«Δια χειρός Θωμά Δασκάλου»!...

Κωδικός Πόρου: 00285-114725-2869
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 22/07/12 20:19
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Τέχνη και Πολιτισμός!.., 00285-114725-2869




Περιγραφή:

«Δια χειρός Θωμά Δασκάλου»!...

Το ιερόν πάθος ενός ανθρώπου για την ζωγραφική τέχνη, όπως του κ. Θωμά Δασκάλου, γνωστού Αρχιτέκτονα των Τρικάλων, ο οποίος κατάφερε να κάνει την τέχνη αυτή λειτούργημα, ως προσφορά δηλαδή στον άνθρωπο, ο οποίος μέσω της ζωγραφικής τέχνης αγγίζει τον κόσμου του θείου!...

Φίλος μου ο κ. Θωμάς Δασκάλου. Πραγματικός φίλος. Από τους ανθρώπους που χαίρομαι και εκτιμώ σε κάθε δημιουργικό του έργο. Ένα έργο που δεν είναι απαραίτητα η Αρχιτεκτονική, όπως είναι ο επαγγελματικός του χώρο, αλλά πολλάκις ζωγραφικό ή –αν θέλετε- απεικονιστικό, αφού ο κ. Δασκάλου εκμεταλλεύεται τον ελεύθερο χρόνο του ως ένας επιτυχημένος και γιατί όχι καταξιωμένος ζωγράφος (1).

Με τη ζωγραφική (2) τέχνη του κ. Θωμά Δασκάλου, ίσως και χωρίς να το θέλεις, γίνεσαι μύστης –ή τουλάχιστον κοινωνός- της ζωγραφικής τέχνης. Των μηνυμάτων που θέλει να στείλει στον κόσμο του ο καλλιτέχνης που δημιουργεί. Αρχίζεις δηλαδή να αντιλαμβάνεσαι τι είναι ζωγραφείον (3), όταν, για παράδειγμα, επισκέπτεσαι το εργαστήρι του, τι είναι ζωγράφημα (4), το αποτέλεσμα, δηλαδή, του έργου που βλέπουμε, ή τι είναι ζωγράφησις (5) και τόσα άλλα.

Πράγματι!..

Παρατηρώντας με προσοχή το ζωγραφικό έργο του κ. Θωμά Δασκάλου αισθάνεσαι ότι κατέχεις πλέον, ως μεμυημένο ον, όρους πολύ ειδικούς, όπως για παράδειγμα, ζωγραφητός (6), που οι γνώστες καταλαβαίνουν ότι πρόκειται για ένα στολισμένο ή διακοσμημένο έργο, αλλά και αυτή καθαυτή τη ζωγραφιά (7), που την απολαμβάνεις πάντα σε ένα πραγματικό έργο τέχνης, όπως είναι η ζωγραφική τέχνη.

Ζωγραφίζοντας (8) ο άνθρωπος απολαμβάνει ο ίδιος κάτι το ιδιαίτερο. Πολλές φορές κάτι το ασύλληπτο, το μυστηριακό ή μυσταγωγικό. Και τούτο διότι εισχωρεί σε έναν κόσμο που ο ίδιος ανοίγει μπροστά του μέσω του χρωστήρος του. Οι ζωγράφοι αυτοί σου θυμίζουν τους σκαπανείς οι οποίοι κάθε φορά που σκάβουν όλο και κάτι ανακαλύπτουν!  Όλο και κάτι βγάζουν στο φως της δημοσιότητας!

Ο κ. Θωμάς Δασκάλου είναι ένας από αυτούς. Και είναι ένας πραγματικός σκαπανέας του πνεύματος, αφού μέσω των έργων του, αποδεικνύει την χρησιμότητα του αντικειμένου με το οποίο καταπιάνεται ή ασχολείται, αλλά –κυρίως- την αποστολή του! Αλίμονο στον καλλιτέχνη που αισθάνεται ότι δεν έχει αποστολή. Είναι καταδικασμένος ν’ αποτύχει. Να περάσει στη σκιά της ιστορίας!

