Ποιος ήταν ο Ιάσων, οι πραγματικοί Αργοναύτες και η άγνωστη θαλασσοπορία τους; (3)

Κωδικός Πόρου: 00285-112766-6532
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 17/12/14 16:42
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Ελληνική Μυθολογία, 00285-112766-6532




Περιγραφή:

Ποιος ήταν ο Ιάσων, οι πραγματικοί Αργοναύτες και η άγνωστη θαλασσοπορία τους; (3)

Ο Ιάσονας κήδεψε με λαμπρές τιμές το βασιλιά Κύζικο. Τρεις μέρες οι Αργο­ναύτες τον έκλαιγαν, όπως συνηθιζόταν, και ορ­γάνωσαν αγώνες, για να τον τιμήσουν. Η Κλείτη (ή Κλειτή) ωστόσο, η νεαρή γυναίκα του Κύζικου, μέσα στην απελπισία της κρεμάστηκε. Οι Νύμφες την έκλαψαν τόσο, που από τα δάκρυα τους σχηματίστηκε μια πηγή, που πήρε το όνο­μα Κλείτη. Οι Αργοναύτες, προτού φύγουν, επειδή θαλασσοταραχή τους εμπόδιζε να βγουν στο πέλαγος, ύψωσαν στο βουνό Δίνδυμο, που δεσπόζει επάνω από την Κύζικο, ένα άγαλμα της Κυβέλης, της μητέρας των θεών.

Η άγνωστη θαλασσοπορία των Αργοναυτών

ΣΥΝΕΧΙΖΟΝΤΑΣ το τρίτο και τελευταίο μέρος τωνΑργοναυτών, θα λέγαμε ότι η «Αργώ», το πασίγνωστο πλοίο τους, ναυπηγήθηκε στις Παγασές, λιμάνι της Θεσσαλίας, από τον Άργο με τη βοήθεια της θεάς Αθηνάς. Η ξυ­λεία προερχόταν από το Πήλιο, εκτός από το τμήμα της πλώρης, που το έφερε η θεά και που ήταν κομμάτι από την ιερή βαλανιδιά της Δω­δώνης. Το είχε δουλέψει η ίδια και το είχε προι­κίσει με λαλιά, που μπορούσε να προφητεύει.
Οι Αργοναύτες, μέσα σε μια μεγάλη κοσμο­συρροή, έριξαν την Αργώ στη θάλασσα στην ακτή των Παγασών και επιβιβάστηκαν, αφού τέ­λεσαν θυσία στον Απόλλωνα. Οι οιωνοί ήταν ευνοϊκοί. Έλεγαν τους ερμήνευσε ο Ίδμονας πως όλοι θα γύριζαν σώοι και αβλαβείς, εκτός από τον ίδιο τον Ίδμονα, που ήταν γραφτό να πεθάνει στο ταξίδι.
Πρώτο λιμάνι ήταν η Λήμνος. Εκείνο τον καιρό στο νησί δεν υπήρχαν παρά μόνο γυναί­κες, που είχαν σκοτώσει όλους τους άντρες τους (βλέπε στα λεξικά: Θόαντας, Υψιπύλη, Αφροδίτη κτλ.). Οι Αρ­γοναύτες ενώθηκαν με τις γυναίκες της Λήμνου και αυτές απέκτησαν γιους. Όταν έφυγαν, κα­τευθύνθηκαν στη Σαμοθράκη, όπου, με συμβου­λή του Ορφέα, μυήθηκαν στα μυστήρια. Μπή­καν ύστερα στον Ελλήσποντο και έφτασαν στην Κύζικο, τη χώρα των Δολιόνων, που ο βασιλιάς τους λεγόταν Κύζικος. Ο λαός αυτός τους δέχτη­κε φιλόξενα. Ο βασιλιάς τους κάλεσε σε συμπό­σιο και τους έδωσε πολλά δείγματα της φιλίας του. Την επόμενη νύχτα οι Αργοναύτες άνοιξαν πανιά, αλλά άνεμοι αντίθετοι σηκώθηκαν τη νύ­χτα και έτσι, χωρίς να το καταλάβουν, προτού ξημερώσει, πλησίασαν