις, αίσθησις δε παρά φρονίμοις ευχερής» (Παρ. Σολ. 14, 5-6).


5. ΕΠΙΚΟΥΡΙΣΜΟΣ 

Εάν ανοίξουμε τα διάφορα εγκυκλοπαιδικά λεξικά, όπως για παράδειγμα η «Τομή», θα διαβάσουμε ότι, με τον όρο αυτό, εννοούνται οι θεωρίες των οπαδών και των επιγόνων της σχολής του Επίκουρου. Η σχολή αυτή απέκτησε αίγλη και άσκησε μεγάλη επίδραση. Οι Επικούρειοι έδρασαν παράλληλα με τους Στωικούς. Οι θέσεις τους όμως ήταν αντίπαλες. Οι πρώτοι οπαδοί, οι οποίοι θεωρούνται και συνιδρυτές της σχολής, είναι ο Μητρόδωρος και ο Πολύαινος, ο Έρμαρχος ο Μυτιληναίος, διάδοχος του Επίκουρου στη διεύθυνση της σχολής. Ενθουσιώδης κήρυκας του επικουρισμού στη Ρώμη, υπήρξε ο Λουκρήτιος Κάρος. Το ποίημά του “Περί Φύσεως” είναι από τις κυριότερες πηγές για τη διδασκαλία των Επικούρειων. Η σχολή του Επίκουρου δέχτηκε σφοδρές επιθέσεις από χριστιανούς συγγραφείς, ακόμα και μετά τη διάλυσή της. Ταύτισαν τον Επικουρισμό με τον άκρατο ηδονισμό, και τη σημασία αυτή έχει ο όρος στη διάρκεια του Μεσαίωνα. Τον 17ο αιώνα, όμως, ο Γάλλος φιλόσοφος και θεολόγος Γκασσέντι αντιλήφθηκε διαφορετικά τον Επικουρισμό, και επιζήτησε να συνδυάσει την ατομική θεωρία των Επικούρειων με τη διδασκαλία του χριστιανισμού.

Κοντολογίς, για να έλθουμε στο φιλοσοφικό μέρος, ηδονισμός σημαίνει κάθε ηθική θεωρία που ανάγει την ηδονή σε σκοπό. Συχνά, τον ηδονισμό τον ταυτίζουν με τον ωφελιμισμό και τον ευδαιμονισμό. Υπό τη στενή του ωστόσο έννοια, ο όρος ηδονισμός αναφέρεται στην αντίληψη που εξαίρει τη δίχως όρους αναζήτηση της ηδονής, ενώ αντίθετα ο ωφελιμισμός και ο ευδαιμονισμός είναι συγκροτημένες θεωρίες, σύμφωνα με τις οποίες η εκλογή της ηδονής βρίσκεται στο κέντρο της ηθικής ζωής, και απορρέει από το φιλοσοφικό στοχασμό. Σύμφωνα λοιπόν με τη στενότερη έννοια του όρου, αυθεντικός ηδονισμός ήταν εκείνος του Αριστίππου του Κυρηναίου, σύμφωνα με τον οποίο η επιδίωξη του αγαθού αποβλέπει στη μεγαλύτερη δυνατή ηδονή. Έτσι ταυτίστηκε η ηδονή με το αγαθό, και η πρόσκαιρη, άμεση απόλαυση της στιγμής προτιμήθηκε από κάθε νοητική θεώρηση της ηδονής

ΠΕΡΙ του θέματος των Επικουρείων φιλοσόφων και του Χριστιανισμού ο γράφων έχει συγγράψει ειδικό άρθρο που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «‘Αλφα Ένα» του Σαββάτου, 18 Δεκεμβρίου 2004.

Επειδή, όμως, η αναφορά μας σ’ αυτό το βιβλίο γίνεται σε σχέση με την Παλαιά Διαθήκη, θα λέγαμε ότι για το θέμα του «ακράτου ηδονισμού» μπορεί κανείς να διαβάσει όλα όσα επισημαίνουμε στο θέμα που αφορά στον Βίωνα τον Βορυσθενίτη. Η Βίβλος, λοιπόν, κάνει αναφορά στα ακόλουθα σημεία:

- «η ηδονή αυτού ωσεί γεύμα εγκρίς εξ ελαίου» (Αριθ. 11, 8).

