Πόσα τραγούδια έψαλε ο ελληνικός λαός μόνον για τον Κατσαντώνη;

Κωδικός Πόρου: 00285-113020-1172
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 19/09/11 16:08
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Ελληνικό Τραγούδι, 00285-113020-1172




Περιγραφή:

Πόσα τραγούδια έψαλε ο ελληνικός λαός μόνον για τον Κατσαντώνη;

Μπορεί κάποιοι να θέλουν να διαγράψουν την Ελληνική Ιστορία από τα σχολικά βιβλία, όμως οι Έλληνες βίωσαν πολλά και συγκλονιστικά πράγματα μέχρι να δουν την πατρίδα τους ελεύθερη!. Μια ελευθερία που απέκτησαν με  αίμα και θυσίες!..Διαβάστε πώς η ελληνική μούσα εξύμνησε τα κατορθώματα του θρυλικού ήρωα Κατσαντώνη μέσα από τα δημοτικά τρογούδια, που έψαλε ο λαός στους ήρωές του!..

ΕΙΝΑΙ γνωστό ότι ο θρυλικός ήρωας Κατσαντώνης (1775; – Ιωάννινα 1808), όπως γράφουν όλες οι ιστορικές πηγές, ήταν ο πασίγνωστος ήρωας, ο πολυθρύλητος κλέφτης από την Ήπειρο. Το πραγματικό του όνομα ήταν Αντώνης Μακρυγιάννης.

Έδρασε στην ευρύτερη περιοχή των Αγράφων, στα χρόνια του Αλή πασά. Αφού έχασε τους δικούς του και την περιουσία του εξαιτίας του Αλή, έγινε κλέφτης στα βουνά και άρχισε να τρομοκρατεί την επικράτειά του.

Ο Κατσαντώνης νίκησε πολλές φορές τον στρατό του Αλή και πήρε εκδίκηση με σκληρό τρόπο. Κάποτε όμως αρρώστησε και αποσύρθηκε σε μια σπηλιά. Εκεί τον βρήκαν, ύστερα από προδοσία, οι άνθρωποι του Αλή πασά, τον συνέλαβαν και τον σκότωσαν, αφού τον βασάνισαν.

Η ιστορία του προεπαναστατικού ήρωα Κατσαντώνη συγκίνησε βαθιά τις πλατιές μάζες του ελληνικού λαού και πέρασε στην ηρωική, κλέφτικη ποίηση καθώς επίσης στο ρεπερτόριο του λαϊκού θεάτρου του Καραγκιόζη, το oποίο αναπαρέστησε μυθικά το μαρτύριό του. Τέλος, χάρη στην πένα του Κωνσταντίνου Ράμφου, έγινε δημοφιλές λαϊκό ανάγνωσμα.

Ας διαβάσουμε, λοιπόν, μερικά από τα γνωστότερα τραγούδια, που έψαλε η λαϊκή μούσα για τον θρυλικό μας ήρωα:

1. Βαρείτε τ' άπιστα σκυλιά πριν να κρυφτεί ο ήλιος
πριν νυχτώσ' ο ουρανός και βρουν το γλυτωμό τους.
Κι Αλάχ, Αλάχ κράζουν οι Τούρκοι και τρομαγμένοι φεύγουν.
Αλάχ μεντέτ Αλάχ μεγάλο κιαμέτε...

2. Ποιός έχ αράδα σήμερα να βγει στο καραούλι;
Χουλιάρας είναι σήμερα κι ο Νίκος Καψομούνης.
Νικόλα, πρόσεξε καλά κι εσύ ωρέ Χουλιάρα.
Τα δυο τα παλικάρια πιάσαν τα καραούλια.
Οι κλέφτες λημεριάζανε στη ράχη στη "Βουλγάρα".
Άλλοι γυάλιζαν τ' άρματα, μπάλωναν τα τσαρούχια
τραγούδαγαν χορεύανε κι" έριχναν στο σημάδι.
Ένας αστρίτης πέρασε μπροστά από τους κλέφτες.
Μακρύς ως μια ουργιά χοντρός πολύ και παρδαλός,
χάθηκε μεσ' στις φτέρες.
Κακό σημάδι των κλεφτών και των Κατσαντωναίων.
"Τούτα τα ζεύκια σήμερα σε λύπη θα μας βγούνε..."
Κι εκεί που κουβεντιάζανε, το καραούλι χούιαξε:
"Παιδιά πάρετε τ' άρματα γιατί μας έχουνε χωσιά,
μας πρόδωσε ο Τσολάκογλου,
μας έζωσε η παγανιά του Άγο Μουχουρντάρη".
Κι ο Κατσαντώνης χούγιαξε: "Πιάστε τα πόστα δυνατά,
πιάστε τα μετερίζια".
Κι ο πόλεμος αρχίνησε ανάμεσα το γιόμα.
Κατά τ' απομεσήμερο φώναξ' ο Κατσαντώνης:
"Γιουρούσι κάμετε παιδιά αφήστε τα ταμπούρια".
Πρώτος τραβάει το σπαθί και κάνει το γιουρούσι.
Στο πρώτο και στο δεύτερο κανένας δεν σκοτώθηκε.
Ο ένας αμπώχνει εκατό κι εκατό τους χίλιους.
Στο τρίτο και στο τέταρτο χάθηκαν δέκα - οχτώ,
ανάμεσα και ο Δίπλας".

3. "Τσ' Αρβανιτιάς οι μπέηδες του Άγου οι Αρβανίτες
στη Βουλγάρα κοίτονται κορμιά δίχως κεφάλια.
Κι όσοι διαβάτες αν διαβούν στέκουν και τα ρωτάνε:
Κορμιά πουν' τα κεφάλια σας και πούναι τ' άρματα σας;
Οι κλέφτες μας τα πήρανε και οι Κατσαντωναίοι.
Το κρίμα ναχ' ο Βάσαρης ο Άγος Μουχουρντάρης".

