Η Χαμένη Γνώση των Ελλήνων!..

Κωδικός Πόρου: 00285-114791-380
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 22/05/11 16:16
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Τί Εστιν Αλήθεια;, 00285-114791-380




Περιγραφή:

Η Χαμένη Γνώση των Ελλήνων!..

Η αλήθεια για την ενταφιασμένη γνώση των αρχαίων Ελλήνων που διαβάζουμε σε ξένα πανεπιστημιακά συγγράμματα και μάλιστα από ανθρώπους που έχουν εντρυφήσει πάνω στην αρχαία ελληνική σοφία!..

Μία δίστηλη σελίδα από κώδικα της μονής Βαρλαάμ των Μετεώρων. Στην αριστερή σελίδα το τέλος του προηγούμενου κεφαλαίου και η χρονολογική σημείωση «έτους ζ ι θ’», δηλαδή 7019. Ως γνωστόν, οι Βυζαντινοί χρονολογούσαν συχνά «από κτίσεως κόσμου», γεγονός που συνέβη, κατά τους υπολογισμούς τους, το 5508 π.Χ. Έτσι το έτος 7019 αντιστοιχεί με το 1511 μ.Χ. (Εικόνα «Δομής»)

Ο ΓΝΩΣΤΟΣ Έλληνας Εκδότης και προσωπικός φίλος του γράφοντος, ο Δημήτριος Ν. Παπαδήμας, είχε την ευγενή καλοσύνη να μου αποστείλει το περισπούδαστο και λίαν συνοπτικό έργο: «Επίτομη Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας (2000-31 π.Χ.)», σε μετάφραση της Λύντιας Στεφάνου, που έγραψαν οι ξένοι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι και ελληνιστές Claude Mosse (1) και Annie Schnapp-Gourbeillon (2), με σκοπό να προβάλει ορισμένες θέσεις του έργου αυτού. Ήρθε, λοιπόν, η ώρα να προβληθεί το πράγματι περισπούδαστο αυτό πόνημα..
Μπορεί κανείς να συμφωνεί ή να διαφωνεί με τους καθηγητές που αναφέραμε. Το δικαίωμα αυτό και δημοκρατικό είναι και αναφαίρετο για όλους τους ανθρώπους. Και τούτο διότι υπάρχουν θέσεις που είναι αποδεκτές, αλλά και θέσεις που απλώς τις σεβόμαστε αλλά δεν τις υιοθετούμε. Λένε για παράδειγμα:
«Κατά την παραδοσιακή αντίληψη, η ιστορία της αρχαί­ας Ελλάδας αρχίζει με την άφιξη ελληνόφωνων πληθυ­σμών στη Βαλκανική χερσόνησο και κλείνει με την υποταγή των ελληνιστικών μοναρχιών στη Ρώμη. Το βιβλίο υπογραμμίζει τα προβλήματα που θέτουν οι ου­σιώδεις φάσεις της ιστορίας αυτής. Εξετάζονται πρώτα οι συζητήσεις που γίνονται σήμερα σχετικά με την πρωτοϊστορία των Ελλήνων, πριν από την εμφάνιση της πόλης που είναι το παλλόμενο κέ­ντρο της ιστορίας τους. Η θέσπιση πολιτικών συστημά­των μέσα σ' έναν ελληνικό κόσμο που εξαπλώνεται σ' ολόκληρη τη λεκάνη της Μεσογείου, η σύγκρουση με την περσική αυτοκρατορία που οδηγεί στην ηγεμονία της Αθήνας, και η φύση της ηγεμονίας αυτής σε συνάρ­τηση με την πρωτόφαντη εμπειρία που είναι η εφεύρεση της δημοκρατίας, ο μακροχρόνιος Πελοποννησιακός πόλεμος που καταστρέφει την προηγούμενη ισορροπία του 5ου αιώνα και η δύσκολη αναδιοργάνωση του ελ­ληνικού κόσμου στον 4ο αιώνα πριν από την αναμέτρη­ση με τον Φίλιππο Β' της Μακεδονίας αποτελούν τα κύρια θέματα της μελέτης. Μια επισκόπηση των πηγών, η ανάλυση του πολιτισμού της κλασικής πόλης στις ποικίλες εκφάνσεις του, οι εξελικτικές διαδικασίες που διαδραματίζονται στον ελληνικό κόσμο ύστερα από την περιπέτεια του Μεγάλου Αλεξάνδρου και οι μορ­φές που παίρνει ο ελληνικός πολιτισμός στα ελληνιστι­κά βασίλεια, όταν η εποχή των βασιλέων διαδέχεται την εποχή της πόλης, ολοκληρώνουν αυτή την επιτομή.» (3).
Διαβάζοντας κανείς το παραπάνω κείμενο ένα είναι βέβαιο: Ή θα συμφωνήσει ή θα διαφωνήσει μαζί τους.
Εμάς, όμως, του Έλληνες μας συγκινεί κάθε αναφορά που γίνεται στους προγόνους μας και μάλιστα όταν οι άνθρωποι αυτοί ασχολούνται με την χαμένη γνώση των αρχαίων Ελλήνων. Αυτός και ο λόγος που ο γράφων θα «δανειστεί» για λίγο τις σκέψεις των ως άνω πανεπιστημιακών, ώστε να δώσει την δυνατότητα σε όλους τους καλοπροαίρετους αναγνώστες να πληροφορηθούν ορισμένες αλήθειες άγνωστες στους Έλληνες όπως ήταν μέχρι τώρα άγνωστη και η αρχαία ελληνική γνώση.
