Ποια ήταν η γραφή προ των χειρογράφων;

Κωδικός Πόρου: 00285-112536-853
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 03/08/11 17:51
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Ελληνική Γλώσσα, 00285-112536-853




Περιγραφή:

Ποια ήταν η γραφή προ των χειρογράφων;

Οι αποκαλύψεις του μεγάλου πανεπιστημιακού δασκάλου John Chadwick, που συνεργάσθηκε με τον κορυφαίο ερευνητή Michael Ventris στην αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β, μίας ελληνικής γραφής που υπήρξε προάγγελος της γραφής των αρχαίων ελληνικών χειρογράφων!..

Η πινακίδα της Πύλου Th 996, που δείχνει αριθμούς μπανιερών και άλλα σκεύη, μερικά από χαλκό, μερικά άλλα χρυσά, όπως καταγράφονται μέσα στο βιβλίο του John Chadwick: «Γραμμική Β και Συγγενικές Γραφές».

ΟΠΟΙΟΣ διαβάσει το βιβλίο: «Γραμμική Β και συγγενικές γραφές» (1) του John Chadwick (2), ενός ανθρώπου που έγραψε ιστορία μαζί με τον Michael Ventris (3), αφού κατάφεραν να αποκρυπτογραφήσουν την Γραμμική Β΄, που για πολλούς ήταν ο προάγγελος της ελληνικής γραφής των χειρογράφων, θα εκπλαγεί με τις ιστορικές αναφορές, που είναι άγνωστες στο ευρύ αναγνωστικό κοινό.
Βεβαίως, πολύ πριν από τον Όμηρο στην Ελλάδα χρησιμοποιούνταν μια γραφή, η οποία ήταν εντελώς άσχετη με το αλφάβητο. Οι βασιλείς της Μυκηναϊκής Ελλάδας τηρούσαν τους λογαριασμούς τους πάνω σε πήλινες πινακί­δες γραμμένες σε μια γραφή που είναι τώρα γνωστή ως Μινωική Γραμμική Β. Το 1952 αποκρυπτογραφήθηκε και αποδείχθηκε ότι έκρυβε μια πρώιμη μορφή της ελληνικής γλώσσας!
Το βιβλίο αυτό διηγείται την ιστο­ρία της ανακάλυψης, αποκρυπτογράφησης και ερμηνείας της Γραμμικής Β έτσι ώστε τώρα να μπορούμε να διαβάζουμε τα διοικη­τικά έγγραφα των μικρών αυτών προϊστορι­κών πολιτειών.
Γίνεται επίσης λόγος για δύο άλλες συγγε­νείς γραφές: τη Γραμμική Α, πρόδρομο της Γραμμικής Β, η οποία όμως χρησιμοποιού­νταν για μια γλώσσα που είναι ακόμα άγνω­στη, και μια Κυπριακή γραφή που ήταν δάνεια από την Γραμμική Α και είναι εξίσου αινιγματική.
Πολλές ερμηνείες έχουν προ­ταθεί γι' αυτές τις γραφές, αλλά μέχρι που να ανακαλυφθούν περισσότερες ενεπίγρα­φες πινακίδες το μυστήριο που τις περιβάλ­λει θα παραμείνει άλυτο.
Ποιες είναι, όμως, οι απόψεις του John Chadwick γι’ αυτό το ζήτημα; Ας παρακολουθήσουμε τις σκέψεις του και είμαστε βέβαιοι ότι οι αναγνώστες θα βγάλουν πιο ορθά συμπεράσματα για την μεγάλη ανακάλυψη των δύο προαναφερθέντων ανδρών:

