Για ποιο λόγο πέθανε ο αρχαίος μάντης Κάλχας;

Κωδικός Πόρου: 00285-112829-1557
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 10/11/11 19:15
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Ελληνική Μυθολογία, 00285-112829-1557




Περιγραφή:

Για ποιο λόγο πέθανε ο αρχαίος μάντης Κάλχας;

Ένας χρησμός (πιθανόν μια προφητεία του Έλενου) είχε αναγγείλει στον Κάλχα πως θα πέθαινε τη μέρα που θα συ­ναντούσε ένα μάντη πιο ικανό από τον εαυτό του. Στην Κολοφώνα βρήκε το μάντη Μόψο. Δί­πλα στο σπίτι του Μόψου υπήρχε μια συκιά. Ο Κάλχας ρώτησε: «Πόσα σύκα έχει;». Και ο Μόψος απάντησε: «Δέκα χιλιάδες και έναν μέδιμνο και ένα σύκο ακόμα»· και όταν τα μέτρησαν, βρήκαν ότι ο Μόψος είχε δίκιο. Κι όχι μόνο!.. Διαβάστε το κείμενο που ακολουθεί!..

Ο Κάλχας (δεξιά) επιβλέπει τη θυσία της Ιφιγένειας. (Τοιχογραφία σε περιστύλιο της Πομπηίας.)

ΟΛΟΙ γνωρίζουν, ότι ο ΚάλχαςήΚάλχαντας ήταν ένας μάντης από τις Μυκήνες ή ίσως από τα Μέγαρα, πιο ικα­νός στον καιρό του να ερμηνεύει το πέταγμα των πουλιών και γνώριζε καλύτερα από όλους το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Ο Απόλ­λωνας του είχε δώσει το χάρισμα να μαντεύει. Ο Κάλχας ήταν γιος του Θέστορα και από αυτόν ήταν απόγονος του θεού. Ήταν ο κύριος μάντης της εκστρατείας των Ελλήνων εναντίον της Τροίας. Σε κάθε σημαντική στιγμή του πολέμου και της προετοιμασίας του βρίσκουμε μια προ­φητεία του Κάλχα. Όταν ο Αχιλλέας ήταν εν­νιά χρονών, ο Κάλχας ανήγγειλε πως η Τροία δε θα έπεφτε ποτέ, αν το παιδί αυτό δεν έπαιρνε μέ­ρος στον πόλεμο- έτσι η Θέτιδα αναγκάστηκε να κρύψει το γιο της ανάμεσα στις κόρες του βα­σιλιά της Σκύρου. Στην Αυλίδα πάλι ερμήνευσε τον οιωνό, που δόθηκε από το φίδι που καταβρό­χθιζε τα πουλιά πάνω στο βωμό και δήλωσε ότι η πόλη θα κυριευτεί το δέκατο χρόνο του πολέ­μου.
Μετά την άτυχη αποβί­βαση στη Μυσία, όταν ο Τήλεφος συγκατάνευ­σε να οδηγήσει το στόλο προς την Τρωάδα, ο Κάλχας επιβεβαίωσε με τις προβλέψεις του τις υποδείξεις του Τήλεφου. Αυτός είναι που στην Αυλίδα, την ώρα του δεύτερου απόπλου, αποκαλύπτει ότι η νηνεμία που εμπο­δίζει το στόλο να φύγει οφείλεται στο θυμό της Άρτεμης και ότι αυτός ο θυμός δε θα μπορούσε να εξευμενιστεί παρά μόνο με τη θυσία της Ιφι­γένειας.
Αργό­τερα, μετά το θάνατο του Αχιλλέα και την αυτο­κτονία του Αίαντα, του γιου του Τελαμώνα, ο Κάλχας αναγγέλλει στους Έλληνες ότι η πόλη δεν μπορεί να καταληφθεί, αν δε φέρουν το τόξο του Ηρακλή. Αυτή είναι η αιτία της αποστολής του Οδυσσέα στον Φιλοκτήτη.
Όταν ο Έλενος μετά το θάνατο του Πάρη αποσύρθηκε στα δάση της Ίδης, συμβουλεύει τους Έλληνες να τον αιχμαλωτίσουν, γιατί αυτός ήταν ο μόνος που θα μπορούσε να τους αποκαλύψει με ποιους όρους θα έπαιρναν την πόλη.