Τι λένε, λοιπόν, για τις γραπτές πηγές, τους δρόμους της μετάδοσης της αρχαίας γνώσης και την ενταφιασμένη γραφή;
Ας παρακολουθήσουμε τις σκέψεις τους:

ΟΙ ΓΡΑΠΤΕΣ ΠΗΓΕΣ

Tα δεδομένα σ' αυτόν τον τομέα είναι a priori πιο σταθερά. Η φιλολογική κληρονομιά της αρχαίας Ελλάδας καταγράφτηκε στην Αναγέννηση, χάρη στην άνθηση της τυπογραφίας, που ήρθε μετά το τιτάνιο έργο των αντιγραφέων που δούλεψαν στα εργαστήρια τους σχεδόν χωρίς διακοπή, από την εποχή της Αρχαιότητας. Όμως και αυτή η ενιαία κατηγορία των "γραπτών πηγών", που υιοθετή­θηκε για πρακτικούς λόγους, αναφέρεται σε πολλών ειδών πραγ­ματικότητες. Περιλαμβάνει, όχι μονάχα τα μεγάλα κείμενα που μεταδόθηκαν από τη μεσαιωνική παράδοση, δυτική, βυζαντινή ή αραβική, αλλά και τα δεδομένα που έφεραν στο φως οι ανασκαφές, όπως είναι οι επιγραφές (χαραγμένες στην πέτρα, στο χαλκό ή στα κεραμικά, είτε ζωγραφισμένες στα αγγεία, κάποτε και στο ξύλο) ή, ακόμα, οι πάπυροι που ο αριθμός τους αυξήθηκε ανάλογα με το ρυθμό των ερευνών στην Αίγυπτο, όπου η ιδιαίτερη ξηρότητα του κλίματος επέτρεψε τη διάσωση τους. Είναι λοιπόν χρήσιμο, πριν ασχοληθούμε με τους μεγάλους συγγραφείς που θεμελίωσαν την επιστήμη της ιστορίας, να κάνουμε μια παράκαμψη στους μύριους δρόμους που ακολούθησαν τα κείμενα ώσπου να φτάσουν ως εμάς. Ένα μεγάλο μέρος από τη φιλολογική παραγωγή της Αρχαιότητας έχει χαθεί για πάντα και, προσπαθώντας να κατανοήσουμε πώς συνέβη αυτή η εξαφάνιση, μετράμε ταυτόχρονα τόσο την απόστα­ση που μας χωρίζει από τις πηγές μας όσο και τις εγγενείς δυσκο­λίες της ερμηνείας τους.
1. Οι σκολιοί δρόμοι της μετάδοσης της γνώσης
Όμηρος, Ηρόδοτος, Θουκυδίδης, Πλάτων, Ευριπίδης... Αρκεί να απευθυνθούμε σ' ένα καλό βιβλιοπωλείο. Εκδόσεις άψογες ή με ελάχιστα ορθογραφικά λάθη, εμπεριστατωμένος σχολιασμός, μετα­φράσεις σε πλήθος γλώσσες, η πρόσβαση στην Αρχαιότητα άμεση. Όμως, πολύ συχνά, το παν εξαρτήθηκε από ένα θαύμα. Πόσοι άρα­γε ξέρουν ότι υπάρχουν πολλοί συγγραφείς που επιβίωσαν χάρη σ' ένα και μοναδικό χειρόγραφο που ξεπήδησε μέσα από πολέμους και δεινά κάθε λογής, σ' όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα (ένα και μόνο χειρόγραφο, π.χ., με εννέα τραγωδίες του Ευριπίδη); Από άλλα πάλι έργα υπάρχουν μόνο μεταφράσεις σε γλώσσες κατά κά­ποιον τρόπο απόμακρες, όπως η αρμενική, η συριακή' ή η αραβι­κή. Ορισμένες φορές, ένα παράθεμα, μια περίληψη από κάποιο με­ταγενέστερο συγγραφέα είναι το μόνο ίχνος που απομένει από ένα ολόκληρο έργο. Το θέμα είναι λοιπόν να δούμε κατά πόσο η εξα­φάνιση του ενός ή του άλλου συγγραφέα ήταν το αποτέλεσμα κά­ποιων ενσυνείδητων επιλογών, χωρίς ασφαλώς να υποτιμήσουμε τον αποφασιστικό οπωσδήποτε παράγοντα της τύχης.
