Τι σχέση έχει η Ιεροψαλτική Τέχνη με τους Αρχαίους Ρυθμούς;

Κωδικός Πόρου: 00285-112736-882
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 07/08/11 22:50
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Ελληνική Μουσική, 00285-112736-882




Περιγραφή:

Τι σχέση έχει η Ιεροψαλτική  Τέχνη με τους Αρχαίους Ρυθμούς;

Όποιος άκουσε τον Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου, με μουσική του αείμνηστου Κωνσταντίνου Ψάχου, θα νιώσει αυτό που πρέπει να αισθάνεται ο κάθε Έλληνας!.. Διαβάστε μια εκπληκτική ανάλυση για τα «Ψαλτοτράγουδα», που κάνει ο αθόρυβος εργάτης της Ιεροψαλτικής Τέχνης, Βασίλειος Κατσιφής!...

ΨΑΛΤΟΤΡΑΓΟΥΔΑ

 (Προλεγόμενα της α΄ έκδοσης)

Ύστερα από την καλή υποδοχή, που επεφύλαξαν οι συνάδελφοι και φίλοι στα "ΨΑΛΤΟΤΡΑΓΟΥΔΑ" - που ήταν και η πρώτη συνθετική δουλειά μου, είχα πάρει την απόφαση να τα εκδώσω σ' ένα μικρό βιβλιαράκι, γιατί πάρα πολλοί συνάδελφοι τα ζητούσαν επίμονα σε βυζαντινή σημειογραφία. Στην απόφαση αυτή κατέληξα, πρώτα για να ικανοποιήσω την παράκληση των καλών αυτών φίλων και δεύτερον, γιατί επιθυμούσα το έργο μου αυτό, το μικρό και ασήμαντο, να έπαιρνε μια μικοή θέση κοντά στις τόσες μουσικές εκδόσεις.

Όμως στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα που εμεσολάβησε, είχα αρχίσει να δημιουργώ μια καινούργια ποιητική σειρά, που ένα μέρος της αναφέρονταν στον ψάλτη, που λειώνει τον εαυτό του μέσα στον χώρο της εκκλησίας, στον ψάλτη που έχει ερωτευθεί το λειτούργημά του και το έχει κάνει σκοπό της ζωής του. Στον γεμάτο μεράκι και ευθύνη για τον αγιασμένο αυτόν χώρο, στον πεισματάρη συνεχιστή της εθνικής μουσικής παράδοσης, και ακόμα στον ακρίτα που αγωνίζεται επίμονα, αντιπαλεύοντας την αδιαφορία του σε απόλυτη άγνοια ευρισκόμενου δυστυχώς κράτους μας, μα και αυτής της ίδιας της εκκλησίας.

Η ιδέα που έχω σχηματίσει για τον ψάλτη, η αξιολό­γηση της προσφοράς του μέσα στο χώρο της θείας λατρείας, ήσαν τα ερεθίσματα που σιγά σιγά τα ένιωσα σαν δίκο μου χρέος και οφειλή, που επίμονα ζητούσαν την ευκαιρία για εξόφληση.

Ακόμη, το γεγονός ότι πλην του αγίου της τάξης μας, δηλαδή του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και του μεγά­λου ποιητή μας Κωστή Παλαμά,κανένας άλλος δεν είχε ασχοληθεί με την προσωπικότητα του ψάλτη (λες και το έργο του ήταν μηδαμινό και ανάξιο λόγου) είχαν γίνει για μένα μια μεγάλη και ασταμάτητη πρόκληση.

Αυτή την σιωπηλή αδιαφορία Κράτους και Εκκλησίας, την έβλεπα σαν προσβολή και αδικία συνάμα, στο πρόσωπο του ψάλτη και του έργου του σαν μια διαρκή παραβίαση αυτής της ίδιας της αλήθειας. Σαν μια σκόπιμη αποσιώπηση της ύπαρξης του. Με αδιάκοπη τη σκέψη στο χρέος αυτό, άρχισα να δουλεύω στα ποιήματα αυτά με σκοπό να τονίσω την προσωπικότητα και το έργο του και ακόμα να υπενθυμίσω το μέγεθος και την αξία της προσφοράς του.

