Η απομυθοποίηση των Καλικάντζαρων!..

Κωδικός Πόρου: 00285-112626-1873
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 31/12/11 16:18
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Ελληνική Λαογραφία, 00285-112626-1873




Περιγραφή:

Η απομυθοποίηση των Καλικάντζαρων!..

Τι ισχυρίζεται ο γνωστός Παιδοχειρουργός κ Χρίστος Θ. Οικονομόπουλος σε συνεντεύξεις του στον Άγγελο Π. Σακκέτο, αλλά και σε άλλα έντυπα ή ανάτυπα περιοδικών, όπως στην "Επετηρίδα των Καλαβρύτων", Τόμος ΙΕ΄- ΙΣΤ΄(1983-1984), Αθήνα 1984.

Η ΑΠΟΜΥΘΟΠΟΙΗΣΙΣ ΤΩΝ ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΩΝ 

Οι Καλικάντζαροι αποτελούν το πιο λαοφιλές νεοελληνικέ δαιμόνιο. Με τους Καλικάντζαρους έχουν ασχοληθεί μέχρι σήμερα πολλοί Έλληνες και ξένοι ερευνητές που αγαπούν την Ελλάδα και τα έθιμά της. Παρόλα αυτά κανείς μέχρι σήμερα δεν έχει απομυθοποιήσει τους συμπαθέστατους Καλικάντζαρους γιατί πιστεύουν ότι αποτελούν φανταστικά δαιμόνια της Νεοελληνικής μυθολογίας, αφού συχνά για τους Καλικάντζαρους διηγείται η γιαγιά και τα παιδιά ακούνε με δέος για τα πολλά περίεργα και αστεία που κάνουν τα αλλόκοτα αυτά πλάσματα. Το θέμα δεν έχει εξαντληθεί αφού γράφονται συνεχώς νεώτερες εργασίες που τροποποιούν τις παλαιότερες. Οι περισσότερες μελέτες ασχολούνται με την ετυμολογία του ονόματος Καλικάντζαρος που εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της λαογραφίας και της γλωσσολογίας. Μέχρι σήμερα δόθηκαν πολλές ερμηνείες χωρίς να φαίνεται ότι λύθηκε το ζήτημα.
Προσωπικά πιστεύουμε ότι ο Καλικάντζαρος ζει μέσα στα σπήλαια και στα ριζοσπηλάκια που είναι κοντά σε κατοικημένες περιοχές, η δε ετυμολογία της Ελληνικότατης λέξεως εξηγείται από τα διάφορα μορφολογικά χαρακτηριστικά του. Τα διάφορα ονόματά του προδίδουν και μια χαρακτηριστική ιδιότητα του όπως θα αναφέρουμε πιο κάτω. Π.χ. έχει ουρά σαν βελόνη, γιαυτό τον λένε «κωλοβελόνι», δηλαδή «έχει ένα πράγμα σαν βελόνη στον κώλο του» λέει ο λαός. Τον λένε Καλικάντζαρο γιατί φορεί ανάποδα τα σιδερένια παπούτσια του που μοιάζουν σαν χαλίκια. (Η Ελληνική λέξη καλίκιον και η Λατινική GALIGA που σημαίνει υπόδημα). Από αυτό αποκαλούσαν τον αυτοκράτορα GALIGULA επειδή φορούσε στρατιωτικά παπούτσια. Από αυτό επίσης λένε και τον Καλικάντζαρο «Καλκά» η «Κολίγα», δηλαδή αυτόν που φορεί καλίκια και μεγεθυντική κατάληξη «άντζαρος». Στην αρχαία Ελληνική και μεσαιωνική γλώσσα με την ίδια λέξη εννοούν πολλές φορές ένα πολύ μεγάλο και ένα πολύ μικρό πράγμα. Π.χ. ρωγός είναι το μικρό σπήλαιο, αλλά και το μπιζέλι μέσα στη θήκη του. Oι μυκτήρες της μύτης η το στοματάκι του παιδιού λέγονται και σπηλιαδάκια κλπ
