Τι γνώριζε ο Ηρακλής για τον Κένταυρο Φόλο και πώς αυτός σκοτώθηκε στην Φολόη της Αρκαδίας;

Κωδικός Πόρου: 00285-112838-141
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 10/04/11 16:22
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Ελληνική Μυθολογία, 00285-112838-141




Περιγραφή:


 Αναμφίβολα ο Ηρακλής δεν είχε μόνο σωματική, αλλά και πνευματική δύναμη, παρά τα όσα λέγουν ορισμένοι. Απόδειξη το γεγονός ότι ήταν μύστης και γνώστης πολλών μυστικών, που γνώριζαν μόνον οι άνθρωποι της υψηλής διανόησης, όπως ο Διόνυσος !.. 


 

ΕΙΝΑΙ αλήθεια ότι όταν ο Ηρακλής πήγαινε να πιάσει τον Ερυμάνθιο Κάπρο, πέρασε από το βουνό Φολόη στην Αρκαδία. Το βουνό αυτό είχε ονομαστεί έτσι από τον Φόλο, έναν από τους Κενταύρους που ζούσαν εκεί, γιο του Σειληνού και της νύμφης Μελιάς. Αυτός ο Κένταυρος λοιπόν φιλοξένησε τον Ηρα­κλή στη σπηλιά του. Πήρε σφαχτάρι, έψησε κομ­μάτια του και τα έβαλε στον Ηρακλή να φάει, ενώ ο ίδιος τα έτρωγε ωμά. Από το φαΐ όμως δίψασε ο Ηρακλής και του ζήτησε κρασί. Ο Φόλος τού είπε πως είχε ένα πιθάρι χωμένο στη γη, αλλά φοβόταν να το ανοίξει. Ανήκε σε όλους τους Κενταύρους και δεν επιτρεπόταν να το ανοίξει μόνος του. Μια παλιά ιστορία έλεγε πως κάποτε, στα παλιά χρό­νια, ο Διόνυσος είχε δώσει το πιθάρι αυτό σε κά­ποιον Κένταυρο και του έδωσε προσταγή, τότε μόνο να το ανοίξει, όταν θα ερχόταν εκεί ο Ηρα­κλής. Το περιστατικό αυτό είχε γίνει πριν από τέσ­σερις γενιές και τώρα το θυμήθηκε ο Φόλος, αλλά δίσταζε να πειράξει το πιθάρι. Ο Ηρακλής όμως τον έπεισε τελικά να το ξεχώσει από τη γη και στρώθηκαν και οι δύο στο πιοτό.

Καθώς όμως άνοιξαν το πιθάρι, η μυρωδιά από το παλιό κρασί ξεχύθηκε γύρω και έφτασε στα ρουθούνια των άλλων Κενταύρων, που έμεναν κοντά, και τους ξετρέλανε η επιθυμία να πιουν κι αυτοί. 'Ορμησαν λοιπόν στη σπηλιά του Φόλου να πάρουν το κρασί. 'Ηταν όλοι οπλισμένοι με με­γάλες πέτρες ή με έλατα βγαλμένα με τη ρίζα. Άλλοι είχαν ανάψει μεγάλους πυρσούς, έτοιμοι να βάλουν φωτιά, και μερικοί κρατούσαν τσεκού­ρια στα χέρια. Μόλις άρχισε η επίθεση, ο Φόλος κρύφτηκε απ' το φόβο του, και έμεινε ο Ηρακλής να τα βγάλει πέρα μόνος του. Η δυσκολία ήταν πως είχε να αντιμετωπίσει πλάσματα που από τη μια ήταν θεοί, από τη μητρική τους καταγωγή, κι από την άλλη έτρεχαν σαν άλογα- είχαν δηλ. διπλή δύναμη: την αντοχή και τη δύναμη του ζώου και το λογικό και την πείρα των ανθρώπων. Κοντά σ' αυτά ήταν και η μητέρα τους η Νεφέλη που αγωνιζόταν με το μέρος τους και έριχνε βροχή ασταμάτητα. Η νεροποντή δεν ενοχλούσε τους Κενταύρους, που μπορούσαν να τρέχουν άνετα με τα τέσσερα, ενώ εμπόδιζε φοβερά τον Ηρακλή που δεν μπορούσε να σταθεί πάνω στο γλιστερό έδαφος. Όμως και με όλα αυτά ο Ηρακλής μπό­ρεσε να τους αντιμετωπίσει νικηφόρα.