Ορισμένες προεισαγωγικές παρατηρήσεις είναι απαραίτητες για να τοποθετηθεί σωστά το πρόβλημα: στον αρχαίο κόσμο χρησιμο­ποιούσαν κατά κύριο λόγο τον πάπυρο, υλικό σχετικά φτηνό, αλλά άβολο στη χρήση και δυσκολοσυντήρητο. Το "βιβλίο" εμφανιζόταν με τη μορφή ενός κυλίνδρου συνεχούς γραφής που ξετυλιγόταν για να διαβαστεί και ξανατυλιγόταν όταν τελείωνε η ανάγνωση. Ένας κύλινδρος μέσου μεγέθους είχε μήκος έξι ή επτά μέτρα και περιείχε μια ποσότητα γραπτών συμβόλων που δεν υπερέβαινε τις εξήντα σημερινές τυπωμένες σελίδες (για παράδειγμα το Συμπόσιο του Πλάτωνα: 7 περίπου μέτρα). Αυτός που θα ήθελε να αποκτή­σει βιβλία έπρεπε λοιπόν να τα αντιγράψει (ή να του τα αντιγράψει ένας προσωπικός δούλος), ή να τα αγοράσει από κάποιον έμπορο, επάγγελμα που υπάρχει τουλάχιστον από τον 5ο π.Χ. αιώνα. Κατά συνέπεια, το βιβλίο δεν ήταν είδος άμεσα προσιτό για τον άνθρω­πο του λαού. Γι' αυτόν η προφορική παράδοση παρέμενε η κύρια πηγή της λογοτεχνίας, ακόμα και όταν ήξερε, όπως συνήθως συνέ­βαινε μέσα στις πόλεις, να γράφει το όνομα του και να αποκρυ­πτογραφεί τις επιγραφές με τα χαραγμένα σε μεγάλο μέγεθος και με ζωηρό χρώμα γράμματα. Πάντως οι βιβλιοθήκες αρχίζουν να καταρτίζονται σχετικά νωρίς. Πρώτα στους ναούς όπου φυλάγο­νται όλα τα γραπτά που θεωρούνται σημαντικά για την κοινότητα (επιγραφές και πάπυροι), και αργότερα στα αρχειοφυλακεία που φτιάχνουν οι πόλεις (τέλος του 5ου αιώνα, για την Αθήνα). Βι­βλιοθήκες καταρτίζονται επίσης από εύπορους και μορφωμένους ιδιώτες. Οι πιο ονομαστές βιβλιοθήκες της ελληνιστικής περιόδου, η Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας και μετά της Περγάμου, περιέ­χουν δεκάδες χιλιάδες τόμους, και από τους περισσότερους δεν υπάρχει παρά ένα μόνο αντίγραφο, οπότε η επιβίωση γίνεται επι­σφαλής: η πυρκαγιά της Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας, ή μάλλον οι πυρκαγιές, γιατί έγιναν τρεις (η πρώτη το 47 π.Χ., η δεύτερη στο τέλος του 4ου αιώνα μ.Χ., και η τρίτη ύστερα από την αραβι­κή κατάκτηση), σήμαναν την εξαφάνιση ενός μεγάλου πλήθους γρα­πτών. Tα χειρόγραφα είναι σπάνια και ευπαθή και τούτο αποτελεί μια πρώτη αιτία εξαφάνισης. Υπάρχει όμως και άλλη μία: το γρα­πτό δεν αναπαράγεται εύκολα, είναι δύσχρηστο, και δεν μπορεί να διαιωνιστεί παρά μόνο αν υπάρχουν αρκετοί αναγνώστες, δηλαδή ενδεχόμενοι αντιγραφείς. Ένα έργο που δεν αρέσει παραμερίζεται και καταδικάζεται γρήγορα στον αφανισμό, εκτός αν σωθεί από κάποιο θαύμα. Μ' αυτόν τον τρόπο, το μεγαλύτερο μέρος από το φιλολογικό έργο του Αρίσταρχου, που υπήρξε αναμφίβολα ο πιο μεγαλοφυής εκπρόσωπος της Σχολής της Αλεξάνδρειας στον 3ο π.Χ. αιώνα, εξαφανίστηκε μέσα σε λιγότερο από πενήντα χρόνια: ένα έργο πολυδαίδαλο, πολύ σοφό για τις επόμενες γενεές που το απέρριψαν, ενώ, χωρίς υπερβολή, εμείς το κλαίμε ακόμα.
Κάθε επερχόμενη γενεά κάνει, λοιπόν, τις επιλογές της, και οι a priori απαιτήσεις της επιλογής προστίθενται στις επεμβάσεις της τύχης. Ο U. von Wilamowitz είχε τη γνώμη ότι στους ρωμαϊ­κούς χρόνους έγινε μια επιλογή από έργα των μεγάλων κλασικών, με στόχο την ένταξη τους στα σχολικά προγράμματα: π.χ., επιλέχθηκαν επτά μόνο έργα των αττικών Τραγικών του 5ου αιώνα, Αισχύλου, Σοφοκλή και Ευριπίδη. Ακόμα και αν η διαδικασία της διαγραφής ήταν λιγότερο συστηματική απ' όσο την θέλει η άποψη αυτή, οι Τραγικοί είχαν δημιουργήσει περίπου ενενήντα έργα ο καθένας, και ο Ευριπίδης είναι ο πιο τυχερός καθώς έφτασαν ως εμάς δεκαοκτώ έργα του, και αποσπάσματα από ένα ακόμη, τη στιγμή που από τους παπύρους αποκτήσαμε ένα επιπλέον μόνο έργο του Σοφοκλή και αυτό όχι ολόκληρο. Όμως σε πολλές περιπτώσεις οι αιτίες της εξαφάνισης παραμένουν σκοτεινές: έλλειψη ενδιαφέρο­ντος, κακοτυχία, ή συνδυασμός και των δυο. Ποιος άραγε θα μπο­ρούσε να μας πει γιατί διασώθηκε η Γεωγραφία του Στράβωνα και όχι οι Ιστορίες του; Το μόνο βέβαιο είναι ότι πολλά συγγράμματα χάθηκαν, κιόλας στον αιώνα που ακολούθησε την εποχή της συγ­γραφής τους. Το δυστύχημα είναι ότι δεν έχουμε τις ίδιες προτι­μήσεις με τους προγόνους μας και ότι σε πολλές περιπτώσεις θα είχαμε διαλέξει διαφορετικά τους τίτλους που θα άντεχαν στο χρό­νο. Επιπλέον, χο τέλος της Αρχαιότητας δεν είναι παρά μονάχα η αρχή της εποποιίας των αρχαίων γραπτών: τι έπαθαν όμως στη συνέχεια οι διασωθέντες ήρωες μας;
