Οι μυθικές διαστάσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου!... (38)

Κωδικός Πόρου: 00285-112568-6416
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 19/11/14 23:31
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Ελληνική Λαογραφία, 00285-112568-6416




Περιγραφή:

Οι μυθικές διαστάσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου!... (38)

Θρύλοι και ιστορίες για τον Στρατηλάτη όλων των εποχών, όπως είναι ο Έλληνας Μακεδόνας βασιλιάς Μέγας Αλέξανδρος, έτσι όπως περιγράφονται σε ένα μεσαιωνικό χειρόγραφο που βρέθηκε στις αρχές του 16ου αιώνα και το οποίο αναλύουμε μέσα στο βιβλίο μας «Η άγνωστη ζωή του Μεγάλου Αλεξάνδρου»!.. Διαβάστε τα κείμενα!..

Συνέχεια από το προηγούμενο…

Στίχ. 2259-2278. Ο Αλέξανδρος επιτρέπει στον Αντίγονο να πάη με τον Κανδάλη στο σπίτι του.

Έδραμε στον Αντίγονα μετά τιμής μεγάλης,
στα χείλη τον εφίλησε αυτείνος ο Κανδάλης.
Είπε να πα στη μάνα του να κάμη να του ποίση,
χαρίσματα βασιλικά εκείνου να χαρίση.
Απιλογήθ’ Αλέξανδρος και είπε του Κανδάλη•
«Αν έβλεπα τη χώρα σου είχα χαρά μεγάλη.
Μα σύρε στον Αλέξανδρον εμένα να ζητήσης,
να πάμε εις την χώρα σου, να με φιλοτιμήσης».
Κανδάλης του Αλέξανδρου εζήτησέ του χάρη,
ν’ αφήκη τον Αντίγονα σπίτι του να τον πάρη.
Αλέξανδρος του Πτολεμιού είπε του να τον στείλη,
οι δύο να παγαίνουσι με τον Κανδάλη ως φίλοι.
Ο Πτολεμαίος είπε του• «Πληρώνω τη βουλή σου,
έπαρε τον Αντίγονα και σύρε στη μητρί σου.
Και πάλι στείλε μού τονε καλά με τη βουλή σου,
ωσάν εγώ σου γλύτωσα εσένα τη γυνή σου».
Ο δε Κανδάλης είπε του• «Τούτον παραλαμβάνω
ωσάν εσέν, Αλέξανδρε, τούτο σ’ αναθιβάνω».
Στη στράτα όπου πήγαιναν Αλέξανδρος κοιτάζει,
εκείνα τα ψηλά βουνά περίσσια τα θαυμάζει.

Στίχ. 2279-2298. Δένδρα όμορφα που μυρίζουν, πίθηκοι μεγάλοι σαν αρνιά, θεριά ξενοχάραγα, οίκοι θεών…

Είχασι και πολλά δενδρά και όμορφα μυρίζαν,
αυτείνα, λέγω, τα δενδρά στα γνέφη595 γαρ εγγίζαν.
Και ώσπερ κίτρα ’σαν χοντρά τα μήλα και λεμόνια,
και είδε και καρύδια μεγάλα σαν πεπόνια.
Είδε και πίθακους πολλούς, μεγάλους σαν αρνία,
θηριά δε ξενοχάραγα σ’ εκείνα τα βουνία.
Κανδάλης του Αντίγονου είπε του πως λογούνται597
Τα ώδε598 οικητήρια, οίκοι θεών καλούνται.
Εις τα παλάτια σώσασι στη χώρα κ’ υπαγαίνουν,
η μάνα του κ’ οι αδελφοί τόνε συναπανταίνουν.598
Άπλωσαν και τα χέρια τους για να τον χαιρετήσουν,
κι αυτός απιλογήθηκε αυτείνον για ν’ αφήσουν.
Είπε τους• «Τον Αντίγονα πρώτα τον χαιρετάτε,
και χαιρετάτε και εμέν κ’ υστέρου600 ερωτάτε».
Αντίγονον χαιρέτησαν μικροί τε και μεγάλοι,
κ’ ύστερα χαιρετήσασι αυτείνον τον Κανδάλη.
Ο δε Κανδάλη είπε της• «Γλυκύτατη μητρί μου,
Αντίγονος ήτον η βουλή να πάρω τη γυνή μου,
διότις εσυβούλευσε Αλέξανδρον να ποίση
τη νύκτα γαρ τους Βέρβικους να κάψη, να μπυρίση».

Στίχ. 2299-2318. Βασιλική συνάντησις Κανδάκης και Αλεξάνδρου.

Εκείνοι σαν το ήκουσαν, είχαν χαρά μεγάλη,
επήραν τον Αλέξανδρον ομού με τον Κανδάλη.
Η δε Κανδάκης όρισε εκείνοι για να ποίσουν
στην τάβλαν να περάσουσι κι αλλήλως να καθίσουν.
Εκάμαν του Αλέξανδρου τότε τιμή μεγάλη
και όλοι τους χαιρόντησαν601 πως είδαν τον Κανδάλη.
Απήτις εξημέρωσε εβγήκε στολισμένη,
Κανδάκης η βασίλισσα, βασιλικά ντυμένη.
Φοβερή ήτονε πολλά, βασιλικό το βλέμμα,
και όσοι κι αν την ήβλεπαν, ομπρός της όλοι τρέμα.602
Έδοξε του Αλέξανδρου, βλέπει την ομορφάδα,
εκείνην τη μητέρα του, λαμπρά Ολυμπιάδα.
Επήρε τον Αλέξανδρον εκείνη από το χέρι,
κ’ ετράβα τον μετά χαράς στο σπίτι να τον φέρη.
Απήτις αποσώσασι εις το λαμπρό παλάτι,
Κανδάκης τον Αλέξανδρον ’κ το χέρι τον εκράτει
και έδειξέ του φαντασιά, ένά ’μορφο κλινάρι,
άλλο δεν ήτον εις αυτό μόνο μαργαριτάρι•
ολόγυρά του ήτονε πολύτιμο λιθάρι
με στρώματα ολόχρυσα κ’ είχε μεγάλη χάρη

Συνεχίζεται…