Οι μυθικές διαστάσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου!... (37)

Κωδικός Πόρου: 00285-112569-6391
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 13/11/14 22:58
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Ελληνική Λαογραφία, 00285-112569-6391




Περιγραφή:

Οι μυθικές διαστάσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου!... (37)

Θρύλοι και ιστορίες για τον Στρατηλάτη όλων των εποχών, όπως είναι ο Έλληνας Μακεδόνας βασιλιάς Μέγας Αλέξανδρος, έτσι όπως περιγράφονται σε ένα μεσαιωνικό χειρόγραφο που βρέθηκε στις αρχές του 16ου αιώνα και το οποίο αναλύουμε μέσα στο βιβλίο μας «Η άγνωστη ζωή του Μεγάλου Αλεξάνδρου»!.. Διαβάστε τα κείμενα!..

Συνέχεια από το προηγούμενο…

Στίχ. 2199-2218. Η Κανδάκη στέλνει κρυφά στον Αλέξανδρο ένα ζωγράφο για να τον απεικονίση. Η ίδια θαυμάζει και καταφιλεί τον πίνακα. Συνάντησις Κανδάλη, υιού της Κανδάκης, με τον Αλέξανδρο.

Και ο ζωγράφος το λοιπόν το ήθος στόρησέ το,587
Κανδάκης γαρ το ήφερε και κατεφίλησέ το.
Σε μέρες περαζόμενες εδιάβη ο Κανδάλης,
ο της Κανδάκη ο υιός, βασίλισσης μεγάλης,
εις Αμαζόνες με σπουδή με πάσαν την στρατιά του,
έσυρνε την γυναίκα του κι όλη την φαμελιά του.
Πηγαίνοντας τον ξάφνισαν των Βερβικών το έθνος
κ’ επήραν την στρατεία του, κ’ έφυγ’ εκείνος μόνος.
Τότε αυτείνον έπιασαν τ’ Αλέξανδρου στρατιά του,
σε Πτολεμαίον τον υπάν αυτείνον ομπροστά του.
Ο Πτολεμαίος ερωτά πόθεν έν ο Κανδάλης•
«Κανδάκης είμαι ο υιός, βασιλίσσης μεγάλης•
και ως πήγαινα λοιπόν εγώ ατές Αμαζόνες,
οι Βερβικοί μ’ επιάσασι μ’ όλες μου τες κατόνες,
επήραν την γυναίκα μου και όλη την στρατιά μου
και πάγω εις το σπίτι μου διχώς την φαμελιά μου
να πω της μάνας μου λοιπόν φουσάτο για να ποίσω,
να πάγω γαρ στους Βερβικού ως για να πολεμήσω.
Και τώρα γαρ με έπιασε στρατιά η εδική σου•
το ’ρίζεις, κάμε εις εμέ με όλη τη βουλή σου».

Στίχ. 2219-2238. Ο Αλέξανδρος φορά ένδυμα στον Πτολεμαίο και ακούει την συμβουλή του να στείλη τον Κανδάλη στην μητέρα του.

Ο Πτολεμαίος διέβηκε, Λεξάντρου τ’ αναφέρνει,
το ένδυμά τ’ Αλέξανδρος τότες του το φοραίνει•
«Κάθισε εις τον θρόνον μου εσύ διατ’ εμένα,
και τώρα συ την βασιλειά, σαν θέλεις την, κυβέρνα».
Ο Πτολεμαίος έκατσε τότες εις το σκαμνί του
και τότε πάλι γλήγορα κράζει588 τον δουλευτή του.
Είπε• «Κράξε μ’ Αντίγονα φίλον μου να μιλήσω,
εις τούτην την υπόθεση για να τον ερωτήσω».
Σαν ήλθε ο Αλέξανδρος, ρωτάει τον Κανδάλη,
ο Πτολεμαίος είπε του να τ’ αναφέρη πάλι.
Και είπε την υπόθεσιν σ’ εκείνον γαρ τον τόπον•
Αλέξανδρος εγρίκησε καταλεπτώς τον τρόπον.
Εσύντυχε τ’ Αλέξανδρου ο Πτολεμαίος πάλι•
«Συβούλευσέ μ’ Αντίγονε, γι’ αυτείνον τον Κανδάλη».
Και απεκρίθ’ Αλέξανδρος, κ’ είπε του• «Για να ποίσης,
ω βασιλεύ Αλέξανδρε, πρέπει να του βοθήσης,589
Να του γλυτώσης το λοιπόν αυτείνου τη γυνή του,
να πάγη γαρ χαιράμενος590 ’ς Κανδάκη τη μητρί του,
Γιατί πολλά χαρίσματα σόπεψε η Κανδάκη,
και πρέπει να τα θυμηθής τώρα εις την ανάγκη».

Στίχ. 2239-2258. Η γυναίκα του Κανδάλη βάζει φωτιές…

Οι στρατιώται βλέποντα τον Πτολεμαίον ’ς κρίση
είπασιν• «Ο Αλέξανδρος τίβοτες591 θε να ποίση».
Ετότες εσηκώθησαν, εκείθεν εμισεύσαν,
αντίπερα στους Βέρβικους επήγαν κ’ επεζεύσαν.
Και είπε ο Αντίγονος• «Εδώ για να σταθούμε,
την νύκτα γαρ τους Βερβικού να πα να τους ευρούμε,
γιατί αν το μάθ’ ο τύραννος θέλει το θανατώσει,
το γύναιο592 του φίλου μας στη γη το θέλει χώσει.
Μ’ ας βάλωμε στα σπίτια τους ιστία γαρ μεγάλη
κ’ εκείνοι φέρει θέλουσι γυναίκα του Κανδάλη».
Λοιπόν την νύκτα πήγασι σ’ αυτούς φωτιά κ’ εβάλαν,
κ’ εφώναξαν οι Βέρβικοι τι ’τονε593 οπού σφάλαν.
Εκέλευσεν Αλέξανδρος να κράζη η στρατεία•
«Κανδάλης έν ο βασιλεύς που κάνει τη φωτία.
Ή φέρτε τη γυναίκα του ή τώρα θε να ποίση
την χώρα σας και τον λαόν να κάψη, να μπυρίση».594
Ως τ’ άκουσαν, εδράμασι τότε με βιά μεγάλη,
και τη γυναίκα ήφεραν στα χέρια του Κανδάλη.
Σαν είδε τη γυναίκα του περίσσια το εχάρη,
να την ίδ’ έτσι γλήγορα ποτέ του δεν το θάρρει.

Συνεχίζεται…