- «κρείσσων ψωμός μεθ’ ηδονής εν ειρήνη» (Παρ. 17, 1)

- «παγείς εν αίματι εκ … ηδονής ύπνω συνελθούσης» (Σοφ. Σολ. 7, 2).

- «άρτον … πάσαν ηδονήν ισχύοντα» (Σοφ. Σολ. 16, 20).

- «παθών δε φύσεις εισίν αι περιεκτικώταται δύο ηδονή τε και πόνος» (Δ΄ Μακκ. 1, 20).

- «περί της ηδονήν και τον πόνον … ακολουθίαι» (Δ΄ Μακκ. 1, 21).

- «προ …της ηδονής εστίν επιθυμία μετά δε την ηδονήν χαρά» (Δ΄ Μακκ. 1, 22).

- «κοινόν πάθος εστιν ηδονής και πόνου» (Δ΄ Μακκ. 1, 24).

- «εν δε τη ηδονή εστι και η κακοήθης διάθεσις» (Δ΄ Μακκ. 1, 25).

- «φυτών όντων ηδονής τε και πόνου» (Δ΄ Μακκ. 1, 28).

- «αποτρεπόμεθα τας εξ αυτών ηδονάς» (Δ΄ Μακκ. 1, 33).

- «ώστε πασών των ηδονών και επιθυμιών κρατείν» (Δ΄ Μακκ. 5, 23).

- «αλλά και των ηδονών κρατείν» (Δ΄ Μακκ. 6, 35).

- «ταις … ηδοναίς των πόνων επικουφίζομαι» (Δ΄ Μακκ. 9, 31).

Περιττόν να πούμε, ότι στην Παλαιά Διαθήκη υπάρχουν πολλές λέξεις με παρεμφερές περιεχόμενο του όρου «ηδονή», ενώ παράγωγα του όρου «ηδύς» («ηδύνειν», «ηδυπάθεια», «ηδυσμός», «ηδύφωνος» κλπ), συναντώνται αρκετές φορές μέσα στα χωρία της Ιεράς Βίβλου.

Μερικά παραδείγματα για την ηδυπάθεια:

- «διανοία περιεκράτησε της ηδυπαθείας» (Δ΄ Μακκ. 2,2)

- «την της ηδυπαθείας οιστρηλασίαν επικρατείν» (Δ΄ Μακκ. 2, 4).


6. ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ
 

Στη θρησκεία και τη φιλοσοφία, πρόκειται για το σύνολο των επεξεργασμένων θεωριών που αναφέρονται στη μοίρα του ανθρώπου και του κόσμου στο τέλος του χρόνου.

Περίφημα εσχατολογικά κείμενα ήσαν αυτά των Σιβυλλικών χρησμών, που ακόμη και σήμερα φιλοξενούνται σε διάφορα χριστιανικά μοναστήρια, όπως για παράδειγμα στην Παναγία του Κάστρου, στην Λέρο. (Ίδε βιβλίο μας: «Οι Προφητείες του Ελληνισμού»).

Δεν χρειάζεται να πούμε ότι η Αποκάλυψις του Ιωάννου αναφέρεται αποκλειστικά στο θέμα της εσχατολογίας και της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου.


7. ΗΛΕΙΑΚΗ ΣΧΟΛΗ

Μία από τις Σωκρατικές Σχολές. Ιδρύθηκε ανάμεσα στον 5ο και 4ο π.Χ. αι. στην Ηλεία από το Φαίδωνα. Αργότερα η Σχολή αυτή μεταφέρθηκε στην Ερέτρια. Βασική διδασκαλία της σχολής ήταν η αντίληψη του Σωκράτη για την ενότητα της αρετής, του αγαθού και του αληθινού και απέκλειε κάθε αρχή πολλαπλότητας, ενώ ορισμένοι λέγουν ότι ένα δίδαγμα που μας αφήνει η Ηλειακή Σχολή είναι πως η φιλοσφία είναι ένα μέσον θεραπείας της ψυχικής νόσου και οδηγός στην γνήσια ελευθερία του ατόμου!..

Δεν χρειάζεται να θυμίσουμε εδώ ότι ο όρος «θεραπεία» και τα παράγωγα αυτής (θεράπαινα, θεραπεύειν, θεράπων κλπ) μνημονεύονται κατ’ επανάληψιν μέσα στην Αγία Γραφή, αφού η όποια θεραπευτική μέθοδος στοχεύει όχι απλώς στην ανακούφισιν των ανθρώπων από τις πάσης φύσεως σωματικές παθήσεις, αλλά και στην ψυχική τους ισορροπία. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι το «θεραπεύειν» πολλές φορές λαμβάνει όχι απλώς
θρησκευτικές, αλλά και φιλοσοφικές διαστάσεις μέσα εις την Βίβλο:

- «θεραπεύουσα νυκτός και ημέρας τον θεόν» (Ιουδ.11, 17).

