Τι αναφέρει η Μυθολογία μας για τη νήσο Μήλο;

Κωδικός Πόρου: 00285-112817-2890
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 27/07/12 18:05
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Ελληνική Μυθολογία, 00285-112817-2890




Περιγραφή:

Τι αναφέρει η Μυθολογία μας για τη νήσο Μήλο;

Διαβάστε πώς με ένα αρχαίο ελληνικό μύθο βρήκαν την ερμηνεία τους τρεις ελληνικές λέξεις-ονόματα, όπως είναι η μηλιά, τα πρόβατα (μήλα καλούνταν στην αρχαιότητα) και η νήσος Μήλος!..

ΟΠΩΣ είναι γνωστό, σύμφωνα με την Ελληνική Μυθολογία, ο  Μήλος ήταν ένας νέος από τη Δήλο, που εγκατέλειψε την πατρίδα του, για να πάει στην Κύπρο τον καιρό που εκεί βασίλευε ο βασιλιάς Κινύρας• αυτός είχε ένα γιο που τον έλεγαν Άδωνι. Ο Κινύρας έδωσε τον Μήλο ως σύντροφο στον Άδωνι και καθώς ο νέος του φαινόταν προικισμένος με ωραίο παρουσιαστικό τον πάντρεψε με μια από τις στενές συγγενείς του, την Πελία.

Από το γάμο αυτόν γεννήθηκε ένα παιδί, που το ονόμασαν Μήλο, όπως τον πατέρα του. Η Αφροδίτη, που αγαπούσε τον Άδωνι, έδειξε εύνοια για το παιδί• το πήρε κάτω από την προστασία της και έβαλε να το μεγαλώσουν μέσα στο ναό της.

Ο Άδωνις όμως χτυπήθηκε από ένα αγριογούρουνο και πέθανε. Από απελπισία ο Μήλος, ο πατέρας, κρεμάστηκε από ένα δέντρο, που πήρε το όνομα μηλιά. Πρόκειται για τη γνωστή μας μηλιά, που κάνει τα ωραία, εύοσμα και ποικιλόμορφα μήλα [1]. Η Πελία, λοιπόν, κρεμάστηκε από το ίδιο δέντρο.

Η Αφροδίτη τους λυπήθηκε και μεταμόρφωσε τον Μήλο στο ομώνυμο φρούτο και την Πελία, τη γυναίκα του, σε περιστέρι (τα ιερά της πουλιά).

Όταν είδε, όμως, πως ο Μήλος έγινε άντρας και πως ήταν ο μόνος που επέζησε από το γένος του Κινύρα, τον διέταξε να επιστρέψει στη Δήλο. Εκεί ο Μήλος πήρε την εξουσία και ίδρυσε την πόλη Μήλο. Πρώτος αυτός δίδαξε πώς να κουρεύουν τα πρόβατα και να κατασκευάζουν από το μαλλί τους ρούχα. Γι’ αυτό και τα πρόβατα πήραν το όνομα μήλα (αυτή είναι η αρχαία ονομασία τους).

Έτσι, λοιπόν, με ένα μόνο μύθο βρήκαν την ερμηνεία τους τρεις ετυμολογίες!... [2]

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] μήλο το (ΑΜ μῆλον, Α δωρ. και αιολ. τ. μᾱλον)· 1. ο καρπός τής μηλιάς· 2. (συν. στον πληθ.) τα μήλα· τα κυρτότερα και πιο εξογκωμένα μέρη τών παρειών· || (νεοελλ.) 1. (φρ.) α) «το μήλο τής Έριδος»· η αιτία τής διχόνοιας, διεκδικούμενο πρόσωπο ή πράγμα· β) «το μήλο τού Αδάμ»· λαϊκή ονομασία τού θυρεοειδούς χόνδρου τού λάρυγγα, ο οποίος στους άνδρες προβάλλει συχνά στη μέση τής πρόσθιας επιφάνειας τού λαιμού, κν. καρύδι· γ) «μήλο τού παραδείσου»· κοινή ονομασία τού φυτού μούσα η κοινή· 2. (παροιμ.) «το μήλο κάτω απ' τη μηλιά θα πέσει»· λέγεται για τις περιπτώσεις τών τέκνων τα οποία κληρονομούν τον χαρακτήρα τών γονέων· || (νεοελλ.-μσν.) καθετί το εκλεκτό και όμορφο· || (μσν.-αρχ.) 1. κάθε αντικείμενο σφαιρικού σχήματος («τὰ σὰ δάκρυα μᾱλα ῥέοντι», Θεόκρ.)· 2. (στον πληθ.) οι μαστοί νέας κοπέλας· || (αρχ.) 1. είδος κολοκυθιάς· 2. το σποριάγγειο τού ρόδου· 3. οι αμυγδαλές· 4. κύπελλο με σχήμα μήλου· 5. (κατά τον Ησύχ.) (στον πληθ.) «τὰ ὑπὸ τοὺς ὀφθαλμοὺς οἰδήματα»· 6. (φρ.) α) «μῆλον Ἀρμενιακόν»· το βερίκοκο· β) «μῆλον Ἠπειρωτικόν»· το ροδόμηλο· γ) «μῆλον Κυδώνιον»· το κυδώνι· δ) «μῆλον Περσικόν»· το ροδάκινο· ε) «μῆλον Μηδικόν» ή «μῆλον κίτριον»· το πορτοκάλι ή το λεμόνι· στ) «μῆλον ἄγριον»· το αγριόμηλο. [ΕΤΥΜΟΛ. Λ. μεσογειακής προελεύσεως, άγνωστης ετυμολ. Τη λ. δανείστηκε η λατ. με τη μορφή mālum, mēlum. ΠΑΡ. μήλειος (I), μηλιά, μήλινος, μηλίτης (Ι)· (αρχ.) μηλίσκον, μηλίτις, μηλώδης, μηλών· (αρχ.-μσν.) μηλίς (Ι)· (μσν.) μηλάρι, μηλίτσι(ν). ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) μηλοφόρος· (αρχ.) μηλοβαφής, μηλόσπορος, μηλούχος, μηλάπιον, μηλοδροπήες, μηλοδωράκινον, μηλοειδής, μηλοκίτριον, μηλοκυδώνιον, μηλομαχία, μηλόμελι, μηλοπάρειος, μηλοπέπων, μηλοπλακούς, μηλοφύλαξ (Ι), μήλοψ (αρχ.-μσν.) μηλάγριον, μηλοκοπικός· (μσν.) μηλοπράτης, μηλόμασθος, μηλόχρους· (μσν.-νεοελλ.) μηλοφάγος (Ι)· (νεοελλ.) μηλοβόλος, μηλόκρασο, μηλοκύδωνο, μηλομάγουλο, μηλόπιτα. (Β' συνθετικό) κιτρόμηλο(ν), χαμαίμηλο(ν), χρυσόμηλο(ν)· (αρχ.) αγριοκοκκύμηλον, αμφίμηλον, αρίμηλον, γλυκύμηλον, κεδρόμηλον, κοκκύμηλον, κροκόμηλον, λασίμηλον, λιτρόμηλον, μελίμηλον, μονόμηλον, ροδόμηλον, υδρόμηλον, υδροχαμαίμηλον· (νεοελλ.) γεώμηλο, κορόμηλο, λωτόμηλο. (Πάπυρος, Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας)

[2] Βλέπε: Σέρβ., Σχόλ. στον Βιργ., Εκλ. 8, 37.