πάλι την ακτή των Δο­λιόνων. Οι Δολίονες δεν κατάλαβαν πως ήταν οι φιλοξενούμενοι της προηγούμενης μέρας που ξαναγύριζαν και τους πήραν για Πελασγούς πει­ρατές που έρχονταν, όπως γινόταν συχνά, να χτυπήσουν τη χώρα τους. Η μάχη άρχισε. Μόλις ήλθε η είδηση, ο βασιλιάς Κύζικος έσπευσε να βοηθήσει τους υπηκόους του. Γρήγορα όμως βρήκε το θάνατο από τον ίδιο τον Ιάσονα, ο οποίος του τρύπησε το στήθος πέρα ως πέρα με το ακόντιο. Οι υπόλοιποι Αργοναύτες κατέσφαξαν τους εχθρούς τους. Όταν όμως ξημέρωσε, οι δύο παρατάξεις κατάλαβαν το λάθος τους και θρήνησαν πολύ. Ο Ιάσονας κήδεψε με λαμπρές τιμές το βασιλιά Κύζικο. Τρεις μέρες οι Αργο­ναύτες τον έκλαιγαν, όπως συνηθιζόταν, και ορ­γάνωσαν αγώνες, για να τον τιμήσουν. Η Κλείτη (ή Κλειτή) ωστόσο, η νεαρή γυναίκα του Κύζικου, μέσα στην απελπισία της κρεμάστηκε. Οι Νύμφες την έκλαψαν τόσο, που από τα δάκρυα τους σχηματίστηκε μια πηγή, που πήρε το όνο­μα Κλείτη. Οι Αργοναύτες, προτού φύγουν, επειδή θαλασσοταραχή τους εμπόδιζε να βγουν στο πέλαγος, ύψωσαν στο βουνό Δίνδυμο, που δεσπόζει επάνω από την Κύζικο, ένα άγαλμα της Κυβέλης, της μητέρας των θεών.
Ο επόμενος σταθμός τους οδήγησε ανατολι­κότερα, στην ακτή της Μυσίας. Οι κάτοικοι τους υποδέχτηκαν με δώρα. Στο μεταξύ, ενώ οι Αργοναύτες ήταν απασχολημένοι με την ετοι­μασία του φαγητού, ο Ηρακλής, που έσπασε το κουπί του στη διάρκεια του ταξιδιού με τόση δύναμη κωπηλατούσε πήγε στο γειτονικό δά­σος, για να βρει ένα δέντρο και να κατασκευά­σει ένα άλλο κουπί. Ο Ύλας όμως, ο νέος που αγαπούσε και που μαζί του είχε επιβιβαστεί στην Αργώ, πήγε να βρει γλυκό νερό για την ετοιμασία του φαγητού. Στην άκρη μιας πηγής συνάντησε τις Νύμφες που χόρευαν. Οι Νύμφες θαμπωμένες από την ομορφιά του τον παρέσυ­ραν στην πηγή όπου πνίγηκε. Ο Πολύφημος, ένας από τους Αργοναύτες, άκουσε την κραυγή του νέου, την ώρα που χανόταν κάτω από το νε­ρό. Έτρεξε να τον βοηθήσει και στο δρόμο συ­νάντησε τον Ηρακλή, που γύριζε από το δάσος. Και οι δύο τότε άρχισαν να αναζητούν τον Ύλα. Πέρασαν όλη τη νύχτα περιπλανώμενοι στο δάσος και, όταν το πλοίο έφυγε, πριν ξημε­ρώσει, αυτοί δεν πρόλαβαν να επιβιβαστούν. Έ­τσι λοιπόν οι Αργοναύτες έπρεπε να συνεχίσουν το ταξίδι τους χωρίς τον Ηρακλή και τον Πολύ­φημο, γιατί οι Μοίρες δεν είχαν ορίσει να πά­ρουν μέρος στην κατάκτηση του Χρυσόμαλλου δέρατος οι δύο ήρωες. Ο Πολύφημος ίδρυσε εκεί κοντά την πόλη Κίο και ο Ηρακλής συνέχι­σε τους άθλους του ολομόναχος (βλέπε στα λεξικά: Ύλας και Ηρακλής).