Τα ποιήματα αυτά, τα πέρασα στην βυζαντινή σημειογραφία, ενώ πρόσφατα και το οργανικό μέρος γράφο­ντας το στην αυτή σημειογραφία.

Την καινούργια συνθετική δουλειά μου, την έχω αφιερώσει από την στιγμή της σύλληψης σαν ιδέα, στην ιεροψαλτική οικογένεια, την τόσο μεγάλη σε αξία, την τόσο αδικημένη την τόσο παρεξηγημένη μα και την τόσο αντιφατική γύρω από τον εαυτό της.

Τελειώνοντας το έργο, τόσο στο ποιητικό όσο και στο μουσικό μέρος, έκρινα σωστό να τα εκδώσω, ενοποιώντας τα σε ένα τευχίδιο, δηλαδή τα παλαιά ψαλτοτράγουδα και τα καινούργια, με τον γενικό τίτλο:

" ΨΑΛΤΟΤΡΑΓΟΥΔΑ"

Η καινούργια δουλειά μου όπως και η παλιά είναι σύμπραξη ψάλτη και βυζαντινών παραδοσιακών οργάνων δηλαδή όσων χρησιμοποιούν την φυσική κλίμακα.

Διάλεξα αυτή τη σύμπραξη, γιατί κατέχομαι από την έμμονη σκέψη και πεποίθηση συνάμα, ότι η βυζαντινή μουσική, μένοντας έξω από τις οργανικές δυνατότητες από λόγους δογματικούς και μόνο, έχει στερηθεί, έχει χάσει ένα μεγάλο μέρος από την ομορφιά της, την βαρύτατα της , το εύρος της. Η μουσική μας που κατά την άποψη μου είναι η εκφραστικότερη μουσική πραγματικότητα στην ερμηνεία και των πιό βαθιών ανθρωπίνων συναισθημάτων, έμεινε αγνοημένη από το μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού, γιατί περιορίστηκε στον λατρευτικό ρόλο της μέσα στον χώρο της εκκλησίας στατικοποιώντας έτσι τον εαυτό της μα και τον ρόλο που θα μπορούσε να διαδραματίσει.

Και ναι μεν, είμαι κατηγορηματικά ενάντιος, σε κάθε αλλαγή μέσα στον χώρο της θείας λατρείας καθώς έχει σοφά καθιερωθεί και διατηρείται μέχρι και σήμερα σε ότι αφορά στην απόδοση των εκκλησιαστικών κειμένων γιατί μέσα στον χώρο αυτόν, πρέπει πρώτα και πάνω απ' όλα, να ακούγεται ο λόγος, με μέσο την ανθρώπινη φωνή, το ανθρώπινο συναίσθημα και την έκφραση πίστης πράγμα. που δεν μπορεί να συμβεί αν οργανοποιηθεί η εκκλησιαστική ακολουθία. Τα εκκλησιαστικά μέλη με την ανθρώπινη φωνή πέρνουν τις διαστάσεις του σεμνού του απέριττου, γιατί έτσι εκφράζονται σωστά, γιατί έτσι εκπληρούν ορθά τον προορισμό τους. Αν προσέξουμε τα αρχαία κείμενα της βυζαντινής μουσικής δηλαδή Αναστασιματάριο, Δοξαστάριο, Μουσική Κυψέλη θα παρατηρήσουμε ότι η μουσική επένδυση είναι πάρα πολύ απλή, πολύ απέριττη, γιατί έχει σαν αντικειμενικό σκοπό, την επένδυση του λόγου με την μουσική έκφραση που αρμόζει και που εδώ λόγος και μουσική γίνονται μουσική πράξη.

Όμως επειδή τα ακούσματα της Β. Μ. είναι πάρα πολύ δυνατά, θα έλεγα συγκλονιστικά και δεν πρέπει να μην περάσουν μέσα στον λαό, νομίζω ότι είναι καιρός να επιχειρηθεί αυτό το άνοιγμα. Πιστεύω ότι έξω από τα εκκλησιαστικά κείμενα δηλαδή με κατάλληλη δόμηση του λόγου και με τη σωστή χρήση των πολλών και αξιόλογων κλιμάκων της, θα γεννιούνταν κάτι καινούργιο και πολύ δυνατό, που θα προέρχονταν από την ένωση ακουσμάτων βυζαντινών οργάνων, (που βέβαια θα χρησιμοποιούσαν την μουσική κλίμακα) και φωνής.