- «θεραπεύσουσι θύρας δικαίων» (Παρ. 14, 19).

- «θεραπεύουσι πρόσωπα βασιλέων» (Παρ. 19, 6).

- «θεραπεύσουσι πρόσωπα ηγεμόνων» (Παρ. 29, 26).

- «ούτε μάλαγμα εθεράπευσεν αυτούς» (Σοφ. Σολ. 16, 22).

- «θεραπεύων εν ευδοκία δεχθήσεται» (Σοφ. Σειρ. 32, 16) κλπ.

Αλλά και για την αρετή, το αγαθό και το αληθινό, που εδίδαξε η Ηλειακή Σχολή και που είναι βασικές αρχές της βιβλικής διδασκαλίας, πολλά έχουμε να δούμε και να διαβάσουμε μέσα εις την Αγίαν Γραφήν, η οποία κυριολεκτικώς βρίθει από παρόμοιες αναφορές.

Ας δούμε, λοιπόν, τι αναφέρει η Βίβλος μας σε ορισμένα σημεία, αρχίζοντας από την λέξη «αγαθός», που πολλές φορές σημαίνει το καλόν και θεάρεστον και πολλές φορές το αγαθόν πράγμα (τα αγαθά του Θεού):

- «από πάντων των αγαθών του κυρίου» (Γεν. 24, 10).

- «όσοι ουκ οίδασιν αγαθόν ουδέ κακόν» (Αριθ. 14, 23).

- «οι επιστάμενοι το αγαθόν και το κακόν» (Αριθ. 32, 11).

- «αγαθή η γη, ην Κύριος ο Θεός ημών δίδωσιν ημίν» (Δευτ. 1, 25).

- «όστις ουκ οίδε σήμερον αγαθόν ή κακόν» (Δευτ.1, 39) κλπ.

     Για τον όρο «αλήθεια», ή «αληθινός»:

- «την δικαιοσύνην αυτού και την αλήθειαν» (Γεν. 24, 27).

- «εν οδώ αληθείας» (Γεν. 24, 48).

- «και από πάσης αληθείας» (Γεν. 32, 10).

- «ποιήσεις επ’ εμέ ελεημοσύνην και αλήθειαν» (Γεν. 47, 49).

- «την δήλωσιν και την αλήθειαν» (Εξ. 28, 26) κλπ.

Για τον όρο «αρετή» κάνουμε αναφορά στους Κυνικούς φιλοσόφους, όπως για παράδειγμα στον Αντισθένη. Ωστόσο, η Παλαιά Διαθήκη αναφέρεται και σε άλλα σημεία των βιβλίων της για το θέμα αυτό, όπως για παράδειγμα:

- «εκάλυψεν ουρανούς η αρετή αυτού» (Αββακ. 3, 3).

- «και αυτός λήψεται αρετήν» (Ζαχ. 6, 13).

- «ου δώσω … τας αρετάς μου τοις γλυπτοίς» (Ησα. 42, 8).

- «τας αρετάς αυτού εν ταις νήσαις αναγγελούσι» (Ησα. 42, 12).

- «τας αρετάς μου διηγείσθαι» (Ησα. 43, 21).

- «τας αρετάς (κυρίου) εν πάσιν» (Ησα. 63, 7) κλπ.

8. ΙΩΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ

Φιλοσοφική τάση που αναπτύχθηκε στην αρχαία Ιωνία ανάμεσα στον έκτο και τέταρτο αιώνα π.Χ.. Κυριότεροι εκπρόσωποι της Ιωνικής Σχολής ήταν οι εξής Προσωκρατικοί φιλόσοφοι: Θαλής, Αναξιμένης και Αναξίμανδρος. Οι Ίωνες φιλόσοφοι έκαναν αντικείμενο έρευνας και μελέτης τη φυσική πραγματικότητα, και κατέληξαν στη θέση πως όλα τα υλικά στοιχεία διέπονται από μια ακατάλυτη ενότητα. Πίστεψαν πως τα πάντα προήλθαν από ένα πρωταρχικό στοιχείο. Ο Θαλής έβλεπε την αρχή του κόσμου στο νερό, ο Αναξιμένης στον αέρα και ο Αναξίμανδρος στο άπειρο.