Έπειτα η Αργώ έφτασε στη χώρα των Βεβρύκων, όπου βασίλευε ο Άμυκος. Όταν ο Άμυκος νικήθηκε από τον Πολυδεύκη, σύμφωνα μεορισμένες εκδοχές, ξέσπασε γενική μάχη ανά­μεσα στους Αργοναύτες και τους Βέβρυκες. Οι Βέβρυκες είχαν μεγάλες απώλειες και στο τέλος τράπηκαν σε φυγή προς όλες τις κατευθύν­σεις.
Την επόμενη μέρα οι Αργοναύτες έφυγαν πριν μπουν όμως στο Βόσπορο, έπιασε τρικυμία και αναγκάστηκαν να αράξουν στην ακτή της Θράκης, δηλαδή στην ευρωπαϊκή ακτή του Ελ­λήσποντου. Εκεί βρέθηκαν στη χώρα του Φινέα. Ο Φινέας ήταν ένας τυφλός μάντης, γιος του Ποσειδώνα, που οι θεοί τον τιμώρησαν με μο­ναδική κατάρα· κάθε φορά που βρισκόταν μπρο­στά σε ένα τραπέζι γεμάτο φαγητά, οι Άρπυιες, πλάσματα μισές γυναίκες και μισές πουλιά, έπε­φταν επάνω στα φαγητά, έπαιρναν ένα μέρος τους και αυτό που δεν μπορούσαν να πάρουν το βρώμιζαν με τα περιττώματα τους. Οι Αργοναύ­τες ζήτησαν από τον Φινέα να τους δώσει πλη­ροφορίες για την έκβαση του ταξιδιού που ανα­λάμβαναν. Ο μάντης δε θέλησε να τους δώσει απάντηση, αν προηγουμένως δεν τον ελευθέρω­ναν από τις Άρπυιες. Οι Αργοναύτες του είπαν να καθίσει στο τραπέζι τους και, όταν οι Άρ­πυιες όρμησαν, ο Κάλαης και ο Ζήτης, που ήταν φτερωτοί, γιοι καθώς ήταν ενός θεού του ανέ­μου, όρμησαν και τις κυνήγησαν ως τη στιγμή που οι Άρπυιες εξαντλημένες υποσχέθηκαν, στο όνομα της Στύγας, να μην ενοχλήσουν ξανά το βασιλιά Φινέα. Λυτρωμένος από αυτή την κατά­ρα, ο Φινέας αποκάλυψε στους Αργοναύτες ένα μέρος από τα μελλούμενα, ό,τι ακριβώς ήταν επιτρεπτό να γνωρίζουν. Τους ειδοποίησε να φυλαχτούν από έναν κίνδυνο, που σύντομα θα τους απειλούσε στο δρόμο, τις Συμπληγάδες Πέ­τρες (τις Κυάνεες), κάτι κινητούς βράχους που έπεφταν ο ένας επάνω στον άλλο. Για να μά­θουν αν μπορέσουν να περάσουν ανάμεσα από αυτούς τους βράχους, ο Φινέας τους συμβούλευ­σε να αφήσουν να προηγηθεί ένα περιστέρι. Αν αυτό κατορθώσει και διασχίσει το πέρασμα, τό­τε και αυτοί χωρίς κίνδυνο θα μπορέσουν να το ακολουθήσουν. Αν όμως οι βράχοι κλείσουν επάνω του, τότε σημαίνει πως η θέληση των θε­ών είναι αντίθετη και πως φρόνιμο θα ήταν να εγκαταλείψουν το εγχείρημα τους. Κατόπιν τους έδωσε μερικές οδηγίες για τα κυριότερα σημά­δια της πορείας τους.
Ύστερα από αυτόν το χρησμό οι Αργοναύτες συνέχισαν το δρόμο τους. Μόλις έφτασαν μπρο­στά στους Κυανούς Βράχους, που ονομάζονται
και Συμπληγάδες Πέτρες, άφησαν ένα περιστέρι που κατόρθωσε να διασχίσει το πέρασμα· οι βράχοι όμως, καθώς ξανάκλειναν, έπιασαν τα μακρύτερα φτερά της ουράς του. Οι Αργοναύτες περίμεναν να ανοίξουν και πάλι οι βράχοι και τότε πέρασαν με τη σειρά τους. Το πλοίο βγήκε σώο και αβλαβές, αλλά καταστράφηκε ελαφρά στην πρύμνη, το ίδιο όπως η ουρά του περιστε­ριού. Από εκείνη την εποχή οι Συμπληγάδες Πέ­τρες έμειναν ακίνητες, γιατί η μοίρα ήθελε να σταματήσει η κίνηση τους, μόλις ένα καράβι κατόρθωνε να περάσει ανάμεσα τους.
