Η εξέλιξη των ιδεών στην ελληνική αρχαιότητα!.. (12)

Κωδικός Πόρου: 00285-114761-2381
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 02/04/12 21:46
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Τί Εστιν Αλήθεια;, 00285-114761-2381




Περιγραφή:

Η εξέλιξη των ιδεών στην ελληνική αρχαιότητα!.. (12)

Ένα αποκαλυπτικό κείμενο του Πανεπιστημίου του Καίμπριτζ για την εξέλιξη των ιδεών στην ελληνική αρχαιότητα (750-500 π.Χ.) η οποία επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθ­μό από τρεις παράγοντες: τη συ­νεχή επιρροή της επικής παράδοσης, την εξά­πλωση της γραφής και ανάγνωσης, αλλά και τις κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές αλλαγές που σχετίζονταν με την ίδια την «πόλιν»!.. Διαβάστε σήμερα το τελευταίο μέρος!..

Συνέχεια από το προηγούμενο:

Ο Ηράκλειτος ήταν διαφορετικός από τους Μιλήσιους σοφούς. Εξέφραζε τις θεωρίες του με παραδοξολογίες και θεωρούσε τον εαυτό του μυστικιστική προσωπικότητα που αποκάλυπτε τις βαθύτερες αλήθειες σε όσους αδυνατούσαν να τις κατανοήσουν. Το πραγματολογικό υπό­βαθρο δεν τον άγγιζε. Στην Έφεσο, η θρησκεία διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο. Σε σύγκριση με τη Μίλητο, ήταν λιγότερο κοσμοπολίτικη και δεχόταν μεγαλύτερη επιρροή από την ανατο­λή. Ενδεχομένως, οι παραπάνω συνθήκες να ευνόησαν την υιοθέτηση πιο διαλλακτικής συ­μπεριφοράς προς τις παραδοσιακές θρησκευ­τικές πεποιθήσεις. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η φιλοσοφική αιτιολογία που αναπτύχθηκε και η εφευρετικότητα εντυπωσιάζουν. Ο Ηράκλει­τος, χωρίς να απομακρυνθεί από τον τρόπο σκέ­ψης που είχε κληρονομήσει -όπως για παρά­δειγμα συνέβη με τη γενεαλογική θεωρία που οδήγησε ανεπιφύλακτα τους Μιλήσιους προς την κοσμογονία-, αντιμετώπισε τη θρησκεία ως θησαυροφυλάκιο γεμάτο από μεστές «ημιαλή-θειες». Παραδείγματος χάριν, κάποια περίεργη μυθολογική σχέση ανάμεσα στον Άδη και το θεό της γονιμότητας Διόνυσο καθίσταται το στή­ριγμα της διαίσθησης του σχετικά με την εξι­σορρόπηση των αντίθετων εννοιών - στην προ­κειμένη περίπτωση η στενή σχέση μεταξύ ζω­ής και θανάτου. Ο Ηράκλειτος, πιο θεωρητικός από τους Μιλήσιους, ενδιαφερόταν για όλες τις λεπτομέρειες της κοσμοθεωρίας τους, την οποία κατά κάποια έννοια ξεπέρασε. Το μεγαλύτερο επίτευγμα του, ωστόσο, ήταν ότι επέκτεινε το εύρος της φυσικής έρευνας σε τέτοιο σημείο που αποτέλεσε αυθεντικό, εάν όχι αρχέγονο, είδος φιλοσοφίας από μόνη της, καθώς το βα­σικό στοιχείο του, το Πυρ, λειτουργούσε με τον ίδιο τρόπο στους ανθρώπους και τα ζώα όπως και στη φύση. Μ' αυτό τον τρόπο κατάφερε να συνδέσει τις αρχές της ψυχολογίας και της επι­στημολογίας με αυτές της κοσμολογίας και της φυσικής.