Τέλος αυτός είναι που, βλέποντας ότι η δύναμη δεν αρκεί, υποδει­κνύει να κατασκευάσουν ένα ξύλινο άλογο (Δού­ρειος ίππος), χάρη στο οποίο οι πολεμιστές θα μπορέσουν να μπουν στην πόλη. Ήταν και ο ίδιος μαζί με τους πολεμιστές που κλείστηκαν μέσα στο άλογο. Τη στιγμή της αναχώρησης προείπε στους Έλληνες ότι ο γυρισμός τους δε θα ήταν εύκολος, εξαιτίας του θυμού της Αθη­νάς, η οποία δυσαρεστήθηκε για την αδικία που έγινε στον προστατευόμενο της Αίαντα, το γιο του Τελαμώνα. Έτσι δε θέλησε να φύγει μαζί τους, μια και γνώριζε πως ο στόλος δε θα έφτανε σε καλό λιμάνι.
Τέλος πήρε το πλοίο με τον Aμφίλοχο, έναν άλλο μάντη, γιο του Αμφιάραου, έχοντας μαζί του τους ήρωες Λεοντέα, Ποδαλείριο και Πολυποίτη. Το πλοίο τους τα κύματα το έριξαν σε μια ακτή της Μικράς Ασίας, στην Κο­λοφώνα (σύμφωνα με άλλη άποψη, έφτασαν εκεί με τα πόδια).
Ένας χρησμός όμως (πιθανόν μια προφητεία του Έλενου) είχε αναγγείλει στον Κάλχα πως θα πέθαινε τη μέρα που θα συ­ναντούσε ένα μάντη πιο ικανό από τον εαυτό του. Στην Κολοφώνα βρήκε το μάντη Μόψο. Δί­πλα στο σπίτι του Μόψου υπήρχε μια συκιά. Ο Κάλχας ρώτησε: «Πόσα σύκα έχει;». Και ο Μόψος απάντησε: «Δέκα χιλιάδες και έναν μέδιμνο και ένα σύκο ακόμα»· και όταν τα μέτρησαν, βρήκαν ότι ο Μόψος είχε δίκιο.
Υπήρχε επίσης και μια έγκυα γουρούνα. Ο Μόψος ρώτησε τον Κάλχα: «Πόσα μικρά έχει και σε πόσο χρόνο θα γεννήσει;». Ο Κάλχας απάντησε ότι είχε οκτώ μικρά. Ο Μόψος του παρατήρησε ότι έκαμε λά­θος και πρόσθεσε πως η γουρούνα δεν είχε οκτώ αλλά εννιά μικρά, όλα αρσενικά και ότι θα γεν­νούσε την επόμενη μέρα, ώρα έκτη. Έτσι ακρι­βώς και έγινε. Τότε ο Κάλχας πέθανε από την πίκρα του. Μερικοί λένε ότι αυτοκτόνησε. Τον έθαψαν στο Νότιο, κοντά στην Κολοφώνα.
Μια άλλη εκδοχή γι' αυτόν τον ανταγωνισμό ανάμε­σα στους δύο μάντεις μας αφηγείται ο Κόνωνας. Ο βασιλιάς της Λυκίας ετοίμαζε μια εκστρα­τεία· ο Μόψος τον απέτρεψε να την αναλάβει λέγοντας του πως θα νικηθεί. Ο Κάλχας αντίθε­τα τον διαβεβαίωσε για τη νίκη. Ο βασιλιάς ξε­κίνησε για τον πόλεμο και νικήθηκε. Αυτό, ενώ μεγάλωσε τη φήμη του Μόψου, αντίθετα οδήγη­σε από απελπισία τον Κάλχα σε αυτοκτονία.
Για το θάνατο του διηγούνται μια ακόμη ιστο­ρία. Ο Κάλχας είχε φυτέψει ένα αμπέλι μέσα σε ένα ιερό δάσος του Απόλλωνα, στο δάσος Γρύνιο (ή Γρύνειο) της Μυσίας. Ένας προφήτης από τα περίχωρα του πρόβλεψε τότε ότι δε θα έπινε ποτέ κρασί από το αμπέλι του. Ο Κάλχας τον κορόιδεψε. Το αμπέλι μεγάλωσε, έδωσε καρπούς, έπειτα κρασί· τη μέρα που θα έπιναν το καινούριο κρασί, ο Κάλχας κάλεσε τον κό­σμο από τα περίχωρα καθώς και το μάντη, που του είχε κάμει την πρόβλεψη. Την ώρα που με το ποτήρι του κιόλας γεμάτο ο Κάλχας ετοιμα­ζόταν να πιει, ο αντίπαλος του τού επανέλαβε πως δε θα δοκίμαζε αυτό το κρασί. Ο Κάλχας άρχισε να γελάει και γέλασε τόσο πολύ, που πνί­γηκε και πέθανε, χωρίς να φέρει το ποτήρι στα χείλια του.
Οι μύθοι της Κάτω Ιταλίας γνώριζαν κάποιον Κάλχα, που ήταν και αυτός μάντης και που έδει­χναν τον τάφο του στη Σίρη, στον κόλπο του Τάραντα. Υπήρχε επίσης ένας Κάλχας, στο ιερό του οποίου πήγαιναν να κοιμηθούν, για να μά­θουν το μέλλον με τα όνειρα. Το ιερό αυτό βρι­σκόταν στην περιοχή του όρους Γάργανου, στην Αδριατική. Ο Κάλχας από τη Σίρη σκοτώθηκε, λένε, με γροθιά του Ηρακλή. Οι διαφορετικοί αυτοί μύθοι με δυσκολία συνδέονται μεταξύ τους.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ:
Oμ., Α 69, Α 92, Β 300 κ.ε. Σχόλ. στον Όμ., Β 135. Σχόλ. στον Απολλ. Ρόδ., Αργ. 1, 139. Σχόλ. στον Όμ., ν 159. Παυσ. 1, 43, 1. Υγίν., Fab. 97, 128, 190. Απολλόδ., Βιβλ. 3, 13, 18. Επη. 3, 15. 3, 21 κ.ε., 5, 8 κ.ε., 5, 2 κ.ε. Παυσ. 1, 43, 1.7, 3, 7. 9, 19, 6. Οβίδ., Μετ. 12, 11 κ.ε. Στράβ. 14, 1, 27, σ. 462 κ.ε. Σέρβ., Σχόλ. στον Βιργ., Εκλ. 6, 72. / Αιν. 2, 166 και 3, 322. Κόνων, Διψ. 34, 6. Κόιντ. Σμυρν. 6, 61 και 12, 3 κ.ε. Βιργ., Αιν. 2, 185. Τζέτζ., Μεθομ. 645 / Σχόλ. στον Λυκόφρ. 427, 978 κ.ε., 1047 κ.ε. Βλ. J. BERARD, Colonisation, σ. 394 κ.ε. J. PiiRRET, «Calchas et les bergers», RA, 1937,181 κ.ε.