Δεν το κρύβω. Πολλές φορές στην παιδική μου ηλικία είχα καταπιαστεί με τη ζωγραφική τέχνη. Να γίνω κι εγώ ένας καλλιτέχνης! ¨Ενας ζωγράφος!.. Κάτι ωραίο, σαν τον κ. Θωμά Δασκάλου!.. Να γίνω δηλαδή ένας «ζωγραφικός» (9) άνθρωπος, για να παραμείνει κάτι από το έργο μου, το ζωγράφισμά (10) μου μέσα σ' αυτή την γενιά που χάνεται. Να ζωγραφώ (11) κάτι ωραίο. Αυτός και ο λόγος που "χάζευα" επί ώρες  πολλούς ορισμένους πλανόδιους ζωγράφους, που έφτιαχαν πορτραίτα σε παραλίες ή σε απόμερα δρομάκια, εκεί που πολλοί άνθρωποι πηγαίνουν με ξεχωριστή χαρά για να δούνε τον εαυτό τους «ζωγραφιστό» (12)!

Αλλά δεν πειράζει. Και μόνο το γεγονός ότι βλέπω τα έργα του κ. Θωμά Δασκάλου, μου είναι αρκετό. Χαίρομαι και απολαμβάνω των έργα των χειρών του. Ακόμη περισσότερο όταν στις Εκθέσεις του θα βλέπω τα φράση: «Δια χειρός Θωμά Δασκάλου»!..

ΜΟΝΟ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ;

Όχι!.. Ο κ. Θωμάς Δασκάλου ενασχολείται και με πολλά άλλα εξίσου ενδιαφέροντα καλλιτεχνικά θέματα. Διαβάστε, για παράδειγμα,  τι μου λέει σε μία από τις τελευταίες  επιστολές του:

«… Έχω αποδώσει την τραγωδία του Αισχύλου «ΕΠΤΑ ΕΠΙ ΘΗΒΑΣ» με μία συνεχή διαδοχή εικόνων (σκίτσων), με μουσική επένδυση, ηχητικά εφέ και διαλόγους ηθοποιών. Η διάρκεια το έργου ξεπερνά την μία ώρα και χρειάστηκαν πάνω από 2000 σκίτσα . Την γλωσσική απόδοση του κειμένου την έχω επιμεληθεί ο ίδιος με όλον τον δέοντα σεβασμό προς το ύφος και την μεγαλοπρέπεια του μεγάλου τραγωδού. Είστε φυσικά γνώστης του οικτρού επιπέδου των «σύγχρονων μεταφραστών» οι οποίοι με πρόσχημα τις νεωτεριστικές απόψεις περί του αρχαίου δράματος ασελγούν με τον χειρότερο τρόπο στην δομή του έργου αλλά και στην γλώσσα των θεών. Έχω ιδία και τεκμηριωμένη αντίληψη περί τούτου και πληγώνομαι κάθε φορά που ο κάθε τυχάρπαστος ημιμαθής θολοκουλτουριάρης προσβάλλει ό,τι πιο υψηλό έχει να επιδείξει η ανθρώπινη πνευματική δημιουργία...»!

Εδώ ισχύει η βιβλική φράση: «Τι έτι χρείαν έχομεν μαρτύρων»;

Φίλε, Θωμά, καλή συνέχεια στο υπέροχο και λίαν ψυχωφελές έργο σου!...