Αναμφίβολα, υπήρχε κάτι μυστικιστικό στη θεωρία του Ηρακλείτου. Κάτι παρόμοιο συνα­ντάμε και στον ευφυέστατο Πυθαγόρα, ο οποί­ος είχε γεννηθεί τριάντα χρόνια πριν στο γει­τονικό νησί της Σάμου. Μετανάστευσε, σύμ­φωνα με την παράδοση στον Κρότωνα, πόλη της Βορειοανατολικής Ιταλίας, προκειμένου να απαλλαγεί από τις ιδιοτροπίες του τυράν­νου της Σάμου, του Πολυκράτη. Εκεί, δημι­ούργησε μία ομάδα, η οποία εν μέρει ασχολείτο με τα κοινά, αλλά η κύρια ενασχόληση της αφορούσε δύο αντικρουόμενα αντικείμε­να, τα μαθηματικά και τις δεισιδαιμονίες (κά­τι που συναντάμε αργότερα στον Νεύτωνα). Ο Πυθαγόρας και οι μαθητές του απέφευγαν τα φασόλια και τα μπαρμπούνια για λόγους όχι
τόσο επιστημονικούς ή λογικούς, όσο μαγεί­ας και παράδοσης, όπως υπαγορεύει ο Ησίο­δος στο τελευταίο μέρος του βιβλίου του Έργα και Ημέραι - αξίζει εδώ να παρατηρήσουμε τον τρόπο με τον οποίο υποθάλπονται τέτοιες ιδέ­ες. Οι Πυθαγόρειοι θεωρούσαν ιδιαίτερα ση­μαντικό τον αριθμό 10 - ορκίζονταν μάλιστα στη «μυστική δεκάδα», η οποία είχε καθορι­στεί ως δέκα στιγμές ή μονάδες με τη μορφή ενός τριγώνου. Το τρίγωνο αυτό χρησιμοποί­ησαν αργότερα για να αναπτύξουν το Πυθαγόρειο θεώρημα και να ανακαλύψουν τη ση­μασία των άρρητων αριθμών. Η αξιοπερίεργη συσχέτιση εννοιών συνεχίζεται: τα συμπερά­σματα τους για την κοσμογονία και την αστρο­νομία μοιάζουν με δεισιδαιμονίες, αλλά ενυ­πάρχει σ' αυτά η εξαιρετική διαίσθηση της μα­θηματικής δομής του σύμπαντος -τη διαίσθη­ση αυτή δεν θα ήταν παράδοξο να τη θεωρήσουμε εξέλιξη του σκεπτικού που ανέπτυξε ο Ηρά­κλειτος για τον Λόγο ή το Μέτρο που ενυπάρ­χουν στο Πυρ. Ο Πυθαγόρας ήταν γέννημα- θρέμμα της Ιωνίας, όπως επίσης και η μυστικιστική προσωπικότητα του Ίωνα Ηρακλείτου. Είναι πολύ σημα­ντικό να το θυμόμαστε αυτό, καθώς αρχαίοι και σύγχρονοι μελετητές έχουν την τάση να διακρίνουν ένα πραγματολογικό είδος φιλοσοφίας στην Ανατολική Ελλάδα, εν αντιθέ­σει με το μεταφυσικό που υπήρχε στη δύση. Πράγματι, περίπου μία γε­νιά αργότερα, η Σικελία ανέδειξε τον Εμπεδοκλή, ο οποίος ανέ­πτυξε τον Πυθαγόρειο στοχασμό ότι οι ψυ­χές αλλάζουν σώματα, κατα­λήγοντας όμως σε ακρότητες. Γενικότερα, το σαμανιστικό στοιχείο (είδος μαγείας) στην ελληνική σκέψη δεν περιοριζόταν σε μία μόνο σχολή ή πε­ριοχή, αλλά εκδη­λωνόταν σπορα­δικά σε διάφορα μέρη και σε διά­φορες χρονι­κές περιόδους. Με αυτή τη χρήσιμη διαπί­στωση θα