Οι μυθικές διαστάσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου!... (31)

Κωδικός Πόρου: 00285-112575-6313
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 25/10/14 21:45
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Ελληνική Λαογραφία, 00285-112575-6313




Περιγραφή:

Οι μυθικές διαστάσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου!... (31)

Θρύλοι και ιστορίες για τον Στρατηλάτη όλων των εποχών, όπως είναι ο Έλληνας Μακεδόνας βασιλιάς Μέγας Αλέξανδρος, έτσι όπως περιγράφονται σε ένα μεσαιωνικό χειρόγραφο που βρέθηκε στις αρχές του 16ου αιώνα και το οποίο αναλύουμε μέσα στο βιβλίο μας «Η άγνωστη ζωή του Μεγάλου Αλεξάνδρου»!.. Διαβάστε τα κείμενα!..

Συνέχεια από το προηγούμενο…

Στίχ. 1839-1858. Απολογία και παραπλανητικές απαντήσεις του Αλεξάνδρου προς τον Πώρον. Κατασκοπεία χώρου υπό Αλεξάνδρου.

Ο Πώρος τον ερώτησε, λέγει του• «Πόθεν είσαι;
Ειπές μου την αλήθεια, τίποτες μη φοβήσαι».
Απιλογήθ’ Αλέξανδρος• «Στρατιώτης του γαρ είμαι,
τ’ Αλέξανδρου π’ ακούετε, η ση δύναμις502 φοβεί με».
Ο Πώρος τότε είπε του• «Είδε με οφθαλμός σου,
την δύναμή μου το λοιπόν ειπέ του τ’ αφεντός σου.
Τι θέλει για να μάχεται Αλέξανδρος μ’ εμένα,
τόσα φουσάτα το λοιπόν οπόχω καμωμένα;»
Ο Πώρος σαν εμίλησε Αλέξανδρον αφήνει,
κι Αλέξανδρος εσκόπησε503 τη δύναμή του κείνη.
Εδιάβη στο φουσάτο του, τέχνη κατασκευάζει,
τεχνίτες είχε περισσούς, τότες τους ορδινιάζει.
Χυτούς ανθρώπους έκαμε, κάρβουνα τους γεμίζει,
και το φουσάτο σίμωσε του Πώρου και συγγίζει.504
Ο Πώρος γαρ απόλυσε τους λέφας505 με μανία,
και τούτους ο Αλέξανδρος είχε τους σ’ ορδινία.
Ως είδασι γαρ τα θηριά εκείνους οπού στέκουν,
νομίζουν τ’ είναι άνθρωποι, τες στήλες περιπλέκουν.
Και τα φουσάτα σμίξασι πόλεμον για να κρούξουν,
και τα θηριά ουδέν τρομούν κανένα για να γγίξουν.

Στίχ. 1859-1878. Θάνατος Βουκεφάλα. Πρόκλησις Αλεξάνδρου εις Πώρον δια προσωπικήν μονομαχίαν. Αποδοχή Πώρου και σκληρή μονομαχία μεταξύ των δύο ανδρών.

Κ’ εκρούσανε τον πόλεμον καθένας κ’ επολέμα,
εκ τα κορμιά τους έβλεπες οπότρεχε506 το αίμα.
Οπόναι507 άνδρας γαρ καλός, με το κονδάρ’ αμπώθει•508
τ’ άλογο του Αλέξανδρου εκεί γαρ εσκοτώθη.
Είκοσι πέντε μέρες γαρ εκείνοι πολεμούσαν,
έξω στον κάμπον στέκασι και πόλεμον βαρούσαν.
Σαν είδε ο Αλέξανδρος, φθέρνεται509 το φουσάτο,
κάμνουνε ανακάτωμα και πάσι άνω κάτω,
Του Πώρου γαρ εμήνυσε για να μονομαχήσουν,
οι δυό τους τότες να σταθούν ως για να πολεμήσουν.510
Ο Πώρος σαν το ήκουσε μεγάλως το εχάρη,
να πολεμήσ’ Αλέξανδρον πάντα αυτός εθάρρει•
γιατί ήτον μέγας στο κορμί κ’ είχε και πολιτεία,
Αλέξανδρος ηυρίσκετον μικρός στην ηλικία.
Και τότες αρματώθησαν οι δυό να πολεμήσουν,
στη μέση γαρ εστάθησαν να κονταροκτυπήσουν.
Ετότες αρχινήσασι,511 ένας τ’ αλλού κτυπούσι,
σάλπιγγες, άλλα βούκινα τότες εκεί βαρούσι.
Εκεί που πολεμούσανε, θόρυβος γαρ εγίνη,
του Πώρου γαρ οι στρατηγοί μαλώνουσιν εκείνοι.

Στίχ. 1879-1898. Ο Αλέξανδρος νικά τον Πώρον. Φόβος στρατηγών Πώρου και καθησυχασμός αυτών υπό Αλεξάνδρου, που τους καλεί να πάνε στα σπίτια τους.

Ο Πώρος γαρ εγύρισε να δη τη στρατιά του,
Αλέξανδρος γαρ κονδαριά έδωκε στα πλευρά του.
Και Πώρον έτσ’ εσκότωσε Λέξανδρος με κονδάρι,
ο Πώρος δεν το όλπιζε,512 ουδέ ποσώς το θάρρει,
μα έκρενε στον λογισμόν πως θέλει τον νικήσει,
μα τώρα ενικήσαν τον, δεν έχει τι να ποίση.
Και όταν πάθη ο λωλός,513 τότε γιαμιά φροντίζει,
εκείνο που του έρχεται, καθάρια το γνωρίζει.
Η πρώτη γνώση το λοιπόν έναι οπού ορίζει,
η ξυστερνή μετάγνωση514 τίποτες δεν αξίζει.
Σαν είδασι οι στρατηγοί τον Πώρον που σκοτώθη,
από τα χέρι’ Αλέξανδρου το πώς εθανατώθη,
και πάλι τα στρατεύματα του Πώρου πολεμούσι,
τους Μακεδόνες το λοιπόν αυτείνοι τους βαρούσι.
Και είπε τους Αλέξανδρος• «Εσείς τι πολεμείτε;
αφέντη σας εχάσατε, σε ποιον τώρα θαρρείτε;»
Κι αυτείνοι πιλογήθησαν• «Να μη χμαλωτιστούμε,515
ημείς στους στρατιώτες σου σκλάβοι να μη γενούμε».
Και είπε τους Αλέξανδρος• «Κάθεστε ’ρηνεμένοι,516
αμέτε517 εις τα σπίτια σας όλοι λευθερωμένοι».

Συνεχίζεται…