Η ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΓΡΑΜΜΙΚΗΣ Β

Η αποκάλυψη της εποχής του Χαλκού στην περιοχή του Αιγαίου άρχισε με τις πρωτοποριακές ανακαλύψεις του Ερρίκου Σλήμαν στην Τροία και τις Μυκήνες προς το τέλος του 19ου αιώνα. Την εποχή εκείνη η επι­στήμη της αρχαιολογίας μόλις που εμφανίστηκε, και δεν θα έπρεπε να μεμφόμαστε τον Σλήμαν για την ανεπανόρθωτη ζημιά που έκανε στους αρχαιολογικούς χώρους που ανέσκαψε. Στην Τροία έσκαψε μια μεγά­λη τομή στο μέσο του λόφου για να αποκαλύψει τα πρωϊμότερα στρώ­ματα. Αλλά τουλάχιστο απέδειξε ότι υπήρξαν πολιτισμοί στο Αιγαίο πολύ πριν εμφανιστούν στη σκηνή οι ιστορικοί Έλληνες, έστω κι αν τώρα γνωρίζουμε πως ό,τι αρχικά ταύτισε ως την Τροία του Πριάμου στην πραγματικότητα ήταν χίλια χρόνια πρωτύτερα από τον Τρωικό Πόλεμο της ελληνικής παράδοσης.
Τώρα που η χρονολογία έχει καλά εδραιωθεί, μπορούμε με αυτοπεποίθηση να βεβαιώσουμε ότι ο πιο μεγάλος προκλασικός πολιτισμός άκμασε στην περίοδο που ονομάζεται, μετά την ανασκαφή του πρώτου αρχαιολο­γικού της χώρου, Μυκηναϊκή. Αυτή μπορεί να χρονολογηθεί χονδρικά μεταξύ του 16ου και 12ου αι. π.Χ. Πιστεύεται γενικά ότι τα ομηρικά έπη περιγράφουν τον αιγαιακό κόσμο προς το τέλος της περιόδου εκείνης· αλλά όσο περισσότερα γεγονότα μαθαίνουμε γι' αυτήν, τόσο είναι προφανές ότι η γνώση του Ομήρου ήταν ασυμπλήρωτη και ατελής. Διαφέρουμε πολύ από τον Σλήμαν που πίστευε κατά γράμμα τις πληροφορίες του Ομήρου.

Ο ΑΡΘΟΥΡ ΕΒΑΝΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΦΡΑΓΙΔΕΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΑΙΩΝ!..

Ένας Άγγλος σπουδαστής της αρχαιολογίας, ο Arthur Evans (αργότερα Sir Arthur), τόσο εντυπωσιάστηκε από το επίπεδο του πολιτισμού που είχαν επιτελέσει αυτοί οι Μυκηναίοι στην ηπειρωτική Ελλάδα, ώστε σχημάτισε τη γνώμη ότι ένας τέτοιος πολιτισμός δεν μπορούσε να οργανωθεί χωρίς τη γνώση της γραφής. Ωστόσο ούτε στην Τροία ούτε στις Μυκήνες οι ανασκαφές του Σλήμαν είχαν αποφέρει έστω και μία επι­γραφή. Μπορεί να αμφισβητηθεί το αν η γνώμη του Evans ήταν δικαιο­λογημένη, αλλά η διαίσθηση του αποδείχτηκε ότι ήταν ορθή, και ήταν αυτός που πέτυχε να βρει την απόδειξη, παρόλο που αυτό τον οδήγησε σε τόσο σημαντικές καινούργιες ανακαλύψεις ώστε αργότερα να χάσει το ενδιαφέρον του που τον είχε παρακινήσει στην ερευνά του.
Πρόσεξε ότι οι πωλητές αρχαιοτήτων στην Αθήνα πωλούσαν κάποτε εγχάρακτες πέτρες, που προορίζονταν σαφώς για να χρησιμοποιούνται ως σφραγίδες. Δεν έμοιαζαν με οποιεσδήποτε μεταγενέστερες σφραγίδες και καλύπτονταν με μικρές εικόνες αντικειμένων καταταγμένων μ' έναν τέτοιο τρόπο ώστε ν' αποτελούν μάλλον ένα σύστημα γραφής. Ίσως είναι δύσκο­λο σε τέτοιες περιπτώσεις να είναι κανείς βέβαιος κατά πόσο τα σύμβολα είναι πράγματι γραφή, ή είναι απλώς μια εικονογραφική αναπαράσταση ενός ονόματος. Εραλδικοί θυρεοί, για παράδειγμα, έχουν συχνά σχέδια που υπαινίσσονται το όνομα του ιδιοκτήτη. Αλλά ο Evans θεώρησε ότι το σύ­στημα σ' αυτούς τους σφραγιδόλιθους έμοιαζε περισσότερο με γραφή κι οι έρευνες του τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι προέρχονταν από τη με­γαλόνησο Κρήτη.