κλείσουμε το παρόν κεφάλαιο. Παρόλο που, κατά τους δύο κρίσιμους αιώνες που μελε­τούμε, ο ιδεολογι­κός στοχασμός, εγκαταλείποντας τους μύθους και τη θρησκεία, αναπτύχθηκε με θεμέλιο μία πιο συνειδητοποιη­μένη και εκλο­γικευμένη άπο­ψη για τη δομή της κοινωνίας και της φύσης, πολλοί ήταν οι Έλληνες που παρέμειναν από πολλές απόψεις αντιδραστικοί, θρη­σκόληπτοι και πα­ράλογοι. Οι δεισιδαιμονικές αντιλήψεις του κόσμου διατηρήθηκαν και η κοινωνική και ηθική αξία του Ομήρου, παρά τον υποβιβασμό του από κάποιους επι­τηδευμένους σε αμιγώς λογοτεχνι­κό σύμβολο, εξακολουθούσε να ανα­γνωρίζεται από πολλούς απλούς αν­θρώπους έτσι, ώστε τον 4ο αιώνα π.Χ. ο Πλάτων να καταβάλει μεγάλη προσπάθεια προκειμένου να ξεφύ­γει από την επιρροή του. Η φιλοσο­φία ήταν το αδιαμφισβήτητο επι­στέγασμα της πνευματικής εξέλιξης. Ωστόσο, στα πρώτα της στάδια δεν ήταν τόσο διαδεδομένη ούτε είχε αποκτήσει ευρεία κοινωνική επιρροή. Από την άλλη, η οργάνωση της θρησκείας ανανεώθηκε με εκ­συγχρονισμένες λατρείες, όπως για παρά­δειγμα τα Ελευσίνια Μυστήρια (για να μην αναφέρουμε τις λειτουργίες στο βωμό του Απόλλωνα στους Δελφούς). Εν κατακλείδι, σε γενικό βαθμό και παρά τα όποια ξεσπάσματα παραλογισμού, η χρήση της λογικής κατά την περίοδο εκείνη σημείωσε σταθερή πρόοδο -οι υπερβολές παρατηρήθηκαν κυρίως από τους σοφιστές και τους δημαγωγούς του επόμενου αιώνα. Tα στάδια αυτής της προόδου ήταν πε­ρίπλοκα και ασυνεχή, καθώς η στάση απένα­ντι στο παρελθόν και στα μυθικά και θρη­σκευτικά αρχέτυπα του κυμαινόταν μεταξύ της σιωπηρής και κατηγορηματικής απόρρι­ψης, της προμελετημένης ή εμπνευσμένης επανερμηνείας, της αριστοκρατικής νοσταλ­γίας ή της επαναστατικής απέχθειας και της εποικοδομητικής ή της απλής αλληγορικής χρήσης των εννοιών. Η κοσμική κοινή λογι­κή, η οποία παρείχε στον Τυρταίο και τον Μί­μνερμο τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουν ιστορικά γεγονότα, όπως η προσάρτηση της Μεσσηνίας ή η προϊστορία της Κολοφώνας και της Σμύρνης, με αντικειμενικούς και λο­γικούς όρους, αποτελούσε παράγοντα εξέλι­ξης. Το ίδιο και ο ρεαλισμός όσον αφορά τους ανθρώπινους περιορισμούς, ο οποίος προϋ­πήρχε του Ησιόδου και του Ομήρου και πέ­ρασε στις επόμενες γενιές. Πάνω απ' όλα, η λογοτεχνία (ίσως περισσότερο και από την τέ­χνη), προσπαθώντας να συμβιβάσει το νεω­τερισμό με την παράδοση, ήταν αυτή που εξέ­φρασε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και υπο­κίνησε την περιπετειώδη ευφυΐα, αλλά και τη βαθιά ριζωμένη αποφασιστικότητα της αρ­χαϊκής νοοτροπίας.

ΤΕΛΟΣ