Ξεκινώ την προσπάθεια αυτή με την ελπίδα ότι και άλλοι θα με ακολουθήσουν. Αυτή η προσπάθεια πρέπει να γίνει οπωσδήποτε και μάλιστα πολύ γρήγορα γιατί αν ρίξουμε μια ματιά στη θέση που βρισκόμαστε σήμερα θα διαπιστώσουμε με λύπη ότι πολλές ιδιαιτερότητες της Β.Μ. τραβούν στον αφανισμό και αυτό συμβαίνει γιατί λιγοστεύουν τα μουσικά αναστήματα, που τις κατείχαν και τις εκτελούσαν, κρατώντας κλίμακες και ιδιαιτερότητες στη ζωή.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να τονίσω με έμφαση, ότι σε κάθε απώλεια ενός παραδοσιακού ψάλτη η τάξη θα πρέπει να αισθάνεται κραδασμό και θλήψη, γιατί γίνεται φτωχότερη, όχι μόνο αριθμητικά, αλλά ιδιαίτερα ποιοτικά.

Φοβάμαι πολύ ότι μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα από σήμερα, η μουσική μας πραγματικότητα, θα έχει υποστεί μια φοβερή καθίζηση και σχεδόν ισοπέδωση. Τα σημάδια δεν είναι καθόλου ελπιδοφόρα. Ο κάθε ψάλτης μικρός ή μεγάλος μπορεί από οποιοδήποτε μάθημα που το σεβάστηκε ο χρόνος, να αλλάξει δυό πεταστές και πέντε ολίγα και να το κατακυρώσει στο δικό του όνομα, μάλιστα με τις ευλογίες και την έγκριση της εκκλησίας που εδώ θα έπρεπε να ήταν άτεγκτη και ανυποχώρητη. Όμως και το κράτος με τους νόμους του, όλο το βάρος για την αναμόρφωση, το έριξε στην ευρωπαϊκή μουσική. Στο σημείο αυτό, δεν μπορεί κανείς σκεπτόμενος σωστά, να μην δεχθεί ότι η γνώση φέρνει την ευθύτητα της σκέψης, όμως εδώ η αναμόρφωση έγινε σε βάρος του βάθους και της έκτασης της εθνικής μας μουσικής. Πόσοι αλήθεια από τους νέους καθηγητές που διδάσκουν στα ελληνικά σχολεία γνωρίζουν τους αρχαίους ρυθμούς;

Επανέρχομαι στο θέμα και επιμένω ότι όταν η βυζαντινή θεματολογία χρησιμοποιήσει κείμενα εξωεκκλησιαστικά ιδιαίτερα στον ποιητικό λόγο, αλλά και όχι μόνο σ' αυτόν, θα δώσει κάτι καινούργιο. Θα δώσει μιαν άλλη διάσταση στην ύπαρξη της. Όποιος άκουσε τον Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου, με μουσική του αείμνηστου Κωνσταντίνου Ψάχου, θα συμφωνήσει μαζί μου ως προς το σημείο που αναφέρομαι.

Έτσι υποστηρίζω ότι μια σύμπραξη ψάλτη με παραδοσιακά όργανα σε κείμενα εξωεκκλησιαστικά, θα βοηθούσε πάρα πολύ, στην επιβίωση της βυζαντινής μουσικής. Αυτό θα γινόταν αφορμή να περάσει μέσα στον λαό αυτή η άλλη διάστασή της και να αγαπηθεί γιατί πιστεύω ότι η μεγάλη μερίδα του ελληνικού λαού, δεν την έχει γνωρίσει σε βάθος παρ' ότι είναι η εθνική του μουσική.

Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί, ότι στο δημοτικό μας τραγούδι έχουμε μια συνένωση δηλαδή σύμπραξη βυζαντινών ακουσμάτων με όργανα. Όμως κάποιες διαφορές έχουμε μεταξύ εκκλ. μελών και δημοτικού τραγουδιού. Το δημοτικό τραγούδι, είναι βασισμένο στα ακούσματα της Β. Μ. όμως διαφέρει δομικά σε γενικές γραμμές.

