Οι μυθικές διαστάσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου!... (39)

Κωδικός Πόρου: 00285-112567-6436
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 24/11/14 21:54
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Ελληνική Λαογραφία, 00285-112567-6436




Περιγραφή:

Οι μυθικές διαστάσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου!... (39)

Θρύλοι και ιστορίες για τον Στρατηλάτη όλων των εποχών, όπως είναι ο Έλληνας Μακεδόνας βασιλιάς Μέγας Αλέξανδρος, έτσι όπως περιγράφονται σε ένα μεσαιωνικό χειρόγραφο που βρέθηκε στις αρχές του 16ου αιώνα και το οποίο αναλύουμε μέσα στο βιβλίο μας «Η άγνωστη ζωή του Μεγάλου Αλεξάνδρου»!.. Διαβάστε τα κείμενα!..

Συνέχεια από το προηγούμενο…

Στίχ. 2319-2338. Η Κανδάκη ξεναγεί τον Αλέξανδρο στα πλούσια παλάτια και τους ναούς της…

Δείχνει του και τραπέζια με το μαργαριτάρι,
ολόγυρά τους ήτονε ασήκωτο λογάρι.
Στες δύο άκρες ήτονε μετά των δρακοντίων
και εις τη μέση ήτονε μετά των λεφαντείων.603
Είδε ναούς πολυτελείς, όμορφοι στα θεμέλια,
είδε και περιβόητα πανώρια περιβόλια.
Είδε τα ο Αλέξανδρος και όλα τα στοχάστη,604
απέ605 την τόσην εμορφιά περίσσια εθαυμάστη.606
Κανδάλης τη μητέρα του πολλά επαρακάλει
να δώση του Αντίγονου χάρη πολλά μεγάλη.
Κανδάλης τον Αλέξανδρον παίρνει τον εν τω άμα,607
και πράματα του έδειξε οπού ’τον μέγα θάμα.
Είδε κοιτώνας εύμορφους, λιθάρια όσα θέλει,
ωσάν τον ήλιον έλαμπαν, που φέγγει κι ανατέλλει.
Είδε και σπίτι, πού ’τονε με τέχνη καμωμένο,
απάνω λέγω σε τροχούς ήτον αποθεμένο.
Είκοσι λέφες608 το ’συρναν, οπού ’θελε να πάγη,
Απάν’ αφέντης έστεκε, χώρια609 του πολεμάγει.610
Είπε της ο Αλέξανδρος• «Καλά ‘ναι καμωμένα,
πασάνας το θαυμάζεται, πώς είν’ μαστορεμένα.611

Στίχ. 2339-2358. Η Κανδάκη παρασύρει τον Αλέξανδρο στον κοιτώνα της…

Μα τούτα λέγω τά ’καμαν Έλληνες διδασκάλοι,
γιατ’ αύτο είναι όμορφα κ’ έχουν και τόσα κάλλη».
Κανδάκης αποκρίθηκε και είπε εν τω άμα•
«Αλήθεια λες, Αλέξανδρε, Έλληνες τούτα κάμα».612
Απιλογήθη κ’ είπε της• «Αλέξανδρος δεν είμαι,
Αντίγονον με κράζουσι και δούλος του λογούμαι».
Απιλογήθη κ’ είπε του• «Τα λόγια μην τα χάνης,
ω βασιλεύ Αλέξανδρε, επεί εσύ τυχάνεις».
Επαίρνει τον Αλέξανδρον κ’ εμπαίνει στον κοιτώνα,
εγύρισε και τόδειξε την εδική613 του ’κόνα
Και να γνωρίση, έλεγε, την όψιν τη δική του.
Εκείνος εκ τον φόβον του έτρεμε το κορμί του.
«Τι ’τον σ’ εσέν, Αλέξανδρε, τώρα και ελαθάστης,614
μέσα στο σπίτι σέβηκες κ’ εκ γυναικός επιάστης;
Τι ’τον σ’ εσέν, Αλέξανδρε, τόση αποκοτία,
οπού ’λθες και σ’ επιάσασι διχώς πολέμου αιτία;
Πού βασιλείς το τρέμασι τ’ όνομα το δικό σου,
και τώρα πού σε ήφερε το δόλιο ριζικό σου;
Του φίλου οπού λέγουσι μιά δυό κατά την ώρα
και τρίτο πάντα τόρχεται κ’ έναι κακή του μέρα.

Στίχ. 2359-2378. Η Κανδάκη εκλιπαρεί τον Αλέξανδρο να την σκοτώσει. Άρνησις Αλεξάνδρου.

Μα πρέπει συ, Αλέξανδρε, ετούτο να μετρήσης
μία και δύο και πολλές, ετούτο να μη ποίσης».
Αλέξανδρος ηθέλησε τότες δια να ποίση,
να σφάξη την βασίλισσα να μην το μολογήση.
Η δε Κανδάκης είπε του• «Καλή ’τον η βουλή σου
για να ’λθης εις το σπίτι μας εσύ με το κορμί σου.
Και μη φοβάσαι τίποτες, φυλάγω το στον νου μου,
ωσάν εσύ που γλύτωσες γυναίκα του παιδιού μου,
γιατί αν το μάθη ο μικρός υιός ο εδικός μου,
χωρίζει σού την την ζωήν εκ τουτουνού615 του κόσμου,
διότις η γυναίκα του, του Πώρου θυγατέρα,
κλαίγει για τον πατέρα της, νύκτα και την ημέρα.
Λοιπόν εγώ, Αλέξανδρε, θέλω να σε φυλάξω,
και τίποτες κακό σ’ εσέν δεν θέλω να κοιτάξω».
Κανδάκης και Αλέξανδρος έξω κ’ οι δυό εβγήκα
και μέσα του Αλέξανδρος είχε μεγάλη πρίκα.
Κανδάκης τότε σύντυχε υιού της του Κανδάλη
να δώση του Αντίγονου χάρη πολύ μεγάλη.
Είπε της θυγατέρας της Αρπίσης να ποιήση,
αυτείνον τον Αντίγονον καλά να κανισκίση•

Συνεχίζεται…