Οι Καλικάντζαροι, όπως πιστεύει ο λαός, ζουν τον περισσότερο καιρό μέσα σε σπήλαια, στα έγκατα και σκοτεινά σπήλαια της γης. Την ημέρα κοιμούνται γιατί φοβούνται τον ήλιο. Μόλις κρυφτεί ο ήλιος πετούν σαν δυνάμεις του σκότους πλανώμενοι, γιαυτό και τους λένε «Πλανητάρους» και έρχονται ομαδικά σαν να πορεύουν στον επάνω κόσμο (στην επιφάνεια της γης) , δηλαδή βγαίνουν από τα σπήλαια. Βγαίνοντας από τα σπήλαια επιδίδονται και τρώνε δλα τα σιχαμερά πράγματα, ψόφια βατράχια, ψόφια φίδια, χαλασμένα γλυκά, χυμένο αίμα από σφαγές ζώων και ό,τι βρουν κοντά σε βούρκους και σε βούρλα. Μόλις χορτάσουν ξαναμπαίνουν στα σπήλαια για να συνεχίσουν την μεγάλη τους αποστολή που είναι μία στη ζωή τους, να κόψουν με τα δοντάκια τους που είναι σαν τσεκουράκια και σκερπανάκια τον κορμό του δέντρου της γης, ή τις κολώνες που βαστάνε τη γη μέσα στο σπήλαιο. Εργάζονται τρεις ώρες κάθε νύχτα αδιάκοπα, μέχρι τη τελευταία στιγμή, άλλα για να το αποτελειώσουν τους μένει μια τσεκουριά δέντρο ή κολώνας. Δεν προλαβαίνουν να χτυπήσουν άλλο, γιατί την ώρα εκείνη, στις 12 τα μεσάνυχτα λαλεί ο κόκορας και φεύγουν. Όσοι δεν κάνουν αυτή τη δουλειά έχουν χαθεί από το σαρανταήμερο της Τυρινής και ζουν σε ερειπωμένα σπίτια και σε σχισμές και όσοι χάσουν το δρόμο για τα σπήλαια και τους πιάσουν τα «Νικολο-βάρβαρα», δηλαδή ο χειμώνας, διότι από της εορτής της Αγίας Βαρβάρας μέχρι του Αγίου Νικολάου (6 Δεκεμβρίου) πέφτει απότομα κρύο ή χιόνι («Η Βαρβάρα βαρβαρίζει» λέει ο λαός για την απότομη πτώση της θερμοκρασίας) κρύβονται στις καμινάδες των σπιτιών και το 12ήμερο των Χριστουγέννων — 24 Δεκεμβρίου έως 5 Ιανουαρίου — κατεβαίνουν σαν «τζίνια», «πέφτουν» από την καμινάδα του σπιτιού και προκαλούν ζημιές στο προζύμι των νοικοκυράδων, στο φαγητό που μαγειρεύουν (τραχανά) , στις λαλαγίτες που τηγανίζουν. Μπορεί να πέσουν μέσα στις τηγανίτες από τη λαιμαργία τους και να τις μαγαρίσουν (μιαίνουν) γιαυτό οι γυναίκες στα χωριά ακόμα και σήμερα παίρνουν προφυλάξεις για τους Καλικάντζαρους. Τέτοιες προφυλάξεις είναι οι εξής: Βάζουν πάνω από τον τέντζερη, τσουκάλι κλπ. που βράζει το φαγητό, κόσκινο για να πέσουν μέσα σ' αυτό και όχι μέσα στο φαγητό. Όταν πέσουν μέσα στο κόσκινο απασχολούνται να μετρήσουν τις τρύπες μέχρι να ξημερώσει. Επίσης κρεμούν τομάρια, δερμάτινους χιτώνες, ανάποδα 2 - 3 μέτρα ψηλά στο τζάκι για να μη κατουρήσουν οι