Μια νέα εφεύρεση στον τομέα της τεχνικής θα έρθει να αναστα­τώσει χα πράγματα: το βιβλίο, σαν βιβλίο πια, θα κάνει την εμφά­νιση του. Είναι ο λεγόμενος "κώδικας". Η εφεύρεση έγινε στην αρχή κιόλας της χιλιετίας στην Πέργαμο (από εκεί άλλωστε και η ονομασία "περγαμηνή"). Πρόκειται για μια επαναστατική μέθοδο της βυρσοδεψίας χάρη στην οποία χα δέρματα των προβάτων μετατρέπονται σε γραφικό υλικό. Η αλήθεια είναι όχι χρήση των πρό­βιων δερμάτων γινόταν και σε προγενέστερες εποχές, δεδομένου όχι ο Ηρόδοτος αναφέρει τη μέθοδο ήδη στον 5ο π.Χ. αιώνα, αλλά η ποιότητα και η υφή του υλικού υστερούσαν σημαντικά. Στην αρχή η νέα τεχνική προχωρεί με συγκρατημένο βήμα απέναντι στην ηγεμονία του παπύρου· όμως μεταξύ του 3 ου και του 4ου αιώνα μ.Χ. υιοθετείται από την πλειονότητα του αρχαίου κόσμου. Tα πλεονεκτήματα είναι αναμφισβήτητα: μέγεθος πρακτικό και μεγαλύτερη αντοχή στο χρόνο. Το μόνο μειονέκτημα είναι το κό­στος. Το πέρασμα από το ένα στο άλλο σύστημα επιφέρει πρώτα σημαντικές απώλειες. Tα έργα που θεωρήθηκαν δευτερεύοντα ή χωρίς ενδιαφέρον έμειναν στην άκρη. Κατά τρόπο παράδοξο, όπως δείχνει η συνέχεια, η ανθεκτικότητα ακριβώς του νέου υλικού θα γίνει η αιτία της εξαφάνισης πολυάριθμων κειμένων: προκειμένου να εξοικονομήσουν διαθέσιμες επιφάνειες, δεν θα διστάσουν να ξύσουν το κείμενο που υπήρχε πριν, για να αντιγράψουν αποσπά­σματα από τις ιερές γραφές στη θέση των ειδωλολατρικών έργων. Πρόκειται για τα γνωστά ως "παλίμψηστα". Από τις αρχές του 19ου αιώνα, χάρη στις προηγμένες μεθόδους της έρευνας, αποκαλύπτε­ται καμιά φορά το αρχικό κείμενο ενός παλίμψηστου.
Ο χριστιανισμός που θριαμβεύει και εγκαθίσταται ως θρησκεία του κράτους φέρνει μια ριζική μεταλλαγή στην αντιμετώπιση της φιλολογικής κληρονομιάς της Αρχαιότητας. Μια υποψία συνοδεύει στο εξής τα κείμενα αυτά που ο παγανισμός τους θίγει τις συνει­δήσεις. Ορισμένοι διανοούμενοι, όπως ο άγιος Αυγουστίνος ή ο άγιος Ιερώνυμος, αισθάνονται διχασμένοι ανάμεσα στην αγάπη των κλασικών και τη νέα τους πίστη. Εφαρμόζεται ένα είδος λογοκρι­σίας, πολύ πιο ήπιας απ' όσο θα φανταζόμασταν —γιατί τα χειρό­τερα χτυπήματα των χριστιανών προορίζονταν για τους δικούς χους αντιφρονούντες, τους αιρετικούς, που αφθονούσαν σ' εκείνα τα ταραγμένα χρόνια— αλλά και πολύ πιο επίβουλης. Συχνά, ο συγ­χρωτισμός με τους αρχαίους συγγραφείς θεωρείται επιλήψιμος και σταματούν οι αντιγραφές χους, ιδιαίτερα στη Δύση όπου δύο αιώ­νες σκοταδισμού (από το 550 έως το 750) αρκούν για να μειωθεί αισθητά το διαθέσιμο σύνολο. Κανένα νέο χειρόγραφο δεν εντοπί­ζεται πουθενά, στα χρόνια εκείνα, που αγράμματοι βάρβαροι βρί­σκονται στην εξουσία. Στην Ανατολή η κατάσταση είναι κάπως πιο άνετη. Οι βυζαντινοί αντιγραφείς εξακολουθούν, λίγο πολύ, να δουλεύουν, όμως το πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης κλεί­νει στις αρχές του 7 ου αιώνα και η εικονοκλαστική κρίση που συνταράζει την αυτοκρατορία έχει βαρύτατες συνέπειες στην έλξη που ασκούσαν τα αρχαία κείμενα. Και στις δύο περιοχές, θα πρέ­πει να περιμένουμε ίσαμε το τέλος του 8ου αιώνα για να δούμε να γεννιέται ξανά η επιθυμία μιας γνωριμίας με το παγανιστικό πα­ρελθόν και να εμφανιστούν καινούριοι διανοούμενοι (ανάμεσα στους πρώτους, ο Φώτιος στην Ανατολή και ο Αλκουίνος, στη συνέχεια Λου ντε Φεριέρ, στη Δύση) που θα αναλάβουν το έργο της έκδο­σης και της κριτικής. Τότε γίνεται και η επινόηση ενός νέου τρό­που γραφής που επιτρέπει να χωρούν πολύ περισσότερες λέξεις στην περγαμηνή και να "εκδίδονται" έτσι πολύ περισσότερα κείμε­να: πρόκειται για τη μικρογράμματη που έρχεται να αντικαταστήσει την κληρονομημένη από τους Ρωμαίους, βαριά και άβολη, κεφαλαιογράμματη. Η καινοτομία δεν είναι καθόλου ευκαταφρό­νητη και το έργο της αντιγραφής θα γνωρίσει μια πραγματική άνθηση.
