Εκτός από την κρίση του Πάρη είχαμε και την κρίση των όπλων;

Κωδικός Πόρου: 00285-112751-7481
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 09/08/15 21:19
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Ελληνική Μυθολογία, 00285-112751-7481




Περιγραφή:

Εκτός από την κρίση του Πάρη είχαμε και την κρίση των όπλων;

Διαβάστε τι αναφέρει η Ελληνική Μυθολογία για την αυτοκτονία του Αίαντα και πώς οι Έλληνες άφησαν να τους κρίνουν οι αντίπαλοι στον Τρωϊκό πόλεμο, όπου γίνονται αναφορές ακόμη και για κατασκοπία! Η αντίδραση του Αίαντα, όταν βλέπει τα όπλα του Αχιλλέα να προσφέρονται στον Οδυσσέα, είναι φοβερή, όπως έπρεπε να το περιμένει κανείς. Η φιλοτιμία του, που δεν είχε όρια, όπως δεν είχε όρια και η παλικαριά του, είχε ταπεινωθεί ανεπανόρθωτα. Και τότε και αργότερα, ο κόσμος όλος θα έλεγε πως ο άριστος Αχαιός από όσους πολέμησαν κάτω από την Τροία, ήταν ο Οδυσσέας, όχι αυτός. Και ξέρουμε πως για τον αρχαϊκό 'Ελληνα η αρετή, για να ολοκληρωθεί, ήταν απα­ραίτητο να αναγνωριστεί και να τιμηθεί από τους άλλους ανθρώπους!..

Η ΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΟΠΛΩΝ
Η ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ ΤΟΥ ΑΙΑΝΤΑ

