Οι μυθικές διαστάσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου!... (40)

Κωδικός Πόρου: 00285-112566-6465
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 01/12/14 22:48
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Ελληνική Λαογραφία, 00285-112566-6465




Περιγραφή:

Οι μυθικές διαστάσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου!... (40)

Θρύλοι και ιστορίες για τον Στρατηλάτη όλων των εποχών, όπως είναι ο Έλληνας Μακεδόνας βασιλιάς Μέγας Αλέξανδρος, έτσι όπως περιγράφονται σε ένα μεσαιωνικό χειρόγραφο που βρέθηκε στις αρχές του 16ου αιώνα και το οποίο αναλύουμε μέσα στο βιβλίο μας «Η άγνωστη ζωή του Μεγάλου Αλεξάνδρου»!.. Διαβάστε τα κείμενα!..

Συνέχεια από το προηγούμενο

Στίχ. 2379-2398. Συμβουλές Κανδάκης προς αντιμαχομένους υιούς της.

«Διότις ο Αλέξανδρος μας έκαμε φιλία,
κ’ εγλύτωσε τη νύφη μας ’ξ εκείνα τα σκυλία».
Υιός της ο μικρότερος τότε γιαμιά γρικήθη,
εις αύτην την μητέρα του τότες απιλογήθη•
«Αλήθεια λες, η μάνα μου, χάρη έκαμε μεγάλη
που τη γυναίκα γλύτωσε ’δελφού μου του Κανδάλη.
Μα τούτο λέγω, νύφη σου πολλά παραπονάται616
πόσφαξε τον πατέρα της, αυτόν πολλά λυπάται.
Και θέλει τον Αντίγονον για να τόνε σκοτώση,
εκείνον τον πατέρα της να τον εξεκδικήση».
Η δε Κανδάκης είπε του αυτό να μην το κάμη,
διότις ο Αλέξανδρος έχει πολλή δυνάμη•
«Να σφάξης τον Αντίγονον, ετούτο α σ’ αρέση,
και έν καλά Αλέξανδρος, πές μου, τι θες κερδαίσει;»
Κανδάλης απεκρίθηκε κ’ είπε δια να ποίση,
στανιό της νύφης κι αδελφού οπίσω να γυρίση•
«Και να του κάμω συντροφιά και να τον συντροφέψω,
και με κανίσκι όμορφο σ’ Αλέξανδρον να πέψω».
Μαλώνουσι οι δυ’ αδελφοί και θέλουσι να ποίσουν
γι’ αυτείνον τον Αντίγονον αυτοί να πολεμήσουν.

Στίχ. 2399-2418. Παρέμβασις Αλεξάνδρου προς συμφιλίωσιν υιών Κανδάκης.

Κανδάκης του Αλέξανδρου είπε του να βοδώση
εκείνους με τη γνώση του για να τους ημερώση.617
Είπε του• «Με τη γνώση σου μέρωσε τα παιδιά μου,
Θωρώ618 τους που μαλώνουσι και λακταρεί619 <η> καρδιά μου».
Σαν τ’ άκουσεν Αλέξανδρος, σ’ εκείνους υπαγαίνει
κ’ εις τον μικρότερον υιόν έτσι του συντυχαίνει.
Λέγει του• «Εις Αλέξανδρον εσύ ’σαι κακιωμένος
και περισσά οργίζεσαι κ’ είσαι ραθυμισμένος.620
Εγώ ’μαι δούλος εκεινού κ’ έχει πολλούς π’ ορίζει,
και από μένα τίποτες εκείνος δεν το χρήζει.
Για πέτε τι μου τάσσετε κ’ οι δυό συνηβαστήτε,621
να σας τον φέρω εδεπά για να ξεκδικηθήτε.
Και ά θελήση και τινάς εμένα να φονέψη,
το αίμα του Αλέξανδρος αυτός το θε γυρέψει.
Εσείς γαρ εγρικήσετε πόχει καταστημένους622
τόσους αφέντες βασιλείς, κάτου στη γη βαλμένους.
Μόνον εσείς αφήτε με εμένα να παγαίνω
και με δική μου πιβουλή εδώ σας τόνε φέρνω.
Κ’ εις τον εχθρόν σας και οι δυό τότε ξεκδικηθήτε,
εγώ που δεν σας έφταισα εσείς εμέν’ αφήτε».

Στίχ. 2419-2438. Ο Αλέξανδρος παρατηρεί φαντάσματα ειδώλων, ανθρώπους με φωτιές στα μάτια… Συνάντησις με Χούση.

Αυτείνοι σαν τον ήκουσαν, αυτείνον δεν γυρεύουν,
αφήκασι τα μαλωτά623 τότε κ’ οι δυό ’ρηνεύουν.
Κανδάκης τον Αλέξανδρο κράζει σε μοναξία,
πολλά γαρ την εχάρηκε εκείνου την αξία.
Και είπε του Αλέξανδρου• «Αγάπουν να ’σουν γιος μου,
εβλέπομε τη γνώση σου, κύριος είσαι κόσμου».
Κανδάκης τούτα είπε του, βγάνει και του χαρίζει
στέφανον πολυδάμαντον, που λάμπει και φωτίζει,
και δίδει του και θώρακα, χλαμύδα χρυσωμένη,
και στρατιώτες τόδωσε οπίσω να παγαίνη.
Κ’ επερπατούσαν όλοι τους μετά χαράς μεγάλης,
στον τόπον κείνον έσωσε που του ’πε ο Κανδάλης.
Είδε ειδώλων φαντασιά624 και αστραπές και άλλα,
εις αύτα ο Αλέξανδρος εδείλιασε μεγάλα
όμως εστάθ’ Αλέξανδρος να δη τι θέλει γένει,
ανθρώπους είδε και φωτιά ’κ τα μάτια τους εβγαίνει
και ένας ήλθε εις αυτόν τότε και χαιρετά τον•
«Ξέρεις το ποίος είμ’ εγώ;» λέγει κι ανερωτά τον.
«Εγώ ’μαι κείνος ο παλιός, ο Χούσης, ο κρατάρχης,
ωσάν εσένα φτύχησα κ’ είχα εκείνα τά ’ρχεις.

Συνεχίζεται…