Οι Αργοναύτες, έχοντας έτσι εισχωρήσει στον Εύξεινο Πόντο τη Μαύρη Θάλασσα έφτασαν στη χώρα των Μαριανδυνών, όπου ο βασιλιάς τους Λύκος τους υποδέχτηκε φιλόξενα. Εκεί στο κυνήγι πέθανε ο μάντης Ίδμονας, πλη­γωμένος από έναν κάπρο. Εκεί επίσης πέθανε και ο Τίφης, ο κυβερνήτης, και στο τιμόνι τον αντικατέστησε ο Αγκαίος. Κατόπιν οι Αργοναύ­τες πέρασαν τις εκβολές του Θερμόδοντα (το ποτάμι που στις όχθες του λένε πως ζούσαν κά­ποτε οι Αμαζόνες) και έπειτα ακολουθώντας τον Καύκασο έφτασαν στις εκβολές του Φάση, στην Κολχίδα, που ήταν ο σκοπός του ταξιδιού τους.
Οι Αργοναύτες αποβιβάστηκαν και ο Ιάσονας πήγε στο βασιλιά Αιήτη, στον οποίο εξέθεσε την αποστολή, που του εμπιστεύτηκε ο Πελίας. Ο βασιλιάς δεν αρνήθηκε να του δώσει το Χρυ­σόμαλλο δέρας, του έβαλε όμως όρο να ζέψει, χωρίς βοήθεια, δύο ταύρους με χάλκινα πόδια, που έβγαζαν φωτιά από τα ρουθούνια. Αυτοί οι τερατώδεις ταύροι, δώρα του 'Ηφαίστου στον Αιήτη, δεν είχαν γνωρίσει ποτέ ζυγό. Όταν αυ­τή η πρώτη δοκιμασία θα είχε πραγματοποιηθεί, ο Ιάσονας θα έπρεπε ακόμη να οργώσει ένα χω­ράφι και να σπείρει τα δόντια ενός δράκοντα (ήταν τα υπόλοιπα από τα δόντια του δράκοντα του Άρη στη Θήβα, που η Αθηνά είχε δώσει στον Αιήτη, (βλέπε στα λεξικά: Κάδμος και Άρης).
Ο Ιάσονας αναρωτιόταν πώς θα μπορούσε να ζέψει αυτά τα θηρία, όταν η Μήδεια, η κόρη του βασιλιά, που ένιωθε ένα παράφορο πάθος γι' αυ­τόν, ήρθε να τον βοηθήσει. Στην αρχή του απέ­σπασε την υπόσχεση να την πάρει γυναίκα του, αν τον βοηθούσε να ξεπεράσει τις δοκιμασίες, που του είχε βάλει ο πατέρας της, και να την οδηγήσει στην Ελλάδα. Ο Ιάσονας έδωσε το λό­γο του. Η Μήδεια τότε του έδωσε ένα μαγικό φίλτρο (γιατί ήταν έμπειρη σε όλες τις απόκρυ­φες τέχνες), με το οποίο έπρεπε να αλείψει τηνασπίδα και το σώμα του, προτού επιτεθεί στους ταύρους του 'Ηφαίστου. Το φίλτρο είχε την ιδιότητα να κάνει άτρωτο από σίδερο και φωτιά όποιον θα αλειφόταν μ' αυτό1 και θα ήταν άτρω­τος για μια ολόκληρη μέρα. Ακόμα του αποκά­λυψε πως τα δόντια του δράκοντα θα γεννούσαν μια σειρά οπλισμένους άντρες που θα προσπα­θούσαν να τον σκοτώσουν. Αυτός δεν είχε παρά να ρίξει ανάμεσα τους, και από μακριά, μια πέ­τρα. Τότε οι άντρες θα ρίχνονταν ο ένας επάνω στον άλλο, αλληλοκατηγορούμενοι για το ποιος έριξε την πέτρα και τέλος θα πέθαιναν από τα ίδια τους τα χτυπήματα.