Στον 10ο αιώνα, στην Κωνσταντινούπολη, κάνει την εμφάνι­ση του ένα συλλογικό έργο με εξαιρετική σημασία για τη γνώση της ελληνικής Αρχαιότητας. Είναι ένα απάνθισμα έργων και προσώπων, συνταγμένο με την καινοτομία της αλφαβητικής σει­ράς που αποτελεί πραγματικά την πρώτη εγκυκλοπαίδεια: πρό­κειται για τη Σούδα. Παρ' όλες τις ευάριθμες ανακρίβειες και τα λάθη της, η Σούδα περικλείει πληροφορίες ανεκτίμητες, επειδή οι συγγραφείς της είχαν πρόσβαση σε ένα πλήθος πηγές που αργότερα εξαφανίστηκαν (ιδιαίτερα ωφελημένος βγαίνει ο Αρι­στοφάνης). Στη συνέχεια, προχωρεί με αργό ρυθμό η παραγωγή ποικίλων αντιγράφων, όμως το ενδιαφέρον γύρω από τα αρχαία κείμενα είναι αρκετά περιορισμένο: το ελληνιστικό μυθιστόρημα προτιμάται εις βάρος της ποίησης, ευνοούνται επίσης τα μαθημα­τικά και τα τεχνικά συγγράμματα, ενώ για τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη έχουμε καμιά φορά την εντύπωση ότι εκτιμούνται περισσότερο στον αραβικό κόσμο παρά στη βυζαντινή αυτοκρατο­ρία κι οι μεταφράσεις βρίσκονται σε μεγάλη άνθηση. Οι Βυζαντι­νοί μαθαίνουν επίσης από τους Άραβες την τεχνική του χαρ­τιού, που κι εκείνοι την είχαν διδαχθεί από τους Κινέζους. Έτσι, από τον 11ο αιώνα, παράγονται αθρόα, νέα βιβλία, με μικρότερο κόστος. Στα μεγάλα μοναστήρια της Ανατολής, καθώς και στην πρωτεύουσα, την Κωνσταντινούπολη, καταρτίζονται αρκετές εντυπωσιακές συλλογές αρχαίων χειρογράφων. Στη Δύση, η χρήση της ελληνικής, που δεν ήταν ποτέ πολύ διαδεδομένη, έσβησε ολοκληρωτικά.
Στη διάρκεια αυτής της περιόδου, ορισμένοι συγγραφείς εκπρο­σωπούνται, λίγο πολύ, ικανοποιητικά, όπως π.χ. ο Όμηρος που έχει πάντα μια κορυφαία θέση στην εκπαίδευση. Ανάμεσα στον 10ο και τον 15ο αιώνα ένας σεβαστός αριθμός από χειρόγραφα, περισ­σότερο ή λιγότερο άρτια, που ανήκουν σε είκοσι "οικογένειες" (προερχόμενα δηλαδή από πρωτότυπα που φθάνουν έως τα αλε­ξανδρινά χειρόγραφα του 3ου π.Χ. αιώνα), βρίσκονται παντού, στα διάφορα κέντρα της γνώσης. Όμως, οι λυρικοί ποιητές, ορισμένοι ιστορικοί ή λογογράφοι, αποσπάσματα του Αριστοτέλη, δεν υπάρχουν παρά σε ένα ή δύο αντίγραφα από χα οποία αρκετά θα χαθούν στη συνέχεια.
Ωστόσο στον 11ο αιώνα παρατηρείται μια πραγματική αναγέν­νηση με την εμφάνιση σπουδαίων διανοητών που σκύβουν με ζήλο στα αρχαία κείμενα, όπως ο Μιχαήλ Ψελλός, για τον οποίο λέγε­ται ότι αποστήθιζε στα παιδικά του χρόνια την Ιλιάδα. Ο Ψελλός ήταν ο επικεφαλής της αυτοκρατορικής αναδιαρθρωμένης Σχολής της φιλοσοφίας και η διδασκαλία του συνέβαλε σημαντικά στη διά­δοση του ενδιαφέροντος για τα κλασικά κείμενα. Ήταν με το δικό του, ασυνήθιστο κάπως τρόπο, θερμός οπαδός του Πλάτωνα και τον προτιμούσε από τον Αριστοτέλη. Ύστερα από τον Ψελλό, η Άννα Κομνηνή, που αυτή όμως δούλεψε πάνω στον Αριστοτέλη, και στη συνέχεια ο Ευστάθιος, αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης (με­λετητής του Ομήρου, του Πινδάρου, του Σοφοκλή), ήταν τα πρό­σωπα που σφράγισαν τον επόμενο αιώνα. Όμως η καταστροφή παραμονεύει. Το 1204, οι άξεστοι στρατιώτες της Τέταρτης Σταυροφορίας καταλαμβάνουν την Κωνσταντινούπολη, την λεηλατούν και την παραδίνουν στις φλόγες, προτού εγκαθιδρύσουν ένα εφή­μερο λατινικό βασίλειο. Έτσι καταστρέφεται μια τεράστια βιβλιο­θήκη που περιείχε ένα μεγάλο αριθμό από αρχαιότατα μοναδικά αντίγραφα. Πόσα άλλα κάηκαν ακόμη; Χωρίς να υπολογίσουμε καν τη ζημιά που έκαναν οι ποντικοί και η υγρασία...
Φτάνοντας, τώρα, στον επόμενο σταθμό, ο χώρος που διαθέτου­με δεν αρκεί για να περιγραφεί η εντυπωσιακή έκρηξη των "αν­θρωπιστικών επιστημών" που κορυφώνεται στο δεύτερο ήμισυ του 15ου αιώνα με την κυκλοφορία των, τυπωμένων πια, βιβλίων. Οι ειδικευμένοι μελετητές ολοένα πληθαίνουν και συστηματοποιού­νται. Tα σχόλια τους στα αρχαία κείμενα είναι σοβαρά και πληρο­φορημένα: παράδειγμα ο Πλανούδης που γνώριζε λατινικά, πράγ­μα σπάνιο για έναν καλόγερο από την Κωνσταντινούπολη, στο τέλος του 13ου αιώνα. Tα τέλη του Μεσαίωνα είναι κιόλας μια εποχή αυθεντικής αναγέννησης, γιατί οι μελετητές βρίσκουν πια στους κλασικούς την πηγή μιας ανανεωμένης επιστήμης. Η Δύση παρα­λαμβάνει έτσι τη σκυτάλη από την Ανατολή, και στην Ιταλία, που είναι ένας τόπος με πολιτισμό ανοικτό από τα παλιά στην επαφή του βυζαντινού κόσμου, το κυνήγι των χειρογράφων γίνεται ένα είδος σπορ για τους μορφωμένους, ενώ ταυτόχρονα αναπτύσσονται οι τεχνικές των λόγιων εκδόσεων. Σύμβολο φωτεινό της εποχής, το όνομα του Πετράρχη, ο οποίος έζησε στον 14ο αιώνα. Εντού­τοις, τα ελληνικά κείμενα θέτουν προβλήματα στους δυτικούς με­λετητές και ελάχιστοι είναι εκείνοι που μπορούν να τα διαβάσουν. Θα πρέπει να φτάσουμε στο 1453, στην άλωση της Κωνσταντι­νούπολης από τους Τούρκους και στην έξοδο ενός πλήθους από πρόσφυγες με κατεύθυνση κυρίως τη Βενετία, για να δούμε να συγκλίνουν ξανά οι δύο κόσμοι που έζησαν χίλια χρόνια χωριστά και να ξαναρχίσει η συνύπαρξη ελληνικών και λατινικών στις επι­στήμες.
