Ρίτα Αμπατζή: Το θεόσταλτο αηδόνι του περασμένου αιώνα!..

Κωδικός Πόρου: 00285-113027-862
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 04/08/11 18:53
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Ελληνικό Τραγούδι, 00285-113027-862




Περιγραφή:

 

Ένα μικρό αφιέρωμα σε μία από τις πιο καλλικέλαδες Ελληνίδες τραγουδίστριες, όπως ήταν η θεϊκή Ρίτα Αμπατζή, η οποία όταν τραγουδούσε με τον ανεπανάληπτο οργανοπαίχτη στο κλαρίνο, Κώστα Γιαούζο, άφηνε μοναδικές και ανεπανάληπτες στιγμές μεγαλείου στον παραδοσιακό χώρο της ελληνικής μουσικής!.. Και όχι μόνο!.. Διαβάστε το κείμενο που ακολουθεί!..

ΕΙΧΑ την ατυχία να … γεννηθώ λίγο αργά και να μη γνωρίσω από κοντά πολλούς καλλιτέχνες, που θα ήθελα να γνωρίσω. Δεν γνώρισα, για παράδειγμα, ούτε τη Ρίτα Αμπατζή, που όταν τραγουδούσε «έκανε ακόμη και τους νεκρούς να ανασταίνονται», όπως λέει η λαϊκή μούσα, αλλά ούτε και τον δημοφιλή καλλιτέχνη, Κώστα Γιαούζο, έναν από τους καλύτερους οργανοπαίκτες (κλαρίνο) στην ιστορία της ελληνικής μουσικής παράδοσης!

Αναφέρομαι επιλεκτικά σ’ αυτά τα δύο άτομα διότι όταν εμείς τους ακούγαμε παιδιά στα ραδιόφωνα ήταν κάτι σαν ιερά τέρατα μέσα στη δική μας αντίληψη.

Όταν ήρθα Αθήνα το 1955, για λόγους που έχω εξηγήσει (πολύ σοβαρό κινητικό πρόβλημα) , δεν είχα τη δυνατότητα να πάω ούτε στα κέντρα που εμφανίζονταν οι παραπάνω καλλιτέχνες, συνήθως στον «Έλατο» ή στην «Αράχωβα» (πλατεία Καραϊσκάκη), αφ’ ενός μεν διότι ο Κώστας Γιαούζος πέθανε το 1957 (ήμουν επτά ετών παιδί), ενώ η Ρίτα Αμπατζή, που με συγκινούσε τόσο πολύ όταν τραγουδούσε, ούτε καν είχα τη δυνατότητα να μάθω ακόμη και για τη ζωή της διότι έφυγε από τη ζωή το 1969 και ο γράφων μόλις τελείωνε τότε το Εξατάξιο Γυμνάσιο στη Δάφνη Καλαβρύτων.

Ο τρόπος με τον οποίον δελέαζαν οι τότε εφημερίδες τους θεατές να περάσουν από το παραδοσιακό κέντρο «Έλατος», που ακόμη και σήμερα διασκεδάζει και ψυχαγωγεί τον κόσμο. Επινοούσαν δεκάδες ευρηματικά κείμενα τα οποία αξίζει τον κόπο να τα κάνει κανείς ένα βιβλίο για τις επόμενες γενιές των Ελλήνων!..

Τα θυμήθηκα, όμως, όλα αυτά διότι κάθε φορά που τους ακούω, με νοσταλγία θυμάμαι πώς άνοιγα με λαχτάρα διάφορες εφημερίδες («Απογευματινή» ή «Βραδυνή») και περιοδικά (συνήθως ... «Ντομινό» και «Ρομάντζο») να δω τα λεγόμενα «κλισέ» με τα ευρηματικά κείμενα τα οποία δελέαζαν τον κόσμο για να πάει στα κέντρα που εμφανίζονταν, τα οποία αξίζει τον κόπο να τα κάνει κανείς ένα βιβλίο για τις επόμενες γενιές των Ελλήνων!..