Έτσι προστατευμένος ο Ιάσονας κατάφερε να βάλει τους ταύρους στο ζυγό, να τους ζέψει στο άροτρο, ύστερα να οργώσει το χωράφι και τέλος να σπείρει τα δόντια του δράκοντα. Έπειτα κρύ­φτηκε και από μακριά λιθοβόλησε τους άντρες, που γεννήθηκαν από αυτή την περίεργη σπορά. Οι άντρες άρχισαν να χτυπιούνται αναμεταξύ τους και ο Ιάσονας επωφελήθηκε από την απρο­σεξία τους και τους εξολόθρευσε όλους.
Ο Αιήτης ωστόσο δεν κράτησε την υπόσχεση του. Προσπάθησε να κάψει την Αργώ και να σκοτώσει το πλήρωμα της. Προτού όμως αυτός βρει καιρό να πραγματοποιήσει το σχέδιο του, ο Ιάσονας, με οδηγό τη Μήδεια, άρπαξε το Χρυ­σόμαλλο δέρας (τα μάγια της Μήδειας αποκοίμησαν το δράκοντα που το φύλαγε) και έφυγε γρήγορα.
Όταν ο Αιήτης ανακάλυψε ότι ο Ιάσονας τρά­πηκε σε φυγή παίρνοντας μαζί του το Χρυσό­μαλλο δέρας και αρπάζοντας την κόρη του, ρί­χτηκε στο κυνήγι του πλοίου. Η Μήδεια, η οποία το είχε προβλέψει, σκότωσε τον αδελφό της Άψυρτο, που είχε πάρει μαζί της, και σκόρ­πισε τα μέλη του στο δρόμο. Ο Αιήτης έχασε χρόνο, για να τα μαζέψει, και όταν τέλειωσε, ήταν πολύ αργά πια, για να σκεφτεί να προλάβει τους φυγάδες. Έτσι, παίρνοντας μαζί του τα μέ­λη του γιου του, έφτασε στο πιο κοντινό λιμάνι, που ήταν οι Τόμοι, στη δυτική ακτή του Εύξει­νου Πόντου, και εκεί έθαψε το παιδί του. Προ­τού γυρίσει όμως στην Κολχίδα, έστειλε πολ­λούς υπηκόους του να κυνηγήσουν την Αργώ, λέγοντας τους ότι, αν δεν έφερναν πίσω τη Μή­δεια, θα τους σκότωνε αντί γι' αυτή.
Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ο Αιήτης είχε στεί­λει τον Άψυρτο να κυνηγήσει την αδελφή του, αλλά ο Ιάσονας τον σκότωσε, με προδοσία και με τη βοήθεια της Μήδειας, σ' ένα ναό αφιερωμένο στην Άρτεμη, στις εκβολές του Δούναβη (Ίστρος). Όπως και αν είναι, οι Αργοναύτες συ­νέχισαν το δρόμο τους προς το Δούναβη και ανέβηκαν τον ποταμό ως την Αδριατική (την εποχή που πλάστηκε αυτή η εκδοχή του μύθου, ο Δούναβης ή Ίστρος, θεωρούνταν ποτάμι αρτη­ρία, που ένωνε τον Εύξεινο Πόντο και την Αδριατική). Ο Δίας, οργισμένος από το φόνο του Άψυρτου, έστειλε καταιγίδα, που ξεστράτι­σε το πλοίο από την πορεία του. Τότε το πλοίο άρχισε να μιλάει και αποκάλυψε την οργή του Δία. Πρόσθεσε ότι αυτή η οργή δε θα έπαυε, πα­ρά μόνο αν οι Αργοναύτες καθαίρονταν από την Κίρκη. Τότε το πλοίο ανέβηκε τον Ηριδανό (τον Πάδο) και τον Ροδανό μέσα από τη χώρα των Λιγύρων και των Κελτών. Από εκεί ξαναβγήκαν στη Μεσόγειο, περιέπλευσαν τη Σαρδηνία και έφτασαν στη νήσο Αία, το βασίλειο της Κίρκης (πρόκειται χωρίς αμφιβολία για τη χερσόνησο του Monte Circeo, στα βόρεια της Γκαέτας, ανάμεσα στο Λάτιο και την Καμπανιά). Εκεί η μάγισσα, η οποία ήταν, όπως και ο Αιήτης, παι­δί του Ήλιου και συνεπώς θεία της Μήδειας, καθήρε τον ήρωα, συνομίλησε ώρα πολλή με τη Μήδεια, αλλά δε δέχτηκε με κανέναν τρόπο να φιλοξενήσει στο παλάτι της τον Ιάσονα. Το πλοίο συνέχισε τότε την περιπλάνηση του και οδηγημένο από την ίδια τη Θέτιδα, με εντολή της Ήρας, διέσχισε τη θάλασσα των Σειρήνων. Εκεί ο Ορφέας τραγούδησε τόσο όμορφα, που οι Αργοναύτες δεν επιθύμησαν καθόλου να αντα­ποκριθούν στο κάλεσμα των Σειρήνων. Μόνο ένας Αργοναύτης, ο Βούτης, έφτασε κολυμπώ­ντας στο βράχο των Σειρήνων τον έσωσε όμως η Αφροδίτη, που τον πήρε και τον εγκατέστησε στο Λιλύβαο (τη σημερινή Μαρσάλα) στη δυτι­κή ακτή της Σικελίας.