Το δημοτικό τραγούδι, δεν έχει τους αργούς ρυθμούς των παπαδικών λεγομένων μαθημάτων ή των αργών και εκτεταμένων, καθώς είναι ηΚασσιανή του Πέτρου ή το αργό Τη Υπερμάχω που έχουν και αργή μα και έντεχνη δομή. Ακόμα δεν έχει την μεγάλη ποικιλία των ήχων, παραχορδών, που είναι μια όμορφη εναλλαγή αλλά και ένας πλουτισμός των μαθημάτων. Στη Β.Μ. η ποικιλία των ήχων αποτελεί τον κανόνα. Το δημοτικό τραγούδι έχει μόνιμη ρυθμική μορφή, εκτός από τα κλέφτικα που έχουν ελεύθερο ρυθμό. Όμως στα εκκλησιαστικά μέλη έχουμε αλλαγή του ρυθμού μέσα στο ίδιο μέλος, εξ αιτίας της θεματολογίας. Στό ίδιο τροπάριο παρατηρούμε ότι έχουμε δίσημο ρυθμό αλλά και τρίσημο επίσης!

Κλείνοντας το αρκετά μεγάλο αυτό θέμα τονίζω και πάλι, ότι απαραίτητη προϋπόθεση σ' αυτήν την ένωση, είναι ότι τα όργανα θα πρέπει να είναι έξω από την συγκερασμένη κλίμακα γιατί αλλοιώς δεν θα είναι δυνατόν να εκτελεσθούν τόσο τα διαστήματα όσο και οι ελκτικές αποχρώσεις της βυζαντινής μουσικής.

Στην καινούργια αυτή δουλειά μου, συμπεριέλαβα πέντε τραγούδια ακόμα. Τα δύο είναι δημιουργήματα ψαλτων που έχουν φύγει από τον κόσμο μας. Θέλω να τιμήσω τη μνήμη τους, αλλά και να μην ξεχασθούν τα δημιουργήματά τους. Τα συμπεριέλαβα για να καταδειχθεί ότι και άλλοι πριν από μένα έγραψαν ψαλτοτράγουδα.

Ψαλτοτράγουδα έκανε και ο μεγάλος δάσκαλος και μουσουργός Γρηγόριος ο Πρωτοψάλτης, ένας από τους τρεις διδασκάλους που έκαναν την μεταγραφή, που τ' ακούσαμε σε συναυλία που διηύθυνε ο μακαρίτης Άρχων Πρωτ. της Μ.Χ.Ε Θρ. Στανίτσας. Τα υπόλοιπα τρία είναι τραγούδια, που τραγουδήθηκαν και τραγουδιούνται ακόμα τα οποία έχουν έντονη την επίδραση της βυζαντινής μουσικής. Τα τραγούδια αυτά που μόνον ψάλτες ξέρουν να τα χτενίζουν, να τα καλλωπίζουν, τα πρωτάκουσα όταν μπήκα στον ψαλτικό κύκλο της Αθήνας το 1945. Από τότε μέχρι σήμερα παρότι πλησιάζουν τα πενήντα χρόνια συγκινούμαι κάθε φορά που τα ακούω.

Πώς άλλωστε είναι δυνατό να μη νοιώθεις συγκίνηση, όταν ακούς τον πρωτομάστοραΠαπαθανάση Τσούμαρη να λέει το Όλο το βιός μου τό 'φαγα να κάνω περιβόλι... ή όταν άκουγες από το μακαρίτη Βαγγέλη Πετρίδη να λέει Βρε Βλάμη μην απλώνεις... ή από τον άλλο αλησμόνητο Λεωνίδα Μαυρογιώργο άκουγες τα γνήσια κλέφτικα, ή από τον Νίκο Καρανταλή στα γνήσια και ανόθευτα δημοτικά μας;

Και πώς είναι δυνατό να μη ταρακουνηθείς σύγκορμος, όταν άκουγεςΤο Γεμενί από τον πολύ μεγάλο Αλέκο Μουτάογλου ή ακούς το ίδιο τραγούδι από το μεγάλο σύγχρονο ανάστημά του και φίλου Χαρίλαου Ταλιαδώρου, ή όταν ακούς να τραγουδά ο ασύγκριτος Πρωτοψάλτης του Μητροπολιτικού ναού Αθηνών Σπ. Περιστέρης (ποιός θα ξεχάσει αλήθεια το κλέφτικο τραγούδι που είπε στην Κοζάνη, προς τιμήν του μακαριστού Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα ) να μην πείς γεμάτος θαυμασμό;

