Οι μυθικές διαστάσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου!... (35)

Κωδικός Πόρου: 00285-112571-6367
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 07/11/14 19:03
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Ελληνική Λαογραφία, 00285-112571-6367




Περιγραφή:

Οι μυθικές διαστάσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου!... (35)

Θρύλοι και ιστορίες για τον Στρατηλάτη όλων των εποχών, όπως είναι ο Έλληνας Μακεδόνας βασιλιάς Μέγας Αλέξανδρος, έτσι όπως περιγράφονται σε ένα μεσαιωνικό χειρόγραφο που βρέθηκε στις αρχές του 16ου αιώνα και το οποίο αναλύουμε μέσα στο βιβλίο μας «Η άγνωστη ζωή του Μεγάλου Αλεξάνδρου»!.. Διαβάστε τα κείμενα!..

Συνέχεια από το προηγούμενο…

Στίχ. 2079-2098. Αλεπούδες χοντρές σαν αρκούδες, νυχτερίδες με δόντια και σκυλιά, δένδρα που μιλούσαν…

Στην λίμνην κείνην είδαμε ετότες αλεπούδες,
πήχες οκτώ το μάκρος τους, χοντρές ωσάν αρκούδες.
Και είδαμε κορκόνδειλους556 μεγάλους σαν βουβάλια,
ήσαν κι άλλοι μικρότεροι ωσάν αγριοδαμάλια.
Και νυκτερίδες είδαμε, δόντιά ’χαν σαν σκυλία,
μεγάλες ήσαν σαν γατιά κ’ είχασι και μαλλία.557
Εκείθεν τότε βγήκαμε, πάμε αλλού να δούμε,
και τρεις ημέρες το λοιπόν τότε περιπατούμε.
Ωσάν επήγαμε ομπρός στην στράταν γαρ την άλλη,
ανεμοζάλη γίνετον558 κ’ ήτον559 πολλά μεγάλη•
και τους ανθρώπους εκ την γην τότες τους ανασπάει,560
αντάμα με τα άλογα κι αλλούθεν561 τους υπάει.
Έπαυσε τότε ο θυμός και η ροπή εκείνη,
εις άλλον τόπον πήγαμε, οπού ’τονε γαλήνη.
Οι εντόπιοι μας οδηγούν κ’ επήγαμε με κόπον,
με βία γαρ εσώσαμε στης Ινδικής τον τόπον.
Κ’ ήλθασι οκ τους Ινδικούς ομπρός μου να σταθούσι
κ’ είπασι• «Δω562 ηυρίσκονται δένδρα οπού λαλούσι».563
Ωσάν τ’ ακούσαμε λοιπόν, τότ’ απορήσαμ’ όλοι,
κ’ εδείξανέ μας τα δενδρά μέσα εις περιβόλι.

Στίχ. 2099-2118. Προσκύνησις ιερού τόπου για ν’ ακούση ο Αλέξανδρος τα δένδρα που μιλούσαν σε ινδική γλώσσα…

Στο περιβόλι κείνο γαρ κ’ εις της μεσιάς564 εκείνης
ναός μεγάλος ήτονε ηλίου και σελήνης.
Ήσαν μεγάλα δυό δενδρά κ’ ήσαν τα δύο ίσια,
εφαίνετόν σου κ’ ήσανε τα δύο κυπαρίσσια•
Το ένα λέγαν ήλιον και τ’ άλλο γαρ σελήνη,
ωραία ήσαν σ’ οφθαλμόν, είχαν κι ομορφοσύνη.
Κ’ είπασι οι εντόπιοι πώς τα δενδρά μιλούσι,
σαν ανατέλλη ήλιος, τρεις γαρ φορές λαλούσι.
Μιλούν και άλλες τρεις φορές, σαν πα να βασιλεύση,
και ό,τι λέγουν τα δενδρά πασάνας να πιστεύση.
Παίρνω δέκα ’κ τους φίλους μου να πα να προσκυνήσω,
να σέβω μέσα στον ναόν, τα δένδρη να γρικήσω.565
Δεν άφηκαν οι ιερείς να μπούμ’ αρματωμένοι,
εμπήκαμε ξαρμάτωτοι,566 όλοι συμμαζωμένοι.
Και βασιλεύει ήλιος, τα δένδρη γαρ λαλούσι,
και η φωνή τους ινδική, δεν ξεύρω τι μιλούσι.
Ο δραγουμάνος πού ‘χαμε, αυτός τότ’ εφοβήθη,
κ’ εκείνο πού ’παν τα δενδρά ουδέ μας το ξηγήθη.567
Επήρα τον εις μοναξά,568 ετάξα569 του και χάρη,
εκ τους δικούς μου, είπε μου, θάνατον θέλω πάρει.

Στίχ. 2119-2138. Τα δένδρα του ναού μιλούν ελληνικά και προλέγουν τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Πορεία Αλεξάνδρου εις Περσίαν.

Ωσάν το ήκουσα εγώ, δεν είχα τι να ποίσω,
πάλι εμπήκα στον ναόν τα δένδρη για ν’ ακούσω.
Ωσάν εβγήκε ήλιος, τα δένδρη εμιλούσαν,
ελληνική φωνή ’τονε εκείνη οπ’ αρχίσαν
και είπασί μου• Βασιλεύ, εις την Βαβυλωνίαν
εκεί θες λάβει θάνατον μ’ απάτην γαρ δολίαν•
δεν θες κερδίσει γαρ εσύ την χώραν των γονιών σου,
μηδέ τη μάνα σου λοιπόν δεν βλέπεις μ’ οφθαλμόν σου.
Ωσάν το ήκουσα εγώ, καρδιά μου τότ’ ετρώθη,
σ’ εκείνο πού ’παν570 τα δενδρά κ’ εις το ’μελλε να μόρθη.571
Ετότες572 γαρ οι φίλοι μου, Φίλιππος και Παρμένης,
αυτείνοι με παρακαλούν, λέγουν μου• Δω573 μη μένης.
Εγώ δεν ήθελα λοιπόν εκείνους να γρικήσω,
τον όρθρον574 ακαρτέρουνε τα δένδρη για ν’ ακούσω.
Και σαν εβγήκε ήλιος, τα δένδρη εμιλήσαν•
Οι χρόνοι σου πληρώθησαν575, είπαν και δεν αργήσαν.
Ωσάν το ήκουσα λοιπόν, δεν είχα τι να ποίσω,
είπα για να μισέψωμε, εκεί να μην αργήσω.
Επήρα τα φουσάτα μου κ’ επήγα στην Περσίδα,
και Σεραμίδος τα ψηλά παλάτια τότες είδα.

Συνεχίζεται…