Ύστερα η Αργώ συνάντησε στο δρόμο της το στενό της Σκύλλας και της Χάρυβδης, έπειτα τα πλανώμενα νησιά (αναμφίβολα πρόκειται για τα νησιά Λιπαρές, σήμερα Lipari) επάνω από τα οποία υψωνόταν μαύρος καπνός. Τέλος έφτα­σαν στην Κέρκυρα, τη χώρα των Φαιάκων, που βασιλιάς τους ήταν ο Αλκίνοος. Εκεί συνάντη­σαν μια ομάδα Κόλχων, που ο Αιήτης είχε στεί­λει για να τους καταδιώξει. Οι Κόλχοι ζήτησαν από τον Αλκίνοο να τους παραδώσει τη Μήδεια. Ο Αλκίνοος πρώτα συμβουλεύτηκε τη γυναίκα του Αρήτη και έπειτα τους απάντησε πως το αί­τημα τους θα γινόταν δεκτό, αν έβρισκαν ότι η Μήδεια ήταν παρθένα. Αν όμως είχε ήδη γίνει γυναίκα του Ιάσονα, τότε έπρεπε να μείνει μαζί του. Η Αρήτη εκμυστηρεύτηκε στη Μήδεια την απόφαση του Αλκίνοου, και ο Ιάσονας έσπευσε να εκπληρώσει τον όρο που θα έσωζε τη Μή­δεια. Ο Αλκίνοος άλλο δεν είχε παρά να αρνηθεί να παραδώσει τη νέα γυναίκα. Οι Κόλχοι τότε, μη τολμώντας να γυρίσουν πίσω στην πατρίδα τους, εγκαταστάθηκαν στη χώρα των Φαιάκων. Και οι Αργοναύτες βγήκαν πάλι στο πέλαγος.
Μόλις άφησαν την Κέρκυρα, μια καταιγίδα τους έριξε στις ακτές της Λιβύης, κοντά στις Σύρτες. Εκεί υποχρεώθηκαν να μεταφέρουν το πλοίο τους επάνω στους ώμους τους ως τη λίμνη Τριτωνίδα. Χάρη στον Τρίτωνα, το θεό της λί­μνης, βρήκαν διέξοδο προς τη θάλασσα και συ­νέχισαν το ταξίδι τους με κατεύθυνση την Κρή­τη. Σ' αυτή τους όμως την περιπέτεια έχασαν δύο συντρόφους, τον Κάνθο και τον Μόψο (οι οποίοι εξάλλου δεν εμφανίζονται σε όλους τους καταλόγους των Αργοναυτών που μας παραδό­θηκαν.