4. Ο Λιάζαγας ξεκίνησε και στην Τριφύλα πάγει
κι ο Κατσαντώνης χούγιαξε από το μετερίζι.
- Που πας Λιαζαντερβέναγα, που πας παλιομουρτάτη,
εδώ 'χω τα κλεφτόπουλα, εδώ 'χω τους χασάπες.
- Σ' εσέν' έρχομαι Αντώνη μου, σ' εσένα Κατσαντώνη.
Τρία τουφέκια τούριξε, τα τρ' αράδα - αράδα.
Τόνα τον παίρνει στο πλευρό και τ' άλλο στο κεφάλι,
Το τρίτο το φαρμακερό, ανάμεσα στα μάτια.
Τους Τούρκους παίρνουνε μπροστά και στον Κλειτσό τους κλειούνε.

5. "- Αντώνη μου τι σκέπτεσαι, τ' είσαι συλλογισμένος;"
Ο Κατσαντώνης του απαντά:
"- Εψές μούρθαν τα γράμματα από το Γέρο - Δήμα
Απ' όξω λέει τ' απόγραμμα και μέσα λέει το γράμμα:
Μου πήρε τη γυναίκα μου και το μικρό παιδί μου
Ο Βελή - Γκέκας το σκυλί το άπιστο ζαγάρι".

6. Δεν είν' εδώ τα Γιάννενα, δεν είν' εδώ ραϊάδες,
για να τους ψένεις σαν τραγιά, σαν τα παχειά κριάρια,
εδώ 'ναι λόγγοι και βουνά και κλέφτικα τουφέκια.
Τρία τουφέκια τόδωκαν, τα τρί - αράδ - αράδα,
Τόνα τον πήρε ξώδερμα και τ' άλλο στο κεφάλι
το τρίτο το φαρμακερό τον πήρε στην καρδιά του.
Το στόμα αίμα γιόμισε, τα χείλη του φαρμάκι.

7. Κάρτε σκρούετ Αλή πασά ο Κατσαντώνης ταναξίνε".
(χαρτί έγραφε ο Αλή πασάς να πιάσουνε τον Κατσαντώνη).
Στροφή:
Αϊντε Αντων' μωρ' Αντων' / μωρ' Αντων' Μωρ' Αντων'
Κατσαντώνη ταναξίνε με ντουφέκια μοσιβρίνε
(τον Κατσαντώνη να πιάσουν, με τουφέκια να μην τον βαρέσουν).

8. Μαυρίζουν πάλι τα βουνά μαυρίζουνε κι οι κάμποι
κι οι ρεματιές αχολογάν
τι νάν' ο αχός που ακούγεται;
Ο Κατσαντώνης πολεμά με τους Αρβανιτάδες.
Χίλιους σκοτώνει στο βουνό και χίλιους μεσ' στον κάμπο.
Τρία μπαϊράκια άρπαξε κι όλον τον τσαμπχανέ τους
και σαν τα γίδια φεύγουνε σαν πρόβατα
σκορπάνε.

9. Τ' είν' ο βορηάς που σηκώθηκε τ' είναι κι' η μαύρη μπόρα;
Ο Κατσαντώνης πολεμά με τους Αρβανιτάδες...

10. Πολλά ντουφέκια πέφτουνε στα Βραγγιανά στη Ράχη.
Ο Νικοθέος κι ο Βέλη Γκέκας αντάμα πολεμάνε.
Στέλνουνε βούλα και γραφή σ' όλους τους Αγραφιώτες
χαμπέρι να τους στείλουνε για τους Κατσαντωναίους.
Κι ο Κατσαντώνης έφτασε με όλα του τ' ασκέρια.
Χαϊντούτη: πιάσε τ' Άγραφα, Κονόμα τα πετρέλια
ο Ζαχαράκης κι ο Μακρής να πιάσουν τα γιοφύρια.
Του Βεληγκέκα πιάσανε όλα του τα καρτέρια.
Κι ο Κατσαντώνης χούγιαξε και λέει στο Βέλη Γκέκα.
Που πας ρε κερατά Βέλη, σαν την παλιογελάδα;
Και με την πρώτη ντουφέκια τον παίρνει στο κεφάλι.

11. Πολλά ντουφέκια πέφτουνε μεσ' στο Μοναστηράκι.
Μήνα σε γάμο πέφτουνε μήνα σε πανηγύρι;
ουδέ σε γάμο πέφτουνε ουδέ σε πανηγύρι.
Τον Κατσαντώνη πιάσανε κατάκοιτον στο στρώμα.
Κι ο Κατσαντώνης χούγιαξε και ο Κατσαντών'ς φωνάζει.
Πολέμα Γιώργο όσο μπορείς πολέμα και χουχότα.
Μήπως ακούσουν τα παιδιά και ο Κώστας Λεπενιώτης
και πάνε και τα πιάσουνε στα Βραγγιανά στη Ράχη.

12.Έχω και μια σεβαστική, που στήνει μοιρολόγια
στα παραθύρια κάθεται, τις στράτες αγναντεύει,
τις στράτες και τα πέλαγα και όλα τα κορφοβούνια,
Αντώνη μ' γιατί δε φαίνεσαι ψηλά στα κορφοβούνια,
γιατί νιους βλέπω, βλέπω νιους και κόβετ' η καρδιά μου.
Μας πρόδωσε, μας έδωσε σ' αυτούς ο Παληογκούρλιας.