Καλικάντζαροι το φαγητό. Κάθε φορά που οι γυναίκες θέλουν να ξεσκεπάσουν την χύτρα, τον τέντζερι ή το τσουκάλι, βάζουν τον άντρα τους και χτυπά τα τομάρια για να τους εξαναγκάσει να κατουρήσουν αν έχουν να το κάνουν και να βρέξουν τα τομάρια πριν ξεσκεπάσει το φαγητό η νοικοκυρά. Επίσης βάζανε και μια κλάρα γκορτσιάς αφού πρώτα την καψαλίζανε στο τζάκι ή στα υπέρθυρα ή τα παράθυρα για να μην πέσουν από τις αστράχες μέσα στο σπίτι. Επίσης βουλώνουν την βαρέλα του νερού με λαγομηλιά (ακανθωτή) για να μη ζυγώνει ο «πειρασμός». Στο κανάτι τη νύχτα βάζαν πλάκα και πάνω καρβουνάκι να καίει και έτσι δεν ζύγωναν τα σκαλικαντζαρούδια για να μολύνουν το νερό. Επίσης κοντά στη λεχώνα βάζαν μυτάρια του αργαλειοϋ, τα όποια φοβούνται πολλοί γιατί μπλέκονται μέσα σ' αυτά. (Εικ. 22) .
Η μορφολογία των Καλικάντζαρων στη «φαντασία του λαού» είναι ποικιλόμορφη. Tα κύρια μορφολογικά χαρακτηριστικά τους είναι τα ακόλουθα: Είναι άσχημα, μαυρωπά, μαυριδερά, και τριχωτά όντα με κεφάλι μικρό σαν του ποντικού ή σαν μικρού γατιού (κατσουλιού) με μεγάλα αυτιά. (Εικ. 1 -6) έχουν κατακόκκινα γουρλωτά μάτια και μακριά χέρια με νύχια γαμψά και σουβλερά στα δάκτυλα περιτυλιγμένα με μεγάλη καπότα σαν του βοσκού. (Εικ. 9 - 10) Έχουν χίλια δυο ελαττώματα. Tα πόδια τους είναι ανάποδα, είναι κουτσά, είναι στραβά, στραβομούρικα, στραβολαίμικα, στραβομύτικα, μονόπλευρα. Tα δάκτυλά τους είναι πίσω και η φτέρνα τους είναι εμπρός. (Εικ. 9 - 12) . Γιαυτό κάνουν ανάποδες δουλειές. Έχουν στην ράχη• τους από φυσικού μια κούνια αγκαθερή, και σ' αυτή βάζουν τα παιδιά τους και τα κουνούν για να ματώσουν, να πιούν το αίμα τους τα νεογνά τους για να γερέψουν, να πετάξουν και αυτά γρήγορα - αυτό γίνεται την Άνοιξη, της Τυρινής - (μετάγγιση) . Έχουν βυζιά οι Καλικαντζαρίνες και βυζαίνουν τα παιδιά τους και ζουν σαν μια οικογένεια, (Εικ. 9) . Tα πόδια τους είναι τραγήσια, το σώμα τους είναι τρίχινο, και τα χέρια τους είναι σαν της μαϊμούς. Στον πισινό τους έχουν ένα πράγμα σαν βελόνη και γιαυτό τα λένε κωλοβελόνηδες. (Εικ. 7 - 8) . «Βελόνια έχει ο κώλος σου σαν τον κωλαβελόνη;» λένε οι μανάδες για τα αεικίνητα παιδιά, και τα πρόωρα, που γεννιούνται τα 12ήμερα και τα λένε «γιορτοπιάσματα» γιατί πιάστηκαν παραμονή του Ευαγγελισμού. Επίσης τα πρόωρα και τα κακοπαθημένα στην γέννα που έχουν αϋπνίες και υπερκινητικότητα τα λένε «κωλοβελόνηδες». Υπάρχει και επώνυμο Κωλοβελόνης. Πιστεύουν ότι τα παιδιά αυτά γίνονται εύκολα θύματα και αρπάζονται από τον Λυκοκάντζαρο.