Είδαμε, λοιπόν, ότι η Ιωνική Σχολή ήταν μία φιλοσοφική κίνηση που αναπτύχθηκε στις ιωνικές πόλεις της Μικρασίας στους 7ο, 6ο και 5ο αιώνες π.Χ. Σ' αυτήν ανήκουν ο Θαλής, ο Αναξίμανδρος, ο Αναξιμένης και οι νεότεροι Ηράκλειτος, Εμπεδοκλής, Αναξαγόρας, Λεύκιππος, Δημόκριτος κ.ά.

Οι φιλόσοφοι αυτοί, έθεσαν για πρώτη φορά διάφορα κοσμογονικά, οντολογικά και μεταφυσικά προβλήματα, που δεν είχαν αναπτύξει προγενέστεροί των, ενώ όλοι παραδέχονται μία αρχική ουσία από την οποία συνίστανται τα πράγματα και ερευνούν τις αιτίες της γένεσης, της μεταβολής και της φθοράς των πραγμάτων

Στο σημείο ακριβώς αυτό, όπως όλοι διερωτώνται, τι λέει η Αγία Γραφή; Πώς απαντά σε όλους αυτούς, που πιστεύουν στην δημιουργία του παντός εκ της αυθυπάρκτου ουσίας των;

Ο Σολομών, που ως γνωστόν κατείχε την ελληνική σοφία, στο 13ο κεφάλαιο της Σοφίας του, δίδει την δική του απάντηση σ’ όσους πιστεύουν ότι η δημιουργός αιτία των πάντων είναι ο αέρας, η φωτιά, το νερό ή ό,τι δήποτε άλλο εκτός απ’ τον Θεό, λέγοντας επί λέξει τα εξής:

- «Μάταιοι μεν γαρ πάντες άνθρωποι φύσει, οις παρήν Θεού αγνωσία και εκ των ορωμένων αγαθών ουκ ίσχυσαν ειδέναι τα όντα ούτε τοις έργοις προσχόντες επέγνωσαν τον τεχνίτην αλλ΄ ή πυρ ή πνεύμα ή ταχινόν αέρα ή κύκλον άστρων ή βίαιον ύδωρ ή φωστηρας ουρανού πρυτάνεις κόσμου θεούς ενόμισαν. Ων ει μεν τη καλλονή τερπόμενοι ταύτα θεούς υπελάμβανον, γνώτωσαν πόσω τούτων ο δεσπότης εστί βελτίων, ο γαρ του κάλλους γενεσιάρχης έκτισεν αυτά ει δε δύναμιν και ενέργειαν εκπλαγέντες νοησάτωσαν απ’ αυτών πόσω ο κατασκευάσας αυτά δυνατώτερος εστιν εκ γαρ μεγέθους καλλονής κτισμάτων αναλόγως ο γενεσιουργός αυτών θεωρείται. Αλλ’ όμως επί τούτοις έστι μέμψις ολίγη, και γαρ αυτοί τάχα πλανώνται Θεόν ζητούντες και θέλοντες ευρείν εν γαρ τοις έργοις αυτού αναστρεφόμενοι διερευνώσι και πείθονται τη όψει, ότι καλά τα βλεπόμενα. Πάλιν δε ουδ’ αυτοί συγγνωστοί ει γαρ τοσούτον ίσχυσαν ειδέναι, ίνα δύνωνται «Μάταιοι μεν γαρ πάντες άνθρωποι φύσει, οις παρήν Θεού αγνωσία και εκ των ορωμένων αγαθών ουκ ίσχυσαν ειδέναι τα όντα ούτε τοις έργοις προσχόντες επέγνωσαν τον τεχνίτην αλλ΄ ή πυρ ή πνεύμα ή ταχινόν αέρα ή κύκλον άστρων ή βίαιον ύδωρ ή φωστηρας ουρανού πρυτάνεις κόσμου θεούς ενόμισαν. Ων ει μεν τη καλλονή τερπόμενοι ταύτα θεούς υπελάμβανον, γνώτωσαν πόσω τούτων ο δεσπότης εστί βελτίων, ο γαρ του κάλλους γενεσιάρχης έκτισεν αυτά ει δε δύναμιν και ενέργειαν εκπλαγέντες νοησάτωσαν απ’ αυτών πόσω ο κατασκευάσας αυτά δυνατώτερος εστιν εκ γαρ μεγέθους καλλονής κτισμάτων αναλόγως ο γενεσιουργός αυτών θεωρείται. Αλλ’ όμως επί τούτοις έστι μέμψις ολίγη, και γαρ αυτοί τάχα πλανώνται Θεόν ζητούντες και θέλοντες ευρείν εν γαρ τοις έργοις αυτού αναστρεφόμενοι διερευνώσι και πείθονται τη όψει, ότι καλά τα βλεπόμενα. Πάλιν δε ουδ’ αυτοί συγγνωστοί ει γαρ τοσούτον ίσχυσαν ειδέναι, ίνα δύνωνται στοχάσασθαι τον αιώνα, τον τούτων δεσπότην πώς τάχιον ουχ εύρον;» (Σοφ. Σολ. 13, 1-9).