Η επική παράδοση


Μόλις τελείωσαν οι αγώνες γύρω από τον τύμβο του Αχιλλέα και του Πατρόκλου, η Θέτιδα ορίζει νέο αγώνα, διαφορετικό κάπως: Προσφέρει την πανοπλία του γιου της, να την πάρει ο άριστος από τους Αχαιούς, όποιος κατά κοινή ομολογία είχε προσφέρει τις μεγαλύτερες υπηρεσίες μέσα στα χρόνια του πολέμου.
Δύο μόνο ήρωες τολμούν να προβάλουν τον εαυτό τους ως τον καλύτερο και να διεκδικήσουν το αριστείο, ο Αίας και ο Οδυσσέας· ο πρώτος, γιατί ήταν ο πιο δυνατός και ο πιο ψυχωμένος από όλους, τώρα που είχε πεθάνει ο Αχιλλέας· ο δεύ­τερος, γιατί και με την παλικαριά του, προπαντός όμως με την εξυπνάδα του, είχε σώοει το στρά­τευμα κάθε φορά που βρέθηκε μπροστά σε κινδύ­νους μεγάλους.
Κανένας τους δεν θέλει να ομολογήσει την υπεροχή του άλλου, μόνο υποστηρίζει με πάθος το δικό του δίκιο, στο τέλος μάλιστα, όταν η συζήτηση αγριεύει, είναι έτοιμοι να βγάλουν τα σπαθιά και να χτυπηθούν. Με πολλή δυσκολία τους συγκρατούν οι άλλοι βασιλιάδες, και τότε μπαίνει στη μέση ο μυαλωμένος Νέστορας και προτείνει την πιο σωστή που μπορούσε να βρεθεί λύση. Nα βγά­λουν απόφαση για το ποιος από τους δύο είναι ο καλύτερος, όχι οι Έλληνες, που μπορεί να τους επηρεάζει η συμπάθεια και η αντιπάθεια, αλλά οι εχθροί, που τα αισθήματα τους απέναντι στους αντίμαχους ήταν αδιαφοροποίητα.
Πραγματικά, στέλνουν κατασκόπους κάτω από τα τείχη της Τροίας να κρυφακούσουν. Αυτοί πετυχαίνουν να παρακολουθήσουν έναν ζωηρό διάλογο ανάμεσα σε δύο Τρωαδίτισσες, που, όπως έστεκαν ψηλά στο τείχος, δεν το είχαν πάρει είδηση πως τις ακούν. Η συζήτηση γινόταν για το πρόσφατο κατόρθωμα του Αίαντα και του Οδυσσέα, να αρπάξουν μέσα από τα χέρια των Τρώων τον νεκρό του Αχιλλέα. Η πρώτη κοπέλα είχε τη γνώμη ότι στην περίπτωση αυτή ήταν ο Αίαντας που είχε δείξει την πιο μεγάλη δύναμη, γιατί αυτός είχε φορτωθεί και είχε κουβαλήσει ως το στρατόπεδο τους το πελώριο κορμί του Αχιλ­λέα, κάτι που ο Οδυσσέας δεν είχε δείξει προθυ­μία να το κάνει, γιατί βέβαια δεν μπορούσε.
Η αντίδραση της άλλης κοπέλας είναι έντονη, και ήταν η Αθηνά που της έβαλε στο νου τι να αποκριθεί: Αστεία πράγματα! Τι είναι αυτά που λες; Ακόμα και μια γυναίκα θα μπορούσε να κρα­τήσει πάνω της ένα βάρος που θα της φόρτωναν, όσο μεγάλο και να ήταν, να πολεμήσει όμως δεν θα μπορούσε. Και ποιος το πήρε πάνω του να κονταροχτυπηθεί με τόσους Τρώες, για να τους συγκρατήσει όσην ώρα ο Αίας, φορτωμένος το πτώμα, οπισθοχωρούσε σιγά-σιγά; Ο Οδυσσέας! Αυτός λοιπόν έδειξε πως ήταν πιο αντρειωμέ­νος από το σύντροφο του. Και η φιλενάδα της αναγκάζεται να της δώσει δίκιο. Η κρίση είχε γί­νει: η πανοπλία του Αχιλλέα παραδίδεται στον Οδυσσέα.
Η Αθηνά είχε δυο λόγους να σπρώξει τη δεύ­τερη Τρωαδίτισσα να προβάλει την παλικαριά του Οδυσσέα και να μειώσει την προσφορά του Αίαντα, έναν θετικό και έναν αρνητικό. Από τη μια συμπα­θούσε τον Οδυσσέα και τον παράστεκε σε όλη του τη ζωή, από την άλλη ήταν πολύ θυμωμένη με τον Αίαντα, με το δίκιο της άλλωστε. Όταν, λέει, ο ήρωας έφευγε για την Τροία, ο πατέρας του ο Τελαμώνας τον συμβούλεψε όχι μόνο να πολεμάει παλικαρίσια, αλλά να φροντίζει να έχει και των θεών την εύνοια. Εκείνος όμως, με τη νεανική αμυαλιά και την αλαζονεία που τον χαρα­κτήριζε, αποκρίθηκε: Άκου, πατέρα! Όταν βοη­θούν οι θεοί, και ένας τιποτένιος μπορεί να κάνει πράγματα μεγάλα. 'Οσο για μένα, πιστεύω πως και χωρίς τους θεούς θα κερδίσω δόξα τρανή. Και σαν να μην έφτανε αυτό: 'Οταν κάποτε μέσα στη μάχη ο Αίας άκουσε τη φωνή της Αθηνάς να του δίνει κουράγιο και να τον σπρώχνει να χυθεί πάνω στους εχθρούς, εκείνος της φώναξε απότομα: Τρέχα, θεά, να σταθείς κοντά στους άλλους Αχαι­ούς, που θα σε χρειαστούν, γιατί εκεί που εγώ στέκομαι δεν μπορεί έτσι κι αλλιώς ο εχθρός να σπάσει τις γραμμές μας. Τώρα είχε φτάσει η ώρα για τον Αίαντα να πληρώσει για την ύβρη του.
Η αντίδραση του Αίαντα, όταν βλέπει τα όπλα του Αχιλλέα να προσφέρονται στον Οδυσσέα, είναι φοβερή, όπως έπρεπε να το περιμένει κανείς. Η φιλοτιμία του, που δεν είχε όρια, όπως δεν είχε όρια και η παλικαριά του, είχε ταπεινωθεί ανεπανόρθωτα. Και τότε και αργότερα, ο κόσμος όλος θα έλεγε πως ο άριστος Αχαιός από όσους πολέμησαν κάτω από την Τροία, ήταν ο Οδυσσέας, όχι αυτός. Και ξέρουμε πως για τον αρχαϊκό 'Ελληνα η αρετή, για να ολοκληρωθεί, ήταν απα­ραίτητο να αναγνωριστεί και να τιμηθεί από τους άλλους ανθρώπους. Πρώτος ο Ποδαλείριος, ο παθολόγος γιατρός του αχαϊκού στρατού, βλέποντας τον ήρωα γεμάτο οργή και με μάτια που γυάλιζαν, είχε διαπιστώσει την ψυχική κρίση που περνούσε.
Και ο Αχιλλέας είχε πληγωθεί στη φιλοτιμία του όταν του πήραν τη Βρισηίδα· για να εκδικηθεί, είχε πάψει να παίρνει μέρος στις μάχες και αποπάνω είχε ζητήσει από τον Δία να δώσει τη νίκη στους Τρώες και να προκαλέσει πολλών Αχαιών το θάνατο. Ο Αίας θα θελήσει να κάνει κάτι χειρότερο: θα αποφασίσει να πάρει εκδίκηση σκοτώνοντας με το ίδιο του το χέρι τους αχαιούς βασιλιάδες μέσα στη νύχτα που έφτανε.
Πραγματικά, μόλις σκοτεινιάζει, ξεκινάει από τη σκηνή του με γυμνωμένο το σπαθί για να βάλει μπροστά το σχέδιο του. Την τελευταία στιγμή όμως η Αθηνά, για να αποφύγει την καταστροφή, του θολώνει το νου και τον σπρώχνει να πέσει πάνω στα κοπάδια των βοδιών και των αρνιών, που είχαν συγκεντρώσει οι 'Ελληνες από τις διάφορες επιδρομές τους στις γύρω χώρες. Εκεί ο ήρωας αρχίζει την άγρια σφαγή, νομίζοντας στην παρά­κρουσή του πως έχει μπροστά του και σφάζει τους άρχοντες του στρατού. 'Ενα κριάρι μόνο, που το θαρρεί πως είναι ο Οδυσσέας - το πιο μισητό του πρόσωπο - δεν το σφάζει, μόνο το σέρνει δεμένο από το λαιμό στη σκηνή του για να το βασανίσει μαστιγώνοντάς το.
Μοναχά την αυγή, μόλις το θόλωμα του μυαλού διαλύεται και βλέπει τα χέρια του και τα ρούχα του να στάζουν αίμα και λίγο πιο πέρα τα σφαγμέ­να ζώα, έρχεται στα συγκαλά του και καταλαβαίνε τι είχε κάνει. Τώρα ήταν που η υπόληψη του είχε χαθεί μια για πάντα, όσες υπηρεσίες και να είχε προσφέρει στον κοινό αγώνα ως τότε. Γιατί ποιος Αχαιός δεν θα έσκαζε στα γέλια όταν μάθαινε πως ο γενναίος Αίας είχε ξοδέψει όλη του την παλικαριά για να σκοτώσει βόδια και πρόβατα;
Μια τέτοια ζωή καταφρονεμένη δεν άξιζε πια τίποτα, και ο ήρωας αποφασίζει να κάνει ό,τι του επιβάλλει η τιμή: να δώσει με τα ίδια του τα χέρια θάνατο στο κορμί του. Έτσι αποτραβιέται στην ερημιά, στερεώνει το σπαθί του στο χώμα και πέφτει πάνω του.
Και η ειρωνεία της μοίρας: ο Αίας σκοτώνεται με το σπαθί που του είχε χαρίσει ο 'Εκτορας, όταν είχαν μονομαχήσει χωρίς αποτέλεσμα και χωρίσει ως φίλοι, όπως αντίστοιχα, τον 'Εκτορα τον είχε δέσει ο Αχιλλέας, μόλις τον σκότωσε, για να τον βωλοσύρει στο χώμα, με το ζωστήρα που ο τρώας ήρωας είχε δεχτεί ως αντίδωρο από τον Αίαντα (Η 303 κ.ε.): Των εχθρών τα δώρα δεν βγαί­νουν ποτέ σε καλό.
Όταν ο Διομήδης και ο Οδυσσέας βρίσκουν το πτώμα, και το μυστήριο της σφαγής των κοπαδιών ξεδιαλύνεται, ο Αγαμέμνονας κρίνει πως η ενέρ­γεια του Αίαντα ήταν καθαρή προδοσία - άλλο ζήτημα αν η Αθηνά είχε βάλει το χέρι της και τους γλίτωσε. Στο θυμό του προστάζει, τον προδότη να μην τον κάψουν ούτε να του υψώσουν τύμβο, μόνο να τον αποθέσουν σ' ένα ξύλινο φέρετρο και να τον χώσουν πρόχειρα στη γη στο ακρωτήριο Ροίτειο - μια προσβολή από τις πιο μεγάλες στους ηρωικούς εκείνους καιρούς. Με τέτοιον ατιμωτικό τρόπο δεν είχε θαφτεί κανένας Αχαιός μέσα στα δέκα χρόνια του πολέμου.
Είναι χαρακτηριστικό πως ο Αίας κράτησε και στον Κάτω Κόσμο το αδιάλλακτο, ασυμβίβαστο με τους άλλους ανθρώπους, ήθος που τον χαρακτήριζε στη ζωή. Ο Οδυσσέας όταν, αργότερα, κατεβαίνει στον Κάτω Κόσμο και τον βλέπει να αποφεύγει - μόνος αυτός - να τον πλησιάσει, τον καλεί, τώρα που έχει πια πεθάνει, να ξεχάσει τα μαλώματά τους στον Επάνω Κόσμο, να έρθει κοντά και να ανταλλάξουν φιλικά λόγια μεταξύ τους. Είχαν κάνει άλλωστε τόσα κατορθώματα μαζί στην Τροία. Εκείνος όμως ούτε μπορεί ούτε θέλει να λησμονήσει χωρίς να αποκριθεί στον παλιό εχθρό του, ανεξιλέωτος, απομακρύνεται και χάνεται μαζί με τους άλλους νεκρούς στα σκοτάδια του Άδη.