Μια φορά ένας ξάδελφός μου (Γιώργος Τσιρώνης), για να πείσει τον μεγαλύτερο αδελφό μου (Ανδρέα Σακκέτο) να τον ακολουθήσει στο κέντρο διασκεδάσεως «Έλατος» μία μέρα που ήταν καθημερινή και όχι Σάββατο (τότε όλοι δούλευαν έξι μέρες τη βδομάδα), θυμάμαι που του έλεγε όλα αυτά τα ευρηματικά, που έγραφαν οι εφημερίδες (πως όταν παίζουν τα κλαρίνα … ανασταίνονται οι πεθαμένοι, πως όταν τραγουδάει ο τάδε ή ο δείνα τραγουδιστής … θεραπεύονται όλοι ασθενείς και βγαίνουν από τα νοσοκομεία κλπ., κλπ., κλπ.)

Για να επανέλθουμε, λοιπόν, στη Ρίτα Αμπατζή και τον Κώστα Γιαούζο, είναι γεγονός ότι σε κάθε συνεργασία τους κυριολεκτικά «κεντούσαν» στο μαγικό χαλί της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής! Όποιος ακούσει, για παράδειγμα, τα τραγούδια «Μια κοντή κοντούλα» ή «Θ’ αφήσω γένια και μαλλιά» θα διαπιστώσει του λόγου το αληθές.

Και κάτι ακόμη:

Όταν η Ρίτα Αμπατζή τραγουδούσε, όπως λένε στον γράφοντα οι παλιοί που τη γνώρισαν από κοντά, στην αρχή επικρατούσε μια περίεργη σιωπή. Όλοι γνώριζαν ότι ήταν η ώρα που το κλαρίνο του Κώστα Γιαούζου έκανε ίσως την πιο συγκλονιστική εισαγωγή για να υποδεχθεί το πιο καλλικέλαδο αηδόνι του περασμένου αιώνα, την θεϊκή Ρίτα Αμπατζή!

Να είναι καλά εκεί που βρίσκονται!..

Λίγα λόγια για τη Ρίτα Αμπατζή

Κορυφαία τραγουδίστρια του δημοτικού, λαϊκού και ρεμπέτικου τραγουδιού, το αντίπαλο δέος της Ρόζας Εσκενάζυ. Γεννήθηκε το 1914 στη Σμύρνη και ήταν αδελφή της Σοφίας Καρύβαλη, η οποία για να κάνει καριέρα άλλαξε επώνυμο.

Η Ρίτα Αμπατζή μεγάλωσε στη Σμύρνη και το 1922, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ήρθε στην Αθήνα. Ξεκίνησε την καριέρα της με ρεμπέτικα στο Κέντρο «Πεταλούδα» στο Φάληρο. Αργότερα στράφηκε στο δημοτικό τραγούδι και για πολλά χρόνια εμφανιζόταν στην «Αράχωβα» (Πλατεία Καραϊσκάκη), ενώ ταξίδεψε και στις ΗΠΑ.

Συνεργάσθηκε με τους σπουδαιότερους συνθέτες της εποχής, όπως τουςΠαναγιώτη Τούντα, Βαγγέλη Παπάζογλου, Κώστα Σκαρβέλη, Ιάκωβο Μοντανάρη, Σπύρο Περιστέρη, Δημήτριο Σέμση, Μάρκο Βαμβακάρη, Βασίλη Τσιτσάνη κ.ά.

Στη δισκογραφία μπήκε το 1931. Έκτοτε, ηχογράφησε πάνω από 400 σμυρναίικα, ρεμπέτικα και παραδοσιακά δημοτικά τραγούδια. Από αυτά ξεχωρίζουν: «Το τσαγκαράκι», «Κατεργάρα», «Ο τζογαδόρος», «Χαρικλάκι», «Βρε χήρα δε λυπάσαι», «O Aσίκης», «Ο Φερετζές», «Η Ζευγολατιώτισσα», «Με ζουρνάδες με νταούλια», «Η χωριατοπούλα», «Η Αρμενίτσα», «Βαρκάρης», «Γκαρσόνα», «Ναζιάρα μου», «Αν σ' αγαπώ δε φταίω εγώ», «Μια μελαχρινή», «Για μια τσαχπίνα μερακλού», «Για μένα δε σε μέλλει», «Αμάν Αννίτσα», «Έλα καράβι πάρε με», «Άσε τα κόλπα», «Να ζήσεις αμαξά μου» κ.ά.

Μετά τον πόλεμο δεν τραγούδησε ξανά σε δίσκους. Πέθανε στις 17 Ιουνίου του 1969, στο Αιγάλεω. (Πηγή: «Σαν σήμερα.gr»).