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

(1) ζωγράφος
ο, η (AM ζωγράφος)· 1. ο καλλιτέχνης που απεικονίζει με χρώματα ή με τη γραφίδα κ.λπ. πρόσωπα, ζώα ή πράγματα πάνω σε μιαν επιφάνεια· 2. (μτφ.) αυτός που έχει την ικανότητα να περιγράφει, γραπτά ή προφορικά, με τέτοια παραστατικότητα, ώστε ο ακροατής ή ο αναγνώστης να βλέπει όσα περιγράφονται σαν σε ζωγραφικό πίνακα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ζωο(ΙΙ)* + -γράφος (< γράφω*), πρβλ. πεζο-γράφος, συμβολαιο-γράφος. Επειδή το α' συνθετικό ανάγεται στο ζῴο, ο τ. έπρεπε να έχει υπογεγραμμένη (ζῳγράφος). Παρ' όλα αυτά στις καλύτερα μαρτυρούμενες πηγές δεν μαρτυρείται υπογεγραμμένη, πράγμα που δημιουργεί πρόβλημα].
(2) ζωγραφίζω
και ζωγραφώ (AM ζωγραφῶ, -έω)· 1. αναπαριστάνω, απεικονίζω με χρώματα πάνω σε μια επιφάνεια πρόσωπα, ζώα ή πράγματα· 2. διακοσμώ με εικόνες, εικονογραφώ («ζωγράφισε το βιβλίο»)· || (νεοελλ.) 1. καταγίνομαι με τη ζωγραφική· 2. (μτφ.) α) περιγράφω γραπτώς ή με λόγο κάτι τόσο ζωηρά και πιστά ώστε ο αναγνώστης ή ο ακροατής να τό βλέπει σαν σε ζωγραφικό πίνακα, με κάθε λεπτομέρεια· β) (για πρόσ.) χαρακτηρίζω, ιδίως δυσμενώς, κάποιον («τόν ζωγράφισε με τα μελανότερα χρώματα»)· 3. (μτφ.) φαντάζομαι κάτι· 4. (μέσ.) ζωγραφίζομαι· (για γυναίκες) ψιμυθιώνομαι, βάφομαι, φτιασιδώνομαι· || (αρχ.) 1. εξωραΐζω· 2. συμβολίζω· 3. (φρ.) «ζωγραφῶ ἐμαυτὸν πρός τινα»· μιμούμαι κάποιον· 4. διευθετώ, διακοσμώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ζωγραφώ < ζωγράφος. Ο αόρ. εζωγράφησα τού ζωγραφώ, ταυτιζόμενος ως προς την προφορά του με τον αόρ. τών ρ. σε -ίζω, σχημάτισε υποχωρητικά τ. ενεστ. ζωγραφίζω (πρβλ. σκορπώ, αόρ. σκόρπησα > σκορπίζω)].
(3) ζωγραφείον
ζωγραφεῑον, τὸ (Α) [ζωγράφος]· εργαστήρι ζωγράφου.
(4) ζωγράφημα
το (Α ζωγράφημα) [ζωγραφώ]· το αποτέλεσμα τού ζωγραφώ), ζωγραφιά, έργο ζωγραφικής· || (νεοελλ.) η ενέργεια τού ζωγραφώ, το ζωγράφισμα.
(5) ζωγράφησις
ζωγράφησις, ή (Α) [ζωγραφώ]· (επιγρ.) η ενέργεια τού ζωγραφώ, το ζωγράφισμα.
(6) ζωγραφητός
ζωγραφητός, -ή, -όν (Α) [ζωγραφώ]· στολισμένος, διακοσμημένος.
(7) ζωγραφιά
και ζουγραφιά και ζωγραφιά, η (AM ζωγραφία) [ζωγράφος]· (νεοελλ.) 1. εικόνα ζωγραφισμένη με χρώματα, έργο ζωγραφικής, πολύχρωμη εικόνα· 2. σχεδίασμα ή εικόνα τυπωμένη σε βιβλίο· 3. (μτφ.) α) περιγραφή προσώπου, ψυχολογική και ηθική ανάλυση του («στο διήγημα αυτό βλέπεις τη ζωγραφιά τού παπά μας»)· β) ως περιγραφική έκφραση τής ομορφιάς ενός προσώπου («η όψη τού προσώπου της μοιάζει με ζωγραφιά», Βιζυην.)· 3. (φρ.) «είναι ζωγραφιά»· είναι ωραίος ή ωραία· || (μσν.) αγιογραφία· || (μσν.-αρχ.) ζωγραφική τέχνη· || (αρχ.) 1. το ζωγράφισμα· 2. (για πρόσ.) η ψιμυθίωση· 3. (για αρχιτεκτονικά μέλη ή για οικοδομήματα) η κονία.