Πρώτη παραλλαγή.
Τον Αίαντα δεν μπορούσε κανείς πουθενά να τον πληγώσει, έξω απο τη μιά του μασχάλη· γιατί τη βραδιά που είχε γεννηθεί στη Σαλαμίνα, έτυχε να βρίσκεται στο σπίτι του Τελαμώνα ο Ηρακλής. Ο Τελαμώνας παρακάλεσε τον ξένο του να ευχηθεί τον νεογέννητο γιο του. Εκείνος σκέπασε το μωρό με τη λεοντή που φορούσε, το χόρεψε στα χέρια και προσευχήθηκε στον πατέρα του τον Δία να το κάνει άντρα άτρωτο, σαν το δέρμα του λιονταριού που το τύλιγε. Ο θεός τον επάκουσε και, για να βεβαιώ­σει την υπόσχεση του, έστειλε έναν αετό να πετάξει πάνω από το παλάτι του Τελαμώνα. Και τότε ο Ηρακλής πρότεινε για το νεογέννητο να το πουν, ύστερα από το σημάδι αυτό, Αίαντα (από το αιετός - αετός).
Από απροσεξία όμως ο Ηρακλής είχε αφήσει τη μασχάλη του παιδιού ασκέπαστη. 'Οταν αργότερα ο Αίας στην Τροία αποφασίζει να αυτοκτονήσει πέφτοντας πάνω στο σπαθί του, το βλέπει να λυγί­ζει κάτω από το βάρος του, χωρίς να τον πληγώ­νει, όσες φορές και να δοκιμάζει. Στο τέλος έρχεται κάποιος θεός και του δείχνει πώς να πέσει, ώστε το σπαθί να χωθεί στη μασχάλη του.

