Ο τσιγγάνος…

Κωδικός Πόρου: 00285-112696-815
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 28/07/11 14:41
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Ελληνική Λογοτεχνία, 00285-112696-815




Περιγραφή:

Ένα έντεχνο ποίημα, αφιερωμένο στον Μανώλη Αγγελόπουλο, για τη φυλή του, που επί αιώνες ζει στην Ελλάδα και διάγει πλάνητα βίον. Μια φυλή που αγνοήσαμε για να υποδεχθούμε αλλοδαπούς, ενώ ο ίδιος ο μεγάλος Έλληνας τραγουδιστής στον τελευταίο δίσκο του είχε τον υπερήφανο τίτλο: «Έλληνας είμαι»!..

 Λόγια της καρδιάς και άλλα, που απ’ την ψυχή σου βγαίνουν
και τα κάνουνε μεγάλα οι σοφοί, που τα τρανεύουν!..
 Θα περάσουνε κάρα με θλιμμένους τσιγγάνους, / θα γιομίσουν οι δρόμοι με χιλιάδες, χαλιά, / μα εσύ πούχεις φύγει δεν θα είσαι κοντά τους / να τους πεις ότι πήρες τα δικά τους βιολιά!..


Ήρθαν απ’ τα μακρινά τα μέρη,
κει που ο ήλιος ανατέλλει
μουζικάντες και τσιγγάνοι και πολλά παιδιά στα κάρα
κι ήρθαν σαν να ήσαν ξένοι
με πολύχρωμα στολίδια και αστραφτερά τοπάζια
και βαράγαν τα νταούλια
με τις πίπιζες που παίζαν’
κι όλοι χόρευαν μαζί!...
Πέρασαν πολύ σιμά μου
και με νόημα μού γνέφαν’
πως ελεύθεροι και σκλάβοι δεν τα βρίσκουνε και πάλι
δε σεμπρεύουν*, δεν ταιριάζουν
και δε ζούνε πια μαζί...
κι ήρθαν με τα καραβάνια
που τραγούδαγαν στους δρόμους
κι όλοι γύρναγαν γελώντας
στις ερήμους όπου ζούσαν
κι ήρθαν για να μας ξυπνήσουν με κοκόρια που λαλούσαν
κάθε πρωϊνό που ο ήλιος
έβγαινε στην κορυφή!

Μίλησα κι εγώ με δαύτους*
και μου είπανε πως έχουν
ένα μυστικό κρυμμένο μες τα βάθια* της ψυχής
πως αν πουν τα μυστικά τους
χάνεται η φυλή και πάει
και κανείς δεν τους μιλάει
αν θα έχουν πια ζωή!
Δεν επίστευα στ’ αυτιά μου κι ήθελα να αγρoικήσω
μια τσιγγάνα μαυρομάτα,
που μου είπε τα καφέ μου
με γαρύφαλλο στ’ αυτί...
κοίταζα κι εγώ τα άστρα, μήπως δω την ξελογιάστρα,
με τα πλάνα της τα μάτια,
που σε κάνουνε κομμάτια
και δεν δίνουνε φιλί.
Με χαιρέτισαν κι οι γύφτοι
τα ξαδέρφια των τσιγγάνων
και με φίλεψαν αλήθεια
κόκκινο γλυκό κρασί...
τους ερώτησα ποιος είναι ο αφέντης της φυλής τους
ποιο αμπέλι να τρυγήσαν’
κι έβαλαν εξαίσιο μούστο
στο μεγάλο το βουτσί!
Μα ξανάρθε η μαυρομάτα και μου έκλεισε το στόμα
«πιες, μου λέει, το κρασί σου
κι άσε αλλού τη θύμησή σου
στη τσιγγάνικη φυλή μας
δεν θα βρεις τον τρυγητή»!..
Και βαράγαν' τα νταούλια…
Ξύπνησα απ’ του κοκόρου
το λαρύγγι που σε κράζει
αν ο ύπνος στο τσαντίρι είναι απ’ το γλυκό κρασί
και μου είπαν οι τσιγγάνοι
το καρβέλι έχει φυράνει
κι αν τ’ ασημικά, που έχουν, κάνουν γύρα στη σκηνή.
Ήθελαν να τα πουλήσουν
σ’ ένα άλλο καραβάνι
που απ’ την Περσία φέρνει τα πολύχρωμα χαλιά,
για να βγάλουνε λεφτά.
Τους εκοίταξα στα μάτια
μα ξανάρθε η μαυρομάτα
και μου είπε όλο σκέρτσα και με νάζια περιττά:
«Πάρε με, καλέ, στη πιάτσα
δεν θα κάνω τη χαλάστρα
έχω σόϊ από τη Πάτρα
και θα φέρω στο τσαντίρι το δικό μου τον παρά»!..
Φούσκωνε πολύ πλεμόνι* κι είχε πέραση η ματιά της
το σπαθάτο της το βλέμμα
το φιδίσιο το κορμί,
αλλ’ αρπάχτηκαν στα χέρια με σπαθιά και με μαχαίρια
δυο τσιγγάνοι όλο νιάτα
και μαυριδεροί πολύ!