Πρώτοι όρμησαν μέσα στη σπηλιά οι Κένταυροι Άγχιος και Άγριος. Ο Ηρακλής τους ανάγκασε να γυρίσουν πίσω, πετώντας τους αναμμένα δαυλιά. Τους άλλους τους απέκρουσε ρίχνοντας τους βέλη με το τόξο του και άρχισε να τους κυνηγάει ως το ακρωτήριο Μαλέα. Από εκεί κατέ­φυγαν στον Κένταυρο Χείρωνα που κατοικούσε δίπλα στο ακρωτήρι, όπου είχε καταφύγει όταν τον έδιωξαν οι Λαπίθες από την παλιά του κατοι­κία στο Πήλιο. Ο Ηρακλής ωστόσο ακολούθησε τους Κενταύρους που ζήτησαν καταφύγιο στον Χείρωνα. Σε μια στιγμή έριξε ένα βέλος ενάντια στον Κένταυρο Έλατο με τόση δύναμη που, αφού του τρύπησε το βραχίονα, πήγε και σφηνώθηκε στο γόνατο του ίδιου του Χείρωνα. Μόλις το είδε αυτό ο Ηρακλής στενοχωρήθηκε. 'Ετρεξε και τράβηξε το βέλος από το γόνατο του Χείρωνα και έβαλε πάνω στην πληγή φάρμακο. 'Ομως επειδή τα βέλη του Ηρακλή ήταν δηλητηριασμένα, δεν μπορούσε να γιατρευτεί το τραύμα. Ο Χειρών αποτραβήχτηκε λοιπόν στη σπηλιά του και ήθελε να πεθάνει· αυτό όμως δεν γινόταν γιατί ήταν αθάνατος. Τότε πρότεινε ο Προμηθέας στον Δία να γίνει αυτός αθάνατος στη θέση του Χείρωνα, και έτσι πέθανε ο Κένταυρος. Και από τους άλ­λους Κενταύρους πέθαναν πολλοί, που είναι γνω­στά τα ονόματα τους: Δάφνις, Αργείος, Αμφίων, Ιπποτίων, Όρειος, Ισοπλής, Μελαγχαίτης, Θηρέας, Δούπων, Φρίξος.

Από αυτούς που κατάφεραν να διαφύγουν, άλλοι σώθηκαν, όπως ο Ευρυτίων στη Φολόη και ο Νέσσος στον Εύηνο ποταμό. Τους πιο πολλούς, που κατέφυγαν στην Ελευσίνα, τους δέχτηκε ο Ποσειδώνας και τους σκέπασε με ένα βουνό. Άλλους όμως τους βρήκε πάλι ο θάνατος. Ο Ομάδος πήγε στην Αρκαδία όπου συνάντησε την αδελφή τού Ευρυσθέα, την Αλκυόνη, και θέλησε να ενωθεί μαζί της. Επειδή όμως αυτή δεν ήθελε, προσπάθησε να τη βιάσει, και τότε ο Ηρακλής τον σκότωσε. ' Άλλη τύχη είχε ο φίλος του Ηρακλή, ο Φόλος. Από υποχρέωση στους όμοιούς του άρχι­σε να θάβει τους νεκρούς. Σε μια στιγμή τράβηξε το βέλος από κάποιον σκοτωμένο Κένταυρο και καθώς το κοίταζε απορούσε πώς ένα τόσο μικρό πραγματάκι ήταν δυνατόν να σκοτώσει τόσο μεγά­λα πλάσματα. Καθώς όμως το τριγυρνούσε ανά­μεσα στα δάχτυλα του και το περιεργαζόταν, του ξέφυγε και του έπεσε στο πόδι· τον πλήγωσε, και όπως ήταν δηλητηριασμένο, τον σκότωσε αμέσως. 'Οταν γύρισε ο Ηρακλής από το κυνήγι των Κενταύρων και είδε τον Φόλο νεκρό, τον έθαψε κάτω από το βουνό, που από τότε πήρε το όνομα του και λέγεται Φολόη.