Οι μυθικές διαστάσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου!... (34)

Κωδικός Πόρου: 00285-112572-6359
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 05/11/14 22:51
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Ελληνική Λαογραφία, 00285-112572-6359




Περιγραφή:

Οι μυθικές διαστάσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου!... (34)

Θρύλοι και ιστορίες για τον Στρατηλάτη όλων των εποχών, όπως είναι ο Έλληνας Μακεδόνας βασιλιάς Μέγας Αλέξανδρος, έτσι όπως περιγράφονται σε ένα μεσαιωνικό χειρόγραφο που βρέθηκε στις αρχές του 16ου αιώνα και το οποίο αναλύουμε μέσα στο βιβλίο μας «Η άγνωστη ζωή του Μεγάλου Αλεξάνδρου»!.. Διαβάστε τα κείμενα!.

Συνέχεια από το προηγούμενο…

Στίχ. 2019-2037. Έξοδος θηρίου και πνιγμός ανθρώπων. Ωραία παλάτια με χρρυσές λεκάνες…

Επνίγησαν οι άνθρωποι ετότες παραυτίκα,
έκλαυσα και τους φίλους μου κ’ είχα μεγάλη πρίκα.
Από τους γυναικόμορφους είπα να μου πιάσουν,
και να τους σκοτώνουσι, εις άκρος να χαλάσουν.
Επήγαιναν να πιάσουσι κ’ έφευγε κ’ εσυντήρει,
Οκτώ ημέρες έκαμα σ’ εκείνο το ’κρωτήρι.537
Ελέφαντας ηυρίσκαμεν κι όλοι καβαλικέψαν,
στη χώρα γαρ την Ινδικήν επήγαν κ’ επεζέψαν.
Έκρινα γουν στον λογισμόν ως δια να μην πάψω,
είτε παράξενο ιδώ, σ’ εσένα να το γράψω.
Νικώντας μεις τον Δάρειον επερπατούσαμ’ όλοι,
κ’ εδώ κ’ εκεί πηγαίναμε, όθεν κι α μας εβόλει.538
Στην Ινδικήν εδιάβημαν και περικαρτερούμε,
στην έρημον κινήσαμε τότες και περπατούμε.
Εις ένα τόπον είδαμε παλάτια γαρ ωραία,
λεκάνες είδα ’λόχρυσες539 σ’ εκείνη τη μερέα.540
Και να ’βανε η καθεμιά ως μέτρα γαρ πενήντα,
πιστεύω δυό να βάνασι541 έως τα ενενήντα.
Είπαν μας οι εντόπιοι, κείθεν που διαβούμε,
οφίδια542 βρίσκονται κακά κ’ είπαν μου να φοβούμαι.

Στίχ. 2039-2058. Φίδια μεγάλα… Πηγή Μωϋσέως… Σκορπιοί μεγάλοι και τρομεροί…

Είπα το της στρατείας μου, αυτείνη να το γνώθη.
Τότες πάλι την όρισα εκεί και αρματώθη
και δέκα μέρες το λοιπόν τότες περιπατούμε,
’ς χώρά ’ρημ’ απεζεύσαμε διά ν’ αναπαυτούμε.
Εκείν’ η χώρα το λοιπόν σε δυό ποτάμια στέκει,
και το νερό ’τονε πικρό, οπού την περιπλέκει.
Γδύνονται ’κ τους στρατιώτες μου, στον ποταμόν εμπήκαν,
θηριό εξέβη εις αυτούς, σαράντα επνιγήκαν.
Εκείθεν τότ’ εξέβημαν544 ’κ τη δίψ’ αποθαμένοι,
τα κάτουρά τους για να πιούν ήταν πολλά χρειασμένοι.
Εις λίμνη καταντήσαμε, όλοι νερό γαρ πίνουν,
κι ως μέλι ήτονε γλυκύ, λέγουν εκεί να μείνουν.
Στήλη ανθρώπου το λοιπόν εκεί ’τονε γραμμένη•
«’Μωσής545 εγώ ‘βρα το νερό, να πιή οπού διαβαίνει».
Εφάγαμε κ’ επίαμε κι όλοι εχορταστήκαν,
έπεσαν όλοι ξεγνοιαστοί εκεί κι αναπαυτήκαν.
Και ώρα τρίτη της νυκτός ακούουν και κτυπούσι,
του τόπου κείνου τα θηριά ήλθαν να ποτιστούσι546
Ήσαν σκορπίοι φοβεροί, πασάνας έναν πήχαν,547
άσπροι και μαύροι, κόκκινοι, κεντριά μεγάλα είχαν.

Στίχ. 2059-2078. Λέοντες, ταύροι, άνθρωποι με έξι χέρια…

Είδαμε γαρ και λέοντες κ’ ήσαν ωσάν ταυρία,548
είδαμε ξενοχάραγα549 άλλα εκεί θηρία,
είδαμε αγριοχοίρια μεγάλα σαν βουβάλια,
εστέκασι τα δόντια τους έξω ώσπερ διχάλια.550
Εκεί άνθρωποι βρίσκονταν κ’ είχασιν έξι χέρια,
έσφαξαν οι στρατιώτες μου πολλούς μετά μαχαίρια.
Πολλούς οκ τους στρατιώτες μου τ’ άγρια θηριά551 σκοτώνουν,
και το φαρμάκι έριχναν αυτούς και θανατώνουν.
Όρισα το φουσάτο μου τότες και αρματώθη,
εκ τα θηρία τα κακά τότες γιαμιά552 λυτρώθη.
Όρισα τότε κ’ έβαλαν ιστία στο καλάμι,
τότε εκείθεν έφυγαν, δεν είχαν πλιό δυνάμη.553
Θηρίον ήλθε εις εμάς κ’ έμοιαζεν ώσπερ λέφα,554
είκοσι πέντε σύντριψε ανθρώπους τότε κ’ έφα.555
Μαλώνουσι με το θηριό τότε τα παλικάρια
και το θηριό σκοτώνουσι τότες μετά κονδάρια.
Τρακόσοι άνδρες το λοιπόν με βίας το επήραν,
από την στράταν το ’βγαλαν, με κόπον το εσύραν.
Εκεί που περπατούσαμε, φεγγάρι σκοτεινιάζει,
εις άλλην λίμνην ήλθαμε και σαν την άλλην μοιάζει.

Συνεχίζεται…