Καλόν είναι να δούμε και την μετάφραση της Βιβλικής Εταιρείας:

«Πράγματι, όλοι όσοι στερούνται πια την γνώση του θεού, είναι από τη φύση τους ανόητοι, γιατί δεν κατόρθωσαν να δια­κρίνουν τον αληθινό Θεό μέσα από τα υλικά αγαθά που βλέπουν γύρω τους1 δεν ανα­γνώρισαν τον τεχνίτη από την παρατήρηση των έργων του.2 θεώρησαν για κυβερνήτες του κόσμου θεούς όπως τη τον άνεμο, τον ανεμοστρόβιλο, τον κύκλο των άστρων, τα ορμητικά νερά και τ' άστρα του ουρανού. 3Αν, λοιπόν, γοητεύονταν από την ομορφιά όλων αυτών των κτισμάτων και τα θεωρούσαν θεούς, ας μάθουν πόσο ωραιό­τερος απ' αυτά είναι ο Κύριος! 0 δημιουρ­γός της ομορφιάς τα φωτιά, έφτιαξε. 4Κι αν έμειναν εμβρόντητοι από τη δύναμη και τη λειτουρ­γία των δημιουργημάτων, ας καταλάβουν πόσο δυνατότερος απ' αυτά είναι εκείνος που τα δημιούργησε-5 γιατί απ' το μέγεθος και την ομορφιά των δημιουργημάτων παίρ­νουμε την ανάλογη ιδέα για το δημιουργό τους.

6 Εν τούτοις γι' αυτούς, που στερούνται τη γνώση του Θεού, η κατηγορία δεν είναι μεγάλη, γιατί πλανώνται καθώς ειλικρινά ζη­τούν να βρουν το Θεό.7 Ασχολούνται με τα έργα του, τα ερευνούν και γοητεύονται από την εμφάνιση τους, αντικρίζοντας την ομορφιά τους.8 Αλλά είναι κι αυτοί ένοχοι κατά κάποιον τρόπο, 9γιατί αν και κατόρθωσαν να μάθουν τόσα, ώστε να μπορούν ν' ανακαλύ­πτουν τα μυστικά του κόσμου, δεν ανακάλυψαν πρωτύτερα τον ίδιο τον κυρίαρχο όλων αυτών.»

9. ΚΥΝΙΚΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ

Ως γνωστόν, οι Κυνικοί φιλόσοφοι ήσαν μέλη μιας φιλοσοφικής ομάδος, που διακρίνονταν για τον τρόπο της ζωής τους και για μερικά δόγματά τους περισσότερο, παρά για ένα συγκεκριμένο σύστημα σκέψης. Το όνομά τους προέρχεται από τη λέξη «σκύλος», και τους ονόμαζαν έτσι για τους αδιάντροπους και επιθετικούς τρόπους τους. Εκείνοι δέχονταν το ατιμωτικό αυτό επίθετο, λέγοντας πως δουλειά τους ήταν να είναι σκύλοι - φύλακες της ηθικής και να τρομοκρατούν τους κακοποιούς.
Να πούμε, ότι η Κυνική σχολή των Αθηνών ιδρύθηκε από τον Αντισθένη (440 π.Χ.), που ήταν μαθητής και φίλος του Σωκράτη. Ο Αντισθένης ενδιαφερόταν κυρίως για την πρακτική πλευρά της ηθικής και θεωρούσε την ηθική ως τη μοναδική βάση της ευτυχίας, που την αποκτούσε κανείς απελευθερωνόμενος από κάθε ανάγκη και επιθυμία. Πρότυπό του είχε τον Ηρακλή, παράδειγμα αντοχής. Εγκατέστησε τη σχολή του στο γυμνάσιο του Κυνοσάργους, γι' αυτό και μερικοί υποστηρίζουν ότι στην τοποθεσία αυτή οφείλουν το όνομά τους.
Ασφαλώς, ο πιο αντιπροσωπευτικός τύπος της σχολής είναι ο Διογένης, που κατά τα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. άρχισε να καταγγέλλει ως κίβδηλες όλες τις υπάρχουσες συνθήκες.
Αντικειμενικός σκοπός του Διογένη ήταν η επιστροφή στη «φυσική» ζωή, που την ταύτιζε με την απλή ζωή. Αυτό θα σήμαινε όχι μόνο εξαφάνιση κάθε πολυτέλειας αλλά και των οργανωμένων επίσης κοινοτήτων, όπου οι νόμοι και τα ήθη έπρεπε να λογίζονται ως «αφύσικα». (Ακόμη και η οικογένεια είναι αφύσικος θεσμός: στη φυσική κατάσταση, άνδρες και γυναίκες θα ήταν ανάμεικτοι και τα παιδιά θα τα φρόντιζαν όλοι μαζί).
Ο ίδιος ο Διογένης ζούσε «σαν αλήτης», κοιμόταν σε δημόσια κτίρια και ζητιάνευε το φαγητό του. Αυτή ήταν μια ζωή που θα ήθελαν να κάνουν ή που έκαναν όλοι οι Κυνικοί.
Σύμφωνα με τους ιστορικούς, σκοπός του Διογένη ήταν να δώσει ένα ακραίο παράδειγμα του πώς θα μπορούσε κανείς να είναι ευτυχής και ανεξάρτητος, αν και εντελώς άπορος. Πρώτος σκοπός των Κυνικών είναι η «αυτάρκεια», να έχεις δηλαδή όλα όσα χρειάζεσαι μέσα σου. Σ' αυτό προστίθεται η «αδιαντροπιά», που σημαίνει αδιαφορία προς τους τύπους. Πράξεις αβλαβείς αυτές καθαυτές μπορούν να εκτελούνται σε όλες τις περιστάσεις. Το να λέει κανείς την αλήθεια δεν ήταν μόνο αποφυγή της συμβατικότητας αλλά και μέρος της πανοπλίας των Κυνικών για το αποστολικό έργο τους να εκθέτουν την ανηθικότητα και την έπαρση και να ξεσηκώνουν τους ανθρώπους στην αλλαγή. Επιπλέον διδάσκουν τον ασκητισμό, την άσκηση, που δίνει ηθική υπεροχή, συνηθίζει στις στερήσεις και αναπτύσσει αντίσταση στις πιέσεις της ηδονής και του πόνου.
Ο Ζήνωνας, ιδρυτής του Στωικισμού, επηρεάστηκε πάρα πολύ από τον μαθητή του Διογένη, τον Κράτη των Θηβών. Αλλά ο Ζήνωνας κατάλαβε την αδυναμία της «ηθικής» των Κυνικών, που, καθώς δεν ήταν παρά περιφρόνηση για τα συνηθισμένα αντικείμενα της επιθυμίας (πλούτος, τιμή, έρωτας, σωματική απόλαυση κλπ.) αποτελούσε ουσιαστικά αρνητική αντίληψη. Με την αναγνώριση των «προτιμώμενων» πραγμάτων, άνοιξε τον δρόμο σε ένα θετικό σύστημα ηθικής.