ΟΙ ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ ΤΟΥ ΕΒΑΝΣ ΣΤΗΝ ΚΝΩΣΟ!..

Την εποχή αυτή η Κρήτη κατεχόταν ακόμη από τους Τούρκους και δια­δοχικές επαναστάσεις των Ελλήνων στη διάρκεια του 19ου αι. υπήρξαν ανεπιτυχείς ίσαμε το 1899, όταν τελικά οι Τούρκοι αποσύρθηκαν. Ο Evans είχε ήδη ταξιδεύσει σε μεγάλο μέρος του νησιού και είχε αποφασίσει πού να σκάψει. Ο αρχαιολογικός χώρος που διάλεξε ήταν η Κνωσός, μερικά μίλια στο εσωτερικό από την κύρια πόλη του νησιού, που τώρα είναι γνω­στή ως Ηράκλειο. Οι ελληνικές παραδόσεις μιλούσαν για ένα βασιλιά Μίνωα που στους προϊστορικούς χρόνους είχε κυβερνήσει από την Κνωσό μια θαλασσινή αυτοκρατορία στο Αιγαίο. Φαινόταν επομένως ένας χώρος που υποσχόταν πολλά αν ανασκαπτόταν και οι εντόπιοι ανασκαφείς εί­χαν ήδη αποκαλύψει εκεί ενδιαφέροντα ευρήματα. Όταν οι Τούρκοι έφυ­γαν, ο Evans κατόρθωσε να τον αγοράσει κι άρχισε εκεί ανασκαφές το 1900. Έγινε αμέσως σαφές ότι είχε βρει ένα μείζονα χώρο της Εποχής του Χαλκού και ανταμείφθηκε με την ανακάλυψη μεγάλου αριθμού ενεπί­γραφων πήλινων πινακίδων. Η γραφή ήταν πιο πολύ ανεπτυγμένη από ό,τι στους σφραγιδόλιθους και δεν μπορούσε να υπάρξει αμφιβολία ότι επρό­κειτο για αληθινή γραφή. Αλλά οι χαρακτήρες δεν έμοιαζαν με καμιά από τις γνωστές γραφές, και παρόλο που ο Evans ξεκίνησε με μεγάλες ελπίδες για την αποκρυπτογράφηση της, το έργο του τελείωσε αρκετά γρήγορα, γιατί επισκιάστηκε από περισσότερο συναρπαστικά ευρήματα.
Ο Evans είχε ελπίσει να βρει ένα μυκηναϊκό χώρο στην Κρήτη να αντα­γωνίζεται τις Μυκήνες στην ηπειρωτική χώρα. Βεβαιότατα, το τεράστιο συγκρότημα κτηρίων που ανέσκαψε στην Κνωσό πρέπει να υπήρξε ένα μείζον ανάκτορο και η περίοδος ακμής του τοποθετούνταν στη Μυκηναϊ­κή περίοδο. Αλλά ήταν διαφορετικού τύπου από το χώρο των Μυκηνών και αυτό που ήταν εντελώς απροσδόκητο ήταν ότι χρονικά έφθανε πολύ πιο πίσω. Ο βασιλιάς της Κνωσού ζούσε με κάποια πολυτέλεια πολύ πριν χτιστούν τα τείχη των Μυκηνών. Στην πραγματικότητα, τώρα γίνεται απο­δεκτό ότι στην Κρήτη υπήρχε πολιτισμός σε υψηλό επίπεδο έως και διακό­σια χρόνια πριν η ηπειρωτική χώρα αρχίσει να τη μιμείται. Δεν ήταν πια δυνατό αυτός να αποκαλείται μυκηναϊκός και ο Evans δημιούργησε το νέο όρο «Μινωικός» για να περιγράψει τον πολιτισμό της εποχής του Χαλ­κού της Κρήτης.

ΦΑΙΣΤΟΣ, ΜΑΛΛΙΑ, ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ ..