(8) ζωγραφίζω
και ζωγραφώ (AM ζωγραφῶ, -έω)· 1. αναπαριστάνω, απεικονίζω με χρώματα πάνω σε μια επιφάνεια πρόσωπα, ζώα ή πράγματα· 2. διακοσμώ με εικόνες, εικονογραφώ («ζωγράφισε το βιβλίο»)· || (νεοελλ.) 1. καταγίνομαι με τη ζωγραφική· 2. (μτφ.) α) περιγράφω γραπτώς ή με λόγο κάτι τόσο ζωηρά και πιστά ώστε ο αναγνώστης ή ο ακροατής να τό βλέπει σαν σε ζωγραφικό πίνακα, με κάθε λεπτομέρεια· β) (για πρόσ.) χαρακτηρίζω, ιδίως δυσμενώς, κάποιον («τόν ζωγράφισε με τα μελανότερα χρώματα»)· 3. (μτφ.) φαντάζομαι κάτι· 4. (μέσ.) ζωγραφίζομαι· (για γυναίκες) ψιμυθιώνομαι, βάφομαι, φτιασιδώνομαι· || (αρχ.) 1. εξωραΐζω· 2. συμβολίζω· 3. (φρ.) «ζωγραφῶ ἐμαυτὸν πρός τινα»· μιμούμαι κάποιον· 4. διευθετώ, διακοσμώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ζωγραφώ < ζωγράφος. Ο αόρ. εζωγράφησα τού ζωγραφώ, ταυτιζόμενος ως προς την προφορά του με τον αόρ. τών ρ. σε -ίζω, σχημάτισε υποχωρητικά τ. ενεστ. ζωγραφίζω (πρβλ. σκορπώ, αόρ. σκόρπησα > σκορπίζω)].
(9) ζωγραφικός
-ή, -ό (AM ζωγραφικός, -ή, -όν) [ζωγράφος]· 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη ζωγραφιά ή στον ζωγράφο, αυτός που χρησιμοποιείται ή ανήκει στη ζωγραφική («έργα ζωγραφικά»)· 2. (το θηλ. ως ουσ.) η ζωγραφική· (ενν. τέχνη)· μία από τις εικαστικές τέχνες, που έχει ως έργο την αναπαράσταση πάνω σε μια επιφάνεια προσώπων, ζώων ἡ πραγμάτων· || (νεοελλ.) 1. αυτός που περιγράφει κάτι ζωηρά, πιστά, ο παραστατικός· 2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα ζωγραφικά· η αμοιβή τού ζωγράφου για την εκτέλεση ενός ζωγραφικού πίνακα· || (αρχ.) αυτός που είναι έμπειρος στο ζωγράφισμα. Επίρρ. ζωγραφικά και ζωγραφικώς (AM ζωγραφικῶς)· από ζωγραφική άποψη ή κατά ζωγραφικό τρόπο, ζωγραφιστά.
(10) ζωγράφισμα
το [ζωγραφίζω]· 1. η πράξη τού ζωγραφίζω, η ζωγράφιση· 2. έργο ζωγραφικής, εικόνα, ζωγράφημα.
(11) ζωγραφώ
[ζωγράφος]· ζωγραφίζω.
(12) ζωγραφιστός
και ζουγραφιστός, -ή, -ό [ζωγραφίζω]· 1. ζωγραφισμένος, αυτός που έχει παρασταθεί με ζωγραφιά· 2. αυτός που έχει ζωγραφιές, που είναι στολισμένος με ζωγραφιές· 3. αυτός που είναι περίτεχνα ζωγραφισμένος, ο στολισμένος σαν ζωγραφικό έργο· 4. (μτφ.) αυτός που είναι ωραίος σαν ζωγραφιά, ο πολύ ωραίος («πρόσωπο ζωγραφιστό»)· 5. (φρ.) «ούτε ζωγραφιστό να μη σέ δω»· λέγεται για τους ανεπιθύμητους που ούτε την εικόνα τους δεν θέλει κάποιος να αντικρίσει. Επίρρ. ζωγραφιστά· 1. με ζωγραφιά, με ζωγραφικό τρόπο· 2. περίτεχνα, με ωραία διακόσμηση.

-----------------

ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ ΔΙΕΥΚΡΙΝΗΣΗ: Οι εικόνες είναι αλιευμένες μέσα από το Youtube που είναι αναρτημένο στο διαδίκτυο για το έργο του κ. Θωμά Δασκάλου. Περισσότερα:http://www.youtube.com/watch?v=l3esxvSv69k