Δεύτερη παραλλαγή.
Ο Αίας δεν είχε αυτο­κτονήσει, μόνο τον είχαν σκοτώσει οι Τρώες με αρκετά παράξενο τρόπο: 'Οσα βέλη και όσα κον­τάρια και να του έριχναν, δεν μπορούσαν να τον πληγώσουν, γιατί το κορμί του είχε το χάρισμα να μην το διαπερνά κανένα σιδερένιο όπλο. Στην απελπισία τους καταφεύγουν στο μαντείο, και αυτό τους αποκρίνεται πως το μόνο όπλο για να εξουδετερώσουν τον άτρωτο, ήταν ο μαλακός πηλός. Πραγματικά, μια μέρα συμφωνούν οι Τρώ­ες και αρχίζουν όλοι μαζί να του ρίχνουν λάσπη, ώσπου στο τέλος ο ήρωας θάβεται κάτω από βουνά πηλού και πεθαίνει.

Κάτω εικόνα: Υπό την προστασία του Ερμή και της Αθηνάς, ο Αίας μεταφέρει το σώμα του νεκρού Αχιλλέα πίσω στο στρατόπεδο των Ελλήνων. Υψηλοκάμηνος αμφορέας του ζωγράφου του Αντιμένη, του 520-510 π.Χ..

ΠΗΓΕΣ: Ιστορικό και Δημοσιογραικό Αρχείο του γράφοντος, «Ελληνική Μυθολογία» Εκδοτικής Αθηνών, Βικιπαίδεια.