Η εφεύρεση της τυπογραφίας έπαιξε, προφανώς, καταλυτικό ρόλο. Για πρώτη φορά ένα βιβλίο εκδίδεται σε τουλάχιστον διακόσια, ή τριακόσια, αντίτυπα, και πολύ σύντομα σε χίλια, έτσι ώστε να εξα­σφαλίζεται αυτόματα η επιβίωση τους. Αν εξαιρέσουμε ορισμένες μεταγενέστερες, καμιά φορά θεαματικές, ωστόσο σποραδικές, ανα­καλύψεις (κυρίως παλίμψηστων), μπορούμε να θεωρήσουμε ότι ο λόγιος της Αναγέννησης είχε στη διάθεση του, σε γενικές γραμ­μές, το ίδιο με εμάς υλικό, όσον αφορά στα χειρόγραφα. Η κυκλο­φορία των εκδόσεων και των σχολίων στα κείμενα προχωρούσε με γοργούς ρυθμούς. Ο χώρος ήταν πια ανοιχτός για να επιδοθεί ελεύθερα, όποιος επιθυμούσε, στις απολαύσεις της ερμηνείας, του σχολιασμού, ακόμα και της υπερερμηνείας. Η χιλιετία της αβεβαιό­τητας είχε ξεπεραστεί, όμως το τίμημα που πληρώθηκε ήταν πολύ μεγάλο.
2. Η ενταφιασμένη γραφή
Υπάρχει μια άλλη μεγάλη κατηγορία γραπτών κειμένων που προέρ­χονται από τις αρχαιολογικές ανασκαφές. Πρόκειται για ένα ολό­τελα ετερογενές υλικό (επιγραφές κάθε λογής, πάπυροι, πινακί­δες), που πληθαίνει σταθερά και συμπληρώνει σε πολλά σημεία τις πληροφορίες που παρέχει η φιλολογική παράδοση. Για τη μελέτη του δημιουργήθηκαν αυτόνομες επιστήμες, τα κύρια χαρακτηρι­στικά των οποίων θα δούμε αμέσως τώρα εν συντομία.
Η επιγραφική, κατά πρώτο λόγο, ασχολείται με οποιουδήποτε είδους αρχαία κείμενα εγχάρακτα σε σκληρή επιφάνεια, όπως η πέτρα, το μέταλλο, ή τα κεραμικά. Tα αρχαιότερα ελληνικά ντο­κουμέντα (εξαιρώντας τις μυκηναϊκές συλλαβικές πινακίδες της χάλκινης εποχής που θα μνημονευθούν στη συνέχεια) ανάγονται στον 8ο π.Χ. αιώνα: πρόκειται για στίχους χαραγμένους με σκληρό αιχμηρό εργαλείο επάνω σε αγγεία που ανήκαν σε ταφικό υλι­κό (Ίσχια, Αθήνα), ή ακόμη για μια υπογραφή του αγγειοπλάστη γραμμένη με χρώμα επάνω σε πήλινο όστρακο, επίσης από την Ίσχια. Θα πρέπει να περάσει ένας σχεδόν αιώνας ώσπου να εμφα­νιστούν οι πρώτες μνημειακές επιγραφές επάνω σε λίθους προερ­χόμενες από μεγάλα ιερά. Ο αριθμός τους αυξάνεται έκτοτε κανο­νικά, ως την πληθώρα της ελληνιστικής εποχής και της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Κατά κανόνα, επάνω στους τοίχους των σπουδαιό­τερων ναών ή της αγοράς βρίσκει κανείς όλα όσα χρειάζεται να γνωρίζει για τη λειτουργία της πόλης: νόμους και ψηφίσματα, συνθήκες συμμαχιών, δημοσιοποιήσεις εξοστρακισμών και όλες τις επίσημες αποφάσεις. Στην ύπαιθρο υπάρχουν παντού διάφορες στήλες και ορόσημα με τις υποθήκες των κτημάτων. Στις περισσό­τερες πόλεις της κλασικής, και ακόμα πιο πολύ της ελληνιστικής Ελλάδας, η συμμετοχή στο καθεστώς του πολίτη συνεπαγόταν μια στοιχειώδη ευχέρεια ανάγνωσης των επιγραφών αυτών, που απο­τύπωναν τον παλμό του πολιτικού χώρου, αν και στην πράξη δεν είναι βέβαιο ότι όλοι οι πολίτες διέθεταν αυτή την ικανότητα.