Ο πιο σημαντικός Κυνικός του 3ου αιώνα π.Χ. ήταν ο Μένιππος, που ανέπτυξε το σπουδαιογελοίο που είχε εισαγάγει ο Κράτης. Ο Μάρκος Αυρήλιος τον αποκαλεί σκώπτη της ανθρωπότητας. Τη φύση των έργων του Μενίππου πρέπει κανείς να τη μαντέψει από τους τίτλους τους και από το γεγονός ότι ο Λουκιανός εμπνεύστηκε από αυτά. Περισσότερη τύχη είχαν τα έργα ενός λιγότερο καλού συγγραφέα, του Κερκιδά του Μεγαλοπολίτου. Έπαιξε ενεργό ρόλο στην πολιτική ζωή κατά το τέλη του 3ου αιώνα π.Χ. και, αντί να κοροϊδεύει μόνο τους πλούσιους και τους κακούς (που τους θεωρούσε ομοίους), τους πρότεινε να μοιράσουν τον πλούτο τους στους ενάρετους φτωχούς, για να κάνουν το καθήκον τους προς τον ουρανό. Αυτή η ενέργεια ήταν κάτι ασυνήθιστο για τους Κυνικούς, αλλά οι επιθέσεις του εναντίον άλλων φιλοσόφων για τη ματαιοδοξία τους, η αποδοκιμασία του προς τη γοητεία της μουσικής και ο τρόπος που εγκωμίαζε τον Διογένη, τον κάνουν αυθεντικό κυνικό.
Άλλοι σημαντικοί Κυνικοί είναι ο Βίων ο Βορυσθενίτης, ο Τέλης και ο Φοίνιξ ο Κολοφώνιος. Δεν είναι γνωστό πόσοι ακολούθησαν τον κυνικό τρόπο ζωής στους ελληνιστικούς χρόνους, αλλά υπήρξαν πολλά τέτοια πρόσωπα στον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό, στις αρχές της αυτοκρατορίας. Άλλοι πάλι δυσφήμησαν το όνομα του Κυνικού.
Ήταν πολύ εύκολο για έναν φτωχό να αποκαλεί τον εαυτό του Κυνικό φιλόσοφο, να ασκεί «αδιάντροπη ειλικρίνεια» εις βάρος των ευπόρων, και να προκαλεί τον θαυμασμό του απλοϊκού προλεταριάτου. Τέτοια στοιχεία υπήρξαν αναμφισβήτητα στην Αλεξάνδρεια, την εποχή του Τραϊανού.
Στην άλλη άκρη βρίσκεται ο Στωικός φιλόσοφος Επίκτητος, που αποκαλούσε ιδανικό Κυνικό εκείνον που απαρνείται κάθε άνεση, κάθε οικογενειακή ζωή, γιατί είναι «στρατιώτης του θεού». Ο Στωικισμός και ο Κυνισμός συσχετίζονταν πολλές φορές, γιατί πολλοί Στωικοί τόνιζαν την ανάγκη της υπομονής, της αποχής και της εσωτερικής ανεξαρτησίας, σε αντίθεση προς τις πιο θετικές απόψεις της διδασκαλίας του Ζήνωνα, που είχε ξεχωρίσει τον εαυτό του από τον δάσκαλό του τον Κράτη.
Αλλά μια μελέτη των πιο γνωστών Κυνικών του 2ου αιώνα π.Χ. μας δείχνει ότι δεν είχαν κανένα κοινό φιλοσοφικό σύστημα. Στις αρχές της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, χαρακτηριστικό των Κυνικών ήταν ότι έκαναν δημόσια επίθεση εναντίον του αυτοκράτορα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είχαν κοινό πολιτικό πρόγραμμα. Οι ιδιωτικές ζωές και δημόσιες πράξεις μερικών αυτοκρατόρων έδιναν άφθονο υλικό για καταγγελίες και ακόμη και οι «καλοί» αυτοκράτορες ήταν αποδοκιμαστέοι, γιατί ενίσχυαν τις υλικές επιθυμίες των υπηκόων τους. Κυνικοί υπήρχαν έως το τέλος του αρχαίου κόσμου ( Στοιχεία αλιευμένα από την εγκυκλοπαίδεια «Δομή»).