Γενικά από μορφολογικής απόψεως, όταν βγαίνουν από τα σπήλαια είναι κουλά, κουτσά, στραβά, κουφά, στραβοκάνικα, καμπούρικα, παρλιακά, σακατράβελα, κοντά, κούτσικα, μαύρα σαν αράπηδες, στεγνά σαν τσίροι και αχαμνά σωσμένα, από τη νηστεία.. Τσακώνονται διαρκώς μεταξύ τους μέσα στα σπήλαια και γεννοβολάνε σαν τους ανθρώπους. Μετά τη γέννα φεύγουν με τα παιδιά τους ζαλικωμένα. Τους θεωρούν μικρούς διαβόλους γιατί έχουν ουρά και λοφία σαν κερατάκια.
Οι Καλικάντζαροι στην Λαϊκή ονοματολογία έχουν πολλά ονόματα, όπως π.χ. είναι τα επόμενα: «Καλικάντζαροι», «Καρκάντζαροι», «Κωλοβελόνηδες», «Κολλιτσαρδοί», «Λυκοτσαρδοί», «Τσιλικροτά», «Στραβομούτσουνοι», «Στραβολαίμηδες», «Ανάποδοι», «Μονόπλευροι», «Στραβομύτηδες», «Καντζιόνια», «Καλκαντζόνια», «Καλικαντζούρια», «Καντζούρια», «Καλικαντζαραίοι», «Κάλκες», «Παγανά», «Σκαντζάρια», «Τσαγκάρτα», «Σκαλικαντζούρια», «Καρκαντζάλια». «Ξωτικά», «Τζόγες», «Βερβελούδες», «Κουτσούρια», «Κοντούτσικοι», «Σακατράβαλα», «Γκαρτζάνια», «ΙΙλανητάριοι», «Καλισπούδηδες», (οι αρχηγοί τους) (Εικ. 13) «Κάηδες», «Καρικαζούλια», «Καζούρια», «Ντρουμέγκες», «Λυκοκαντζάνια,», Μνημοράτοι», «Μαλλιέρηδες», «Τζίνια», «Κατσιμπουχέρηδες», «Σταχτομπούτηδες», «Σιχαμερά», «Λαχταρίδια», «Κατσικοπόδαροι», «Τρικλοπόδηδες», «Λαγάφτηδες», «Λαπατσάφτηδες», «Αφορίτες», «Καρλάφτηδες», «Κουλάφτηδες» κλπ.

Οι Καλικάντζαροι δεν μπαίνουν όπου υπάρχει μαύρο σκυλί ή μαύρος πετεινός ή υπάρχει καρφωμένο μαυρομάνικο μαχαίρι στο υπέρθυρο. Σκαρφαλώνουν στη στέγη και στις καπνοδόχους και το χειμώνα που ψήνουν λαλαγίτες από το θυμό τους τις κατουράνε για να τις μαγαρίσουν. Συνήθως πέφτουν στη στάχτη, του σταχτολόγου του τζακιού και λαχταρούν την νοικουρά η τα παιδιά που κάθονται γύρω και γιαυτό τα λένε και «Λαχταρίδια». Όταν πιάνονται από κάπου είναι κρεμασμένα σαν μαΐμούδια στο ακροράφια και στις καπνιές του τζακιού.