Μέσα σε έναν αιώνα μονάχα ανακαλύφθηκαν χιλιάδες μνημεια­κές επιγραφές που συμπλήρωσαν την εικόνα της πόλης για τους ελληνιστές. Κώδικες νόμων, όπως αυτός που βρέθηκε στη Γόρτυνα της Κρήτης, και που είναι αναπαραγωγή στην κλασική εποχή ενός αρχαϊκού προτύπου, έριξαν άπλετο φως στους θεσμούς και στις κοινωνικές πρακτικές μιας μικρής δωρικής πόλης στην αρχή της ιστορίας της. Οι επιγραφές αποκαλύπτουν άγνωστες πτυχές από τη ζωή της κοινότητας και, πάνω απ' όλα, παρέχουν πληροφο­ρίες για τον ελληνικό κόσμο στο σύνολο του, καθώς οι απομακρυ­σμένες πόλεις (της Μαύρης θάλασσας, της Μεγάλης Ελλάδας, της Αιγύπτου, κτλ.) δεν παραλείπουν να διατυπώνουν γραπτά ό,τι ανα­φέρεται στην ύπαρξη τους. Άγνωστες πολίχνες μας αποκαλύπτουν μεμιάς τα ονόματα τους, τους θεσμούς, τις συμμαχίες τους, την καθημερινή συμπεριφορά τους στις εσωτερικές ή στις εξωτερικές συρράξεις, ή ακόμη, στις εμπορικές τους σχέσεις. Ο χάρτης του αρχαίου κόσμου τροποποιείται και μεγεθύνεται σημαντικά, και η "αθηνοκεντρική" αντίληψη που υπαγορευόταν από την ηγεμονική παρουσία της φιλολογικής παραγωγής αντικρούεται επωφελώς από το πλήθος των πηγών.
Η Παπυρολογία έχει ως έργο της τη μελέτη μιας άλλης σημαντικής πηγής ντοκουμέντων που και αυτά εξακολουθούν να πλη­θαίνουν. Είναι οι πάπυροι, που κατορθώνουν να διατηρούνται σε όλα τα ξηρά κλίματα, καθώς και μέσα σε απόλυτα στεγανούς χώ­ρους. Οι πάπυροι ανακαλύπτονται κυρίως στην Αίγυπτο, και ακό­μη στα απανθρακωμένα ερείπια του Ηρακλείου (Herculaneum) (πόλης ενταφιασμένης κάτω από τη λάβα του Βεζούβιου στον πρώτο μ.Χ. αιώνα), στη Θράκη (σημερινή Βουλγαρία, μέσα σε τάφους της ελληνιστικής περιόδου), στην Εγγύς Ανατολή (έρημος της Νεγκέβ, κοιλάδα του Ευφράτη). Πάντως οι περισσότεροι προέρχονται από την ελληνική Αίγυπτο, όπου ανακαλύφθηκε επίσης μια σεβαστή ποσότητα από αρχαίες περγαμηνές. Οι πάπυροι καλύπτουν, γενι­κά, έξι ολόκληρους αιώνες (από τον 3ο π.Χ. έως τον 3ο μ.Χ.). Ο αριθμός τους εξαρτάται από τη μεταχείριση που ακολούθησε τη χρήση τους. Όταν ολόκληρη η επιφάνεια των παπύρων είχε γρα­φτεί, τους πετούσαν, συνήθως, σε σωρούς από σκουπίδια, όπου κατάφερναν να διατηρηθούν, στοιβαγμένοι ο ένας επάνω στον άλλο, χάρη στην ξηρότητα του αέρα. Τους ανασύρουμε ερευνώντας τους οικισμούς. Με παπύρους, επίσης, παραγέμιζαν τις μούμιες, και θα πρέπει εδώ να μνημονευθούν κάποιες σουρεαλιστικές ανακαλύψεις που έγιναν μέσα στα γαλλικά μουσεία, όπου στοιβάζονται οι αιγυ­πτιακές αρχαιότητες από την εποχή της εκστρατείας του Ναπο­λέοντα και της λεηλασίας που την συνόδεψε.
Τα κείμενα που αντιγράφονταν στους παπύρους είναι πολλών ειδών: συνήθως αλληλογραφία της διοίκησης (η τοπική γραφειοκρα­τία ήταν πιεστική, αν όχι αποτελεσματική), όμως υπάρχουν και ιδιωτικά γράμματα, σχολικά πρόχειρα (οι μαθητές της εποχής αντέ­γραφαν επιμελώς τον Όμηρο) και ακόμη διάφορα άλλα ντοκουμέ­ντα. Tα καθαυτό φιλολογικά κείμενα δεν είναι πολλά, όμως συχνά είναι σημαντικά. Ανάμεσα στις πιο εντυπωσιακές ανακαλύψεις θα πρέπει να μνημονευθούν οι "πάπυροι της Οξυρύγχου" που βρέθη­καν στην ομώνυμη πολίχνη της Άνω Αιγύπτου, στην περιφέρεια της Αρσινόης (Φαγιούμ), στις αρχές του αιώνα. Σ' αυτούς οφείλουμε σπουδαία αποσπάσματα από τους Ιχνευτές του Σοφοκλή, καθώς και από μια ανώνυμη ιστορία της Ελλάδας που καλύπτει τα τελευταία έτη του Πελοποννησιακού πολέμου, τον Ανώνυμο της Οξυρύγχου. Από άλλες παπυρολογικές πηγές μάς έχουν περιέλθει η Αθηναίων Πολιτεία του Αριστοτέλη, οι Ωδές του Βακχυλίδη, ένα σχεδόν άρ­τιο έργο του Μενάνδρου, ο Δύσκολος, κτλ., και, όπως είπαμε προηγουμένως, ο Όμηρος: το σύνολο σχεδόν των 16.000 στίχων της Ιλιάδας έχει διασωθεί υπό μορφή αναρίθμητων αποσπασμάτων. Καθώς φαίνεται, ορισμένα επεισόδια ήταν περισσότερο δημοφιλή από άλλα, αν κρίνουμε από τη συχνότητα της παρουσίας τους. Το πιο εκπληκτικό είναι το πολιτιστικό επίπεδο των πληθυσμών που κα­τοικούσαν σ' αυτές τις ουσιαστικά αγροτικές περιοχές.