Περιττόν να πούμε ότι για τους Κυνικούς φιλοσόφους το φιλοσοφικό αυτό ρεύμα επικρατεί ακόμη και στις μέρες μας. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι το Καλοκαίρι του 2005 στο θέατρο Λυκαβητού ανέβηκε η θεατρική παράστασις του γνωστού Έλληνος ηθοποιού και θιασάρχου Νίκου Καλογερόπουλου : «Οι Κυνικοί ξανάρχονται», το οποίο έργο είχε τεθεί στη διάθεση του αναγνωστικού κοινού από τις Εκδόσεις ΓΡΑΦΙΣ τον Μάϊο του 2003.

Αξίζει να διαβάσουμε κάτι από την εισαγωγή του βιβλίου αυτού, που το προλογίζει ο γνωστός Έλλην στοχαστής Βλάσης Γ. Ρασιάς:

«Στην, ηθελημένη ή όχι, παραποίηση ή έκπτωση πολλών λέξεων του Αρχαίου Ελληνικού κόσμου, η σύγχρονη ανθρωπότητα οπωσδήποτε χάνει πολλά. Α­νάμεσα σε αυτές τις πάμπολλες λέξεις (αφέλεια, α­πάθεια, φιλία, θεός, δημοκρατία και δεκάδες άλλες), στέκει και η λέξη «Κυνικός», η οποία, προς ατυχία εκατομμυρίων ανθρώπων που οι Μούσες και η Φιλοσο­φία δεν τους τίμησαν με τα δώρα τους, έχει προσλάβει αρνητικό νόημα σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες, ενώ τα σύγχρονα ημέτερα λεξικά ορίζουν μυωπικώς τον «Κυνικό» ως τίποτε περισσότερο από ένα πρόσωπο το οποίο... «εκ συστήματος διαπιστώνει λάθη και δυσπι­στεί σε ό,τι αφορά τη σοβαρότητα ή αγαθότητα των ανθρώπινων προθέσεων και πράξεων και αντιδρά πά­ντοτε με ειρωνεία και σαρκασμό»

Στο παλαιό, καλό, σαν το κρασί που λέμε, «Λεξικό Σούδα», θα διαβάσουμε ωστόσο εντελώς άλλα πράγ­ματα, ότι δηλαδή ο «Κυνισμός» είναι «ΑΙΡΕΣΙΣ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ. Ο ΔΕ ΟΡΙΣΜΟΣ ΑΥΤΟΥ ΣΥΝΤΟΜΟΣ ΕΠ' ΑΡΕΤΗ ΟΔΟΣ. ΤΕΛΟΣ ΔΕ ΤΟΥ ΚΥΝΙΣΜΟΥ ΤΟ ΚΑΤ' ΑΡΕΤΗ ΖΗΝ.. ΗΡΕΣΚΕ Δ' ΑΥΤΟΙΣ ΛΙΤΩΣ ΒΙΟΥΝ, ΑΥΤΑΡΚΕΣΙ ΧΡΩΜΕΝΟΙΣ ΣΙΤΙΟΙΣ, ΠΛΟΥΤΟΥ ΚΑΙ ΔΟΞΗΣ ΚΑΙ ΕΥΓΕΝΕΙΑΣ ΚΑΤΑΦΡΟΝΕΙΝ..».

Οι «Κυνικοί» επομένως ήταν Φιλο­σοφική Σχολή, και μάλιστα μία από τις μακροβιότε­ρες. Η Σχολή τους ιδρύθηκε από τον Αντισθένη (445- 360 ή 444 - 368), υιό ενός Αθηναίου και μίας δού­λης από τη Θράκη, διακριθέντα πολεμιστή στη μάχη της Τανάγρας και μετέπειτα μαθητή του σοφιστή Γορ­γία στη Ρητορική, και εν συνεχεία, στη Φιλοσοφία, του Σωκράτη, στο θάνατο του οποίου υπήρξε παρών. Η Σχολή ιδρύθηκε στο Κυνόσαργες των Αθηνών, το μό­νο γυμνάσιο της πόλης που δεχόταν μη Αθηναίους πολίτες και ταυτοχρόνως αποτελούσε Ιερό Άλσος του Ηρακλέους (από το οποίο Άλσος και μετονομάσθη-7αν άλλωστε τα μέλη σε «Κυνικούς» από «Αντισθενικοί» που λέγονταν αρχικώς).

Οι «Κυνικοί» ήσαν πνευματικοί απόγονοι του Σωκράτη, ανήκοντας στις Σχολές που απεκλήθησαν «Ελάσσονες Σωκρατικοί», αν και ως προς τη μέθοδο της διδασκαλίας τους έλαβαν αρκετά στοιχεία από τους «Σοφιστές».

Για τον Αντισθένη και τους μαθη­τές του, η Φιλοσοφία είναι καθαρά κοσμική σοφία (χα­ρακτηριστική είναι μάλιστα η ρήση του πρώτου, ότι «τότε οι πόλεις χάνονται, όταν δεν μπορούν να ξεχωρί­σουν τους κακούς από τους καλούς»), ενώ η Αρετή, αν και εξακολουθεί να παραμένει σκοπός του βίου, είναι κάτι το απολύτως π