Ο αρκουδιάρης!..

Κωδικός Πόρου: 00285-112685-1649
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 28/11/11 17:14
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Ελληνική Λογοτεχνία, 00285-112685-1649




Περιγραφή:

Βάρα μου το ντέφι, γύφτο,
βάρα το και μη μιλάς,
κάθε ντέρτι στη καρδιά μου, σαν μαχαίρι με τρυπάει
και κανείς δε μου μιλάει
στην απέραντη ερημιά…
Βάρα μου, το ντέφι, γύφτο,
βάρα το και μη γελάς,
κάπου φώλιασε ο πόνος και το καραβάνι πάλι
για τον ξένο τόπο πάει
κει που χαίρεται η ανθρωπιά!..


Τι να σκέφτεσαι χαμένος
μες τα σίδερα χωμένος
με το χέρι στο αμόνι, που το καίει η φωτιά…
συ δεν ήσουνα που πάντα
σα βαρούσε η καμπάνα
έφερνες τους αθιγγάνους
για να πάρεις τον παρά…
Βάρα μου το ντέφι, γύφτο,
βάρα το και μη μιλάς,
στο κατώφλι των τσιγγάνων, γανωτήδες, σιδεράδες
κι όλοι αυτοί οι χαλκοματάδες
ήρθανε με την πραμάτειά τους
και με μάτια αστραφτερά!

Τι πειράζει που οι ανθρώποι,
ρυπαροί, ρυτιδωμένοι
και με πρόσωπα φτιαγμένα
απ’ της φύσης τα στολίδια σαν γυαλιστερά φλουριά
έρχονται με τους ανέμους
με λουρίδες στις αρκούδες
για να τις σηκώσουν όρθιες
και να περπατούν αργά!
Τα τραγούδια όπου λένε
και νομίζεις ότι κλαίνε
με τα όργανα που έχουν και από καλή ζυγιά*
σου θυμίζουν πανηγύρια
κι όλα αυτά τα πειραχτήρια
που γυρίζουν κι όλο τρέχουν
πάντα δίπλα σ’ εκκλησιά!
Ξεφαντώματα, διενέξεις,
συμπλοκές και εικασίες
στις ευρύχωρες πλατείες με πλατάνια σκιερά,
με νταούλια, με ταβούλια,
με ταούλια, όπως λένε,
που το δέρμα το τραβάνε
τα γυαλιστερά σχοινιά!

Βάραγαν μέχρι το γιόμα
κι είχαν μια περίσσεια χάρη
και το έρμο το φεγγάρι φάνηκε στην κορυφή
παίζανε και τα κλαρίνα
κι όλα τα παιδιά εκείνα
που φωνάζαν’ και πειράζαν’
κάθε νια περαστική!..
Τη θωρούσαν πάνω κάτω
απ’ τα πόδια ως το κεφάλι
όταν χόρευε με πάθος τσιφτετέλι ή κατά λάθος
κείνο που γυρεύαν όλοι,
για να βγει το πορτοφόλι,
και τη γυροφέρνανε όλοι
στο χορό με τη κοιλιά!..



Κι έρχονται ξανά κοντά σου
κάτι γύφτισσες – στοχάσου-
πού ’χουν τα παιδιά στον ώμο και με φουσκωτή κοιλιά,
σου ζητάνε να σου πούνε
και τη μοίρα, που ακούνε,
να τους λέει πώς θα πάρουν
τα χρυσά τα χαϊμαλιά!
Βάρα μου το ντέφι, γύφτο,
βάρα το και μη μιλάς,
για της γύφτισσας το κέφι και το χτύπημα στο ντέφι
είναι πάντα λειτουργία
κάποιας θεϊκής χαράς!
Τον καφέ που θα σου ρίξει
και το χέρι σου διαβάσει
μες στα μάτια θα κοιτάξει τι να σκέφτεσαι και συ
κι όταν θα σου πει για κάποια
που ’χει φωτεινά τα μάτια
θα σ’ αφήσει δίχως φράγκα
και με άλλη λογική!

Ήρθε – λέει- κι ο αρκουδιάρης,
που ήτανε παλιά λυράρης,
ο αρκουδόγυφτος εκείνος, που γυρίζει στα χωριά,
«σήκω χόρεψε, κουκλί μου,
να σε δω να σε χαρώ»
πάντα στην αρκούδα λέει
κι όταν ρίχνεις τη δραχμή σου
πάντα λέει «ευχαριστώ»!
Πώς την έμαθε ο γύφτος
το σταυρό της για να κάνει
και πώς σου ζητάει «παιχνίδια» σαν τη στερημένη γριά,
όλο κάτι τέτοια λέει
κι η αρκούδα σαν χορεύει
όλα τα παιδιά γελάνε
που είναι εκεί στη γειτονιά

... κι ο αρκουδόγυφτας κοντά!

-----------

* ζυγιά = η ομάδα με τους οργανοπαίκτες.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Οι φωτογραφίες είναι της επιλογής μας, χωρίς να έχουν ουδεμία σχέση με τα ποιητικά δρώμενα.