Μού είπε η Ζώγαινα απ’ τον Πύργο,
γύφτισσα και χαρτορίχτρα,
που ερχόταν να πουλήσει χειροποίητα χαλιά,
ήθελαν να την κερδίσουν
και μ’ αυτή μαζί να ζήσουν
στο τσαντίρι που ’χαν φτιάξει με φλουριά και με καυγά!..
Κι άρχισαν ξανά νταούλια..

Με φωνές και με τραγούδια
και με τα παιδιά που σκούζαν’
όλο κλάμα τσιριχτό
να βυζάξουνε τη μάνα
τη τσιγγάνα που ’χε γάλα κι έλεγε ένα χωρατό,
πως το βράδυ στη σκηνή της
μπήκε ξένος και ξενύχτης
κι έγινε μέσα στη νύχτα ο μεγάλος σαματάς!
Δεν κατάλαβε ποιος ήταν
κι όταν όλοι κοιμηθήκαν
νόμισε πως όλα ήταν
ξάστερα και παστρικά.
Μέχρι που ‘ρθε εκείνη η ώρα
και κατάλαβε όλη η Χώρα
πως ο ξένος κατά λάθος ήθελε … άλλη αγκαλιά!
Και βαρούσαν τα νταούλια…
Φόρτωσαν πολλές καμήλες
που μασούσαν τις μπανάνες
κι έπρεπε να κάνουν μίλια, για να πάνε σ’ άλλους τόπους!
Ήθελαν να βρουν παράδες
και μπακίρια για τα σπίτια,
πήρανε και τα καλάθια, που είχαν πλέξει ολημερίς,
αλλά ήρθε η τσιγγάνα
που είχε φρόνιμη τη σκέψη
και μας πήρε από το χέρι για ταξίδι της στιγμής!
Και βαρούσαν τα νταούλια…
Μας τραγούδησε η ρουφιάνα
σαν να είχε κάποιο πόνο
δυνατό μεσ’ την καρδιά της και δεν μίλαγε πολύ,
το γλυκό κρασί που ήπιε
και την έφερε σε ζάλη
μίλησε για μιαν αγάπη, που την έχασε κι αυτή!...
Και βαρούσαν τα νταούλια
και οι πίπιζες μαζί…

------------------

ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΛΕΞΕΙΣ:

* σεμπρεύουν, από τη λέξη σέμπρος ο, Ν· επίμορτος καλλιεργητής, αυτός που καλλιεργεί ξένα κτήματα ή εκτρέφει ξένα ζώα με σύμβαση που τού εξασφαλίζει μερίδιο από τα εισοδήματα, κολήγος.[ΕΤΥΜΟΛ. < σλαβ. sebrŭ].
*δαύτος -η, -ο (Μ ταύτος, -η, -ον)· αυτός, -ή, -ό (πάντοτε με πρόθεση)· 1. (επαναληπτική) «με τα μάτια ακολουθώντας το νεογέννητο το φως και σε δαύτο αναφτερώντας»· 2. (προσωπική αντων. γ' προσ.) «δεν δίνω πεντάρα για δαύτον»· 3. (δεικτική) «τί περιμένεις από δαύτον;». [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. δαύτος προήλθε από τη συνεκφορά τού έδε «κοίτα, ιδού, να» και της αντων. αυτός]. (Πάπυρος, Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας).
*βάθια : δημώδης έκφραση, που σημαίνει τα βάθη
* πλεμόνι = πνευμόνι

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Οι φωτογραφίες είναι αλιευμένες μέσα από το διαδίκτυο για να στολίσουν κυριολεκτικά το λογοτεχνικό μας κείμενο. Εξυπακούεται ότι ουδεμία σχέση έχουν με την ποιητική ιστορία, που αφηγούμαστε!.