Οι νοικοκυρές δεν πλένουν με στάχτη του 12ημέρου αλλά με φυλαγμένη στάχτη προτού να έρθουν οι Καλικάντζαροι, γιατί η στάχτη που τη κατουρήσανε οι Καλικάντζαροι γεννάει τη «δωδεκαμερίτικη ψείρα» η «διαβολόψειρα». Η στάχτη όμως αυτή είναι λίπασμα και τη ρίχνουν σε συκιές για να κρατήσει τα σύκα όταν έχουν ψειριάσει.
Φοβούνται το φως και περισσότερο• τους αναμμένους δαυλούς και τα λιβάνια, το παλιοπάπουτσο όταν καίγεται, τον χαμολιό όταν καίγεται, το λάδι (λαλαγγίτες, λουκάνικα κλπ.). Μιλούν τραυλά, αφήνουν αχνάρια, πάνω στο σταχτολόγο, και όταν τα παγιδεύσουν με κυρήθρα μέλι που βάζουν κάτω από την καμινάδα δεν πρέπει ποτέ να τα πιάσουν με τα χέρια.Όποιος τολμούσε και έπιανε τα ξωτικά αυτά, ξύπναγε με «μπαλώματα» ή «σπυριά» δηλαδή πέμφυγγα ή αιμορραγικές πετέχειες ή αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις.
Οι Καλικάντζαροι μοιάζουν με τα μιαντικά των αρχαίων που τις λέγαν κήρες. Έχουν πολλές ομοιότητες σαν πρόγονοι των Καλικάντζαρων. Οι κήρες είναι ψυχές ή πτερωτά όντα που έρχονται ομαδικά στην επιφάνεια, της γης από τα βαθειά σπήλαια. Στη δεύτερη μέρα στα Ανθεστήρια, στις Χόες και στους Χύτρους, 13-14 του Ανθεστηριώνα μήνα, δηλαδή τέλος Φεβρουαρίου (ψυχαστάσια - κηροστάσια) .
Οι Καλικάντζαροι πολλαπλασιάζονται σαν τους ανθρώπους και γεννάνε την Άνοιξη. Όταν γίνει πολύ γεννοβόλημα παρατηρείται να βγαίνουν από τα σπήλαια πολλά σκαθάρια, που τότε έκαναν ζημιές στα αμπέλια, γιατί την Άνοιξη τρώγαν τα τρυφερά βλαστάρια. Επίσης τότε έπεφτε και λύσσα στους λύκους που πίστευαν ότι γεννιόταν από τα σκαθάρια αυτά που τα θεωρούν πρόγονους των Καλικάντζαρων. Και γιαυτό τους Καλικάντζαρους τους λένε και Λυκοκάντζαρους. Όταν γεννιόταν πολλά «σκατοσούμπουλα» «κουφοκαλόγεροι», «σκαθάρια του αμπελιού», «μπάμπουλοι», «κατσιμπούχερρι», «του διαόλου τα σκαθάρια», τότε οι πρόγονοί τους, καθώς και οι Καλικάντζαροι, ήταν επιζήμιοι στη γεωργία και στους ανθρώπους και έβγαινε όλο το χωριό παγάνα την Άνοιξη, ή το χειμώνα του ιδίου έτους — Νοέμβριο, Δεκέμβριο— μεταμφιεσμένοι με δέρματα ζώων, με σαρίκια, άσπρα ενδύματα, πράσινα, κόκκινα, γαλάζια και με νταούλια και δαυλούς και μπαίναν στα σπήλαια για να καταστρέψουν τα σκαθάρια και τους σκαντζαραίους. Από δω και το έθιμο των μεταμφιεσμένων. Αλλά αυτό γινόταν ευτυχώς κάθε τρία έως τέσσερα χρόνια.
Επίσης οι Καλικάντζαροι πείραζαν και τη μαμμή στα σπήλαια όταν ξεγεννούσε καμμιά λεχώνα στρίγγλα (με εξώγαμο, χιλιοσπορίτικο ή πορνικό παιδί) , γιαυτό πάνω από τη λεχώνα η μαμμή τοποθετούσε μιτάρια του αργαλειού.