Στην Κρήτη, τη στιγμή που αποβιβάζονταν, έπεσαν επάνω σε έναν Γίγαντα, τον Τάλο, ένα τερατώδες ρομπότ, δημιούργημα του 'Ηφαί­στου, στον οποίο ο Μίνωας είχε αναθέσει να υπερασπίζεται το νησί από κάθε επιδρομή. Ο Τάλος άρπαζε τεράστιους βράχους από την ακτή και τους έριχνε από μακριά επάνω στα καράβια που περνούσαν, για να τα απομακρύνει από το νησί. Τρεις φορές τη μέρα έκανε το γύρο του νη­σιού. Αυτός ο Γίγαντας ήταν άτρωτος, είχε όμως στον αστράγαλο, κάτω από το τραχύτατο δέρμα του, μια φλέβα, κέντρο της ζωής του. Αν αυτή η φλέβα έμενε ανοιχτή, ο Τάλος θα πέθαι­νε. Η Μήδεια με τα ξόρκια της κατόρθωσε να νικήσει τον Γίγαντα. Τον έκαμε να χάσει τα λο­γικά του, στέλνοντας του απατηλά οράματα, και κατάφερε μ' αυτόν τον τρόπο να τον κάμει να σχίσει τη φλέβα του αστραγάλου του επάνω σε ένα βράχο. Πέθανε αμέσως. Οι Αργοναύτες τότε προσορμίστηκαν, αποβιβάστηκαν και πέρασαν τη νύχτα στην ακτή. Την επόμενη μέρα έχτισαν ιερό στην Μινώα Αθηνά και ξανάφυγαν.
Στο Κρητικό Πέλαγος ξαφνικά τους κάλυψε σκοτεινή νύχτα, όλο μυστήριο, και διέτρεξαν πολλούς κινδύνους. Ο Ιάσονας επικαλέστηκε τον Φοίβο, παρακαλώντας τον να φανερώσει το δρόμο τους μέσα στο σκοτάδι. Τότε ο Φοίβος Απόλλωνας εισάκουσε την προσευχή του και έριξε μια φωτεινή δέσμη, η οποία τους έδειξε, πολύ κοντά στο πλοίο τους, ένα μικρό νησί από
τις Κυκλάδες, όπου μπόρεσαν να ρίξουν άγκυ­ρα. Έδωσαν στο νησί το όνομα Ανάφη («νησί που αποκαλύπτεται») και έχτισαν εκεί ιερό στον Φοίβο τον Ακτινοβόλο. Προσφορές όμως, για να γιορτάσουν επάξια τη θυσία των εγκαινίων, δεν υπήρχαν σ' αυτό το βραχώδες νησάκι. Έτσι έκαμαν τις καθιερωμένες σπονδές με κρασί αντί νερό. Βλέποντας το οι δούλες των Φαιάκων, που η Αρήτη είχε δώσει στη Μήδεια γαμήλιο δώρο, άρχισαν να γελούν και να λένε τολμηρά αστεία στους Αργοναύτες. Αυτοί ανταπάντησαν με τη σειρά τους και επακολούθησε μια χαρούμενη σκηνή, η οποία επαναλαμβάνεται κάθε φορά που στο νησί αυτό γιορτάζεται θυσία, για να τι­μηθεί ο Απόλλωνας.
Έπειτα οι Αργοναύτες προσορμίστηκαν στην Αίγινα και περιπλέοντας την Εύβοια έφτασαν στην Ιωλκό έχοντας πραγματοποιήσει τον περί­πλου τους σε τέσσερις μήνες και φέρνοντας το Χρυσόμαλλο δέρας. Ο Ιάσονας οδήγησε την Αρ­γώ στην Κόρινθο και την αφιέρωσε ως ανάθημα στον Ποσειδώνα.
Αυτός ο τόσο πολύπλοκος μύθος στον αρχικό του πυρήνα είναι προγενέστερος από τη σύνθε­ση της Οδύσσειας, όπου είναι γνωστά τα κατορ­θώματα του Ιάσονα. Σε μας έγινε πολύ γνωστός κυρίως από το μεγάλο επικό ποίημα του Απολ­λώνιου του Ροδίου, ο οποίος εξιστορεί το μύθο με λεπτομέρειες. Στην αρχαιότητα ο μύθος ήταν πολύ δημοφιλής. Τελικά αποτέλεσε έναν κύκλο, με τον οποίο συνδέθηκαν καλώς ή κακώς πολλοί άλλοι τοπικοί μύθοι. Όπως τα ομηρικά έπη, έτσι και οι περιπέτειες της Αργώς έγιναν το θέ­μα θεατρικών έργων και ποιημάτων κάθε μορ­φής. Η ερωτική ιδιαίτερα ιστορία της Μήδειας γοήτευσε όλους σχεδόν τους τραγικούς ποιητές (βλέπε στα λεξικά: Μήδεια και Ιάσονας).