Πολλοί αρχαιολόγοι ακολούθησαν τον Evans στην Κρήτη και νέα σημαντικά ανάκτορα ανασκάφηκαν στη Φαιστό στα νότια και τα Μάλλια ανατολικότερα κατά μήκος της βόρειας παραλίας. Και οι δυο αυτοί χώροι και μερικοί άλλοι, ιδίως η Αγία Τριάδα, μερικά μόνο μίλια μακριά από τη Φαιστό, απέδωσαν μικρές ποσότητες πήλινων πινακίδων, αλλά αυτές ήταν μάλλον διαφορετικές από εκείνες της Κνωσού. Στην αρχή ο Evans νόμισε ότι αυτό μπορούσε να οφειλόταν σε μια ειδική βασιλική γραφή στην Κνω­σό, αλλά αργότερα προσέχτηκε ότι οι διαφορές σχετίζονταν με τη χρονο­λογία. Οι πρωιμότερες επιγραφές ήταν αυτές των σφραγιδόλιθων, που σπάνια βρίσκονταν σε πηλό· ο Evans ονόμασε αυτή τη γραφή «ιερογλυφι­κή» εξαιτίας μιας υποτιθέμενης ομοιότητας με την πρώιμη Αιγυπτιακή γρα­φή γνωστή με το όνομα αυτό, αλλά δεν υπάρχει λόγος να πιστέψουμε ότι συγγενεύουν. Λίγο αργότερα οι εικόνες των αντικειμένων τυποποιούνται περισσότερο κι έτσι γίνονται λιγότερο αναγνωρίσιμες, ιδιαίτερα όταν γρά­φονται σε πηλό. Ο Evans ονόμασε τη γραφή αυτή Γραμμική Α, επειδή τα σύμβολα ήταν απλά περιγράμματα. Λίγα δείγματα από αυτή βρέθηκαν στην Κνωσό, επειδή εκεί ο όγκος των επιγραφών ανήκε σε μεταγενέστερη παραλλαγή της γραφής αυτής, την οποία ονόμασε Γραμμική Β. Αυτή πε­ριορίστηκε στην τελευταία φάση της νεοανακτορικής περιόδου, που μπο­ρούμε τώρα να χρονολογήσουμε το 1450-1375 π.Χ. περίπου.
Οι πήλινες πινακίδες δεν είχαν ψηθεί τότε που έγιναν, αλλά ξεράθη­καν στον ήλιο, ώστε διατηρήθηκαν μόνο αν έτυχε να βρίσκονται σε κτή­ριο που είχε καεί. Έτσι πινακίδες βρέθηκαν μόνο σε στρώματα όπου έγινε καταστροφή και θα πρέπει να χρονολογούνται εντελώς προς το τέλος της περιόδου που χρησιμοποιήθηκε το κτήριο. Ατυχώς, από την εποχή του Ev­ans συνεχίζεται μια παρατεταμένη συζήτηση για τη χρονολογία της τελι­κής καταστροφής της Κνωσού και παρόλο που οι περισσότεροι επιστήμο­νες δέχονται μια χρονολογία κάπου γύρω στο 1375 π.Χ., έχει προταθεί σοβαρά ότι θα ήταν δυνατή μια χρονολογία στον 13ο αιώνα. Δεν υπάρχει τίποτα ανάμεσα στα ευρήματα που να καθορίζει τη συζήτηση, αλλά γενι­κά μια χρονολογία μέσα στον 14ο αι. δείχνει ακόμη πιθανότερη.

ΟΙ ΠΗΛΙΝΕΣ ΠΙΝΑΚΙΔΕΣ ΤΗΣ ΓΡΑΜΜΙΚΗΣ Β

Ο Evans μελέτησε τις πήλινές του πινακίδες της Γραμμικής Β και έβγα­λε μερικά προφανή συμπεράσματα. Αλλά αν και ετοίμασε μια έκδοση όλου του τότε γνωστού ιερογλυφικού υλικού, η ετοιμασία του για την έκδοση των πινακίδων της Γραμμικής Β δεν είχε ακόμη συμπληρωθεί όταν η έκρηξη των Βαλκανικών