Από τα παραπάνω φαίνεται σαφώς ότι οι Καλικάντζαροι δεν είναι πλάσματα της φαντασίας του λαού αλλά όπως προσωπικά πιστεύουμε ότι έχουμε κατορθώσει να απομυθοποιήσουμε τους Καλικάντζαρους, διότι, αυτοί δεν είναι άλλο τίποτα από τις νυχτερίδες των σπηλαίων, (τα διάφορα είδη των νυχτερίδων) που εμφανίζονται στο λαό όταν διαταραχθούνε ενώ βρίσκονται στη χειμερία νάρκη τους, δηλαδή χαλάσει ο κύκλος της χειμερίας νάρκης τους, και εμφανίζονται μαζεμένοι σαν βατράχια κλπ. (Εικ. 7, 8, 14, 15, 16, 17, 20) με τα παραπάνω περιγράφονται χαρακτηριστικά. Οι Καλικάντζαροι λοιπόν είναι παγιδευμένες νυχτερίδες, οι οποίες βρίσκονται σε χειμερία νάρκη στην οποία συνήθως πέφτουν τα Νικολοβάρβαρα και με το συνεχές ζέσταμα από το τζάκι που καίει συνεχώς το 12ήμερο των Χριστουγέννων — 24 Δεκεμβρίου έως 5 Ιανουαρίου — χάνουν τον κύκλο τους, το δε ρινεγκεφαλικό σύστημα του εγκεφάλου τους αποδιοργανώνεται. Το πρώτο σύμπτωμα του• ερεθισμού του οσφρητικού πυρήνα του ρινεγκεφαλικού συστήματος του εγκεφάλου στα Χειρόπτερα είναι η παράλυση του εντέρου, γιαυτό «κατουρούνε» ή «βρέχουνε». Μετά έρχεται η παράλυση των κάτω άκρων. Γιαυτό πέφτουν μαζεμένα στη στάχτη όπως αναφέραμε παραπάνω (Εικ. 15) . Φοβούνται το μαύρο. Είναι γνωστό ότι το μαύρο» απορροφά τους υπερήχους και αποπροσανατολίζεται το φυσιολογικό ρολόι τους. Φοβούνται τους δαυλούς και τη μυρουδιά, διότι αυτά διαταράσσουν το σύστημα υπερήχων για προσανατολισμό και πτήση και επειδή οι οσφρητικοί πυρήνες είναι πολύ ανεπτυγμένοι για λόγους ασφαλείας, για να προλαβαίνουν ασφυκτικά φαινόμενα σε περίπτωση' πυρκαγιάς του δάσους. Όταν κοιμούνται στα σπήλαια, συνήθως κοιμούνται στην οροφή ή στο άνω μέρος ενός μεγάλου σταλακτίτη ή σταλακτιτών. Το δέντρο της γης ή οι κολώνες της γης είναι οι σταλακτίτες των σπηλαίων. Συνήθως φτάνουν μέχρι τον σταλαγμίτη, γιαυτό λέει ο λαός ότι σταματάνε και δεν κόβουν το στύλο της γης εκεί που ενώνεται ο σταλαγμίτης με τον σταλακτίτη. Τρώνε σιχαμερά και ψόφια πράγματα. Ο λαός εδώ δεν έχει αντιληφθεί λόγω της ταχύτητας των Χειροπτέρων (νυκτερίδα) ότι εφορμούν και φθάνουν σχεδόν σε επαφή με τα ψόφια, αρπάζοντας τις μύγες και τα έντομα, που βρίσκονται πάνω ή τριγυρίζουν τα ψόφια, με τις απότομες καθόδους τους. (...).

---

ΥΓ. Η μελέτη αυτή θα δημοσιευτεί ολόκληρη μόλις γίνει η πλήρης επεξεργασία των κειμένων και των εικόνων του κ Χρίστου Θ. Οικονομόπουλου.