Αλλά οι πάπυροι μας δίνουν πάνω απ' όλα πληροφορίες γι' αυτή την ελληνιστική Αίγυπτο, την μέχρι τότε αγνοημένη στις παραδο­σιακές ιστορίες. Ένας ολόκληρος μικρόκοσμος από έλληνες αγρό­τες, διοικητικούς υπαλλήλους και ιθαγενείς χωρικούς αναδύεται από το σκοτάδι, χάρη σε εκατοντάδες κείμενα που ανατέμνουν μπρος στα μάτια μας την καθημερινή ζωή της πλούσιας αυτής επαρχίας. Ας αναφερθεί εδώ και η εκπληκτική ανακάλυψη των "Παπύρων του Ζήνωνα", το 1914, κατά τη διάρκεια μιας λαθραίας ανασκα­φής στην ίδια περιοχή της Αρσινόης που είχε ήδη προμηθεύσει τους παπύρους της Οξυρύγχου. Πρόκειται για το σύνολο της αλληλογραφίας κάποιου Ζήνωνα, ανώτερου υπαλλήλου στην υπηρε­σία της δυναστείας των Λαγιδών, από το 261 έως το 229 π.Χ. Τόσο η διοικητική αλληλογραφία, όσο και οι προσωπικές επιστο­λές, που καλύπτουν 1750 παπύρους, συνθέτουν μιαν ασύγκριτη εικόνα του προσώπου, της περιοχής της δικαιοδοσίας του, των σχέ­σεων του με την εξουσία και των ταξιδιών του στο εξωτερικό. Μόνο από τέτοιου είδους παπύρους θα μπορούσαμε να αποκομίσουμε μια σαφή εικόνα της καθημερινής ζωής των ανθρώπων που έζησαν δυόμισι χιλιάδες χρόνια πριν από εμάς.
Ήταν αναγκαίο να κάνουμε αυτήν την παρέκβαση και να ασχο­ληθούμε με τα θέματα μετάδοσης και διατήρησης των γραπτών ντο­κουμέντων, προκειμένου να κατανοήσουμε καλύτερα τις παγίδες που περιμένουν τον ιστορικό, στην προσπάθεια ανάγνωσης των αρχαίων κειμένων. Όμως, υπάρχουν και άλλες δυσκολίες που έχουν να κάνουν με τη φύση των ίδιων των κειμένων. Σε σύγκριση με τους αρχαιότερους πολιτισμούς της Μεσοποταμίας ή της Αιγύπτου, που χρησιμοποιούσαν ευρύτατα τη γραφή για να αρχειοθετούν τα πεπραγμένα της εξουσίας, η Ελλάδα εφεύρε νέους επιστημολογικούς τομείς: τη φιλοσοφία, τον επιστημονικό λόγο, την ιστορία, η οποία διαχωρίστηκε από το απλό χρονικό για να ερευνήσει τις αιτίες και τις αλληλουχίες των γεγονότων. Αυτή η αρχαία ιστορία είναι που θεμελιώνει τη δική μας, και αυτοί οι πρώτοι "ερευνητές των κοινωνικών επιστημών" είναι οι δυναμικοί διανοητές που εργάζο­νται για τη δημιουργία μιας πραγματικής ιστορίας της Αρχαιότη­τας. Μιας ιστορίας, δηλαδή, που δεν είναι απλά και μόνο ένας κατάλογος βασιλέων ή συνθηκών, αλλά προχωρεί σε μια τεκμηριω­μένη ερμηνεία των γεγονότων. Γι' αυτό, λοιπόν, χρειάζεται να κα­τανοήσουμε τον τρόπο της εργασίας τους, να προσδιορίσουμε τις πηγές που διέθεταν και τον έλεγχο στον οποίο τις υπέβαλλαν. Είναι χαρακτηριστικός ο τίτλος του πρώτου ιστορικού έργου που έχει διασωθεί: Ιστορία ή Έρευνα (όπως ήταν η σημασία της λέξης στην εποχή που έγραφε ο Ηρόδοτος), και ο σύγχρονος ιστορικός πρέ­πει πραγματικά να κάνει μια έρευνα επάνω στην έρευνα.
Αυτό είναι, βέβαια, θέμα ενός άλλου βιβλίου. Όμως, επειδή δεν θα μπορούσε να γραφτεί μια ιστορία της αρχαίας Ελλάδας χωρίς να μνημονευθούν τα θεμέλια που την στήριξαν, θα αναφερθούμε εδώ συνοπτικά στους κυριότερους δημιουργούς του είδους. Αφού, λοιπόν, είδαμε την εξωτερική όψη της πληροφόρησης (αρχαιολογι­κά δεδομένα, κατάσταση των τεκμηρίων), θα δώσουμε, προχωρώ­ντας, ορισμένα στοιχεία σχετικά με το περιεχόμενο της (…).

Έχει κανείς αντίρρηση;

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

Η Claude Mosse είναι καθηγήτρια της αρχαίας ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Paris—VIII. Η συμβολή της στην επιστημονική μελέτη είναι αναγνωρισμένη από τις πολυάριθμες δημοσιεύ­σεις της για την ιστορία της αρχαίας Ελλάδας
Η Annie Schnapp-Gourbeillon είναι υφηγήτρια της αρχαίας ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Paris—VIII. Έχει δημοσιεύσει ένα βιβλίο για τις αναπαραστάσεις των ζώων στα έπη του Ομήρου, με τίτλο: Lions, hems, masques (εκδ. La Decouverte).
Ίδε οπισθόφυλλο του βιβλίου τους.