Μωρέ ψάλτη, περιφρονημένε και παρεξηγημένε, που κανένας δεν στάθηκε να εκτιμήση την προσφορά σου μα και την αξία σου, τι δύναμη μα και τη φλέβα κουβαλάς μέσα σου; Από πού παίρνεις τα υλικά και κτίζεις αυτή την ιδιαιτερότητα; Πώς κατορθώνεις να είσαι γεμάτος από τους κραδασμούς της τέχνης σου; Τέλος, από τι πάστα είσαι φτιαγμένος ώστε να αντέχεις να πολεμάς στο μετερίζι που μόνος σου το διάλεξες, υποστηρίζοντας με φανατισμό μια παρακαταθήκη και να το έχεις κάνει προσωπικό σου θέμα;

Όπως παραπάνω είπα ο ψάλτης έχει μια μοναδικότητα στο να δίνει μια ξεχωριστή επένδυση στο κάθε τραγούδι. Αυτή η μοναδικότητα φαίνεται πως είναι μια παλαιά παράδοση, η οποία συνεχίστηκε μέχρι τις ημέρες μας, βέβαια κάπως υποβιβασμένη.

Σκοπός αυτής της μικρής εργασίας μου είναι να κρατηθεί άσβηστη αυτή η παράδοση. Ο ψάλτης ήταν και πρέπει να παραμείνει μοναδικός ερμηνευτής των αθάνατων δημοτικών μας τραγουδιών, γιατί μερικοί επαγγελματίες τραγουδιστές το έχουν δυστυχώς κάνει άκουσμα απαράδεκτο και ανούσιο.

Αισθάνομαι θλίψη, γιατί τα τελευταία χρόνια, εδώ στην Αθήνα που το δημοτικό τραγούδι ακούγονταν πολύ στους ψαλτικούς κύκλους, έχει παραμεληθεί, έχει υποβαθμιστεί! Εύχομαι να αλλάξει αυτή η κατάσταση, γιατί αν συνεχιστεί, η τάξη θα έχει αποκοπεί από τη μιά μουσική ρίζα μας.

Η δουλειά μου αυτή είναι καθ' ολοκληρίαν δημοτικό τραγούδι έντεχνο, ενώ στο πρώτο μέρος είναι επένδυση του ποιητικού λόγου, με δομές και ακούσματα της βυζαντινής μουσικής έτσι καθώς αυτή αναπτύσεται στα εκκλησιαστικά κείμενα. Προσπάθησα να αναπτύξω κατά δύναμη το εκφραστικό είναι της, «τους δρόμους», καθώς έχει καθιερωθεί να λέγεται σήμερα.

Ελπίζω ότι και η δεύτερη συνθετική δουλειά μου, θα βρει από την τάξη την ανταπόκριση που είχε η πρώτη.

Ελπίζω να βρεθούν και άλλοι να τραγουδήσουν τα τραγούδια μου, καθώς ο φίλος Χαρίλαος Ταλιαδώρος τραγουδά με μοναδική επιτυχία την «Προσευχή» μου. Το ελπίζω γιατί μέσα από τους στίχους μου, ξεπετάγεται και τιμάται ο από αιώνων ψάλτης! Από τότε που για πρώτη φορά παρουσιάστηκε το λειτούργημά του μέσα στον χώρο της εκκλησίας με την χειρονομία και τους άγραφους κανόνες, μέχρι και τον σημερινό! Επισημαίνεται η ύπαρξή του, η προσφορά του και γίνεται φανερό ότι αυτή αποσιωπήθηκε και αποκρύβηκε συστηματικά.

Η πεποίθηση μου, οι σκέψεις μου γι' αυτόν, παρουσιάζονται επιγραμματικά σε ένα από τα τραγούδια μου με λόγια που εκφράζουν όσα κάνει για την πίστη και τη μουσική:

Πήρα φωνή απ΄τους αγγέλους
κι απ' τα πουλιά πήρα λαλιά,
έγραψα μουσική ουράνια
για του Χριστού την εκκλησιά.

Τελειώνοντας, θέλω να ευχαριστήσω ανώνυμα τους δυο καλούς φίλους μου, που είχαν την καλωσύνη να μου δείξουν ορθογραφικές ατέλειες.

Αθήνα - Οκτώβριος 1990

Ο ελάχιστος της ψαλτικής τέχνης εργάτης...
Βασίλειος Κατσιφής

 

ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Βασίλειος Κατσιφής, πρωτοψάλτης, μελοποιός, και συνθέτης, εγεννήθη εις το χωρίον Ελαιών της επαρχίας Θηβών.
Τα πρώτα μαθήματα εις την εκκλησιαστικήν τέχνην, έλαβε από τον πατέρα του, και αυτά της βυζαντινής μουσικής, από τους Παπαπανάγο Αδριανό, Πέτρο Μεϊδάνη, καί τόν Δημήτριο Ανδρέου, πρωτοψάλτην Χαλκίδος.
Το 1945 ήλθε εις την Αθήνα, όπου ενεγράφη εις το νυκτερινόν γυμνάσιον από το οποίον έλαβε και το απολυτήριό του. Εν συνεχεία εσπούδασε εις το Ωδείο Αθηνών με καθηγητάς τους μακαριστούς Νικόλαο Παππά, Κωνσταντίνον Παπαδημητρίου και Εμμανουήλ Φαρλέκα.
Υπηρέτησεν ως πρωτοψάλτης εις τον μητροπολιτικόν Ναόν Θηβών (1944-1945)), εις τον Ι. Ν. Γενεσίου τής Θεοτόκου Νικαίας (1945-1947) επί 5ετίαν Λαμπαδάριος εις τον Ι. Ν. του Αγίου Ιωάννου Βουλιαγμένης, εν συνεχεία πρωτοψάλτης εις τον αυτόν Ναόν (1952-1982) και τέλος πρωτοψάλτης Αγίας Μαρίνης Ν. Φιλαδελφείας (1983-1992).
Έχει πραγματοποιήσει πολλάκις ραδιοφωνικάς εκπομπάς, και άρθρα του έχουν δημοσιευθεί εις τον ημερήσιον τύπον και περιοδικά τής ιεροψαλτικής τάξεως.
Έχει εκδώσει κασέτα και βιβλίο με ψαλτοτράγουδα, και ένα από τα τραγούδια που συμπεριλαμβάνονται σ᾽ αυτά είναι και η προσευχή του ιεροψάλτου, η οποία έγινε γνωστή σ᾽ όλη την Ελλάδα και εις το εξωτερικό.
Ακόμη έχει εκδώσει κασέτες με δικούς του στίχους κα μουσική, με την ονομασία «Δημοτικοί αντίλαλοι» και «Λαϊκοί απόηχοι».
Επίσης το 1994 κυκλοφόρησε Χριστουγεννιάτικα τραγούδια, με ερμηνεύτρια την Βασιλική Καραγιάννη και ακόμη υπήρξε διδάσκαλος τής βυζαντινής μουσικής του αειμνήστου Βασιλείου Σούκα, επί διετίαν και πλέον.
Εις την βιβλιογραφία έδωσε το βιβλίο με την «Θεωρία των έλξεων», καθώς και το βιβλίο «Μελέτη - κριτική στο θεωρητικό τού Σίμωνος Καρρά».
Υπό έκδοσιν ευρίσκονται δύο ακόμη βιβλία του, η «Μορφολογία τής Ελληνικής Οκταηχείας», και το βιβλίο «Παραδοσιακά Δημοτικά Τραγούδια».
Διετέλεσε κατ᾽ επανάληψιν μέλος του Πανελληνίου Συνδέσμου Ιεροψαλτών, καθώς και Γεν. Γραμματεύς της Ομοσπονδίας Ιεροψαλτικών Συλλόγων Ελλάδος. Υπήρξε επίσης Πρόεδρος της Ενώσεως των Υπερμάχων.
Χαίρει άκρας εκτιμήσεως σχεδόν όλων των συναδέλφων του, δια τον αγώνα του υπέρ της Βυζαντινής μας Μουσικής παραδόσεως και των όσων μας παρέδωσαν οι Μεγάλοι Υμνωδοί, κατά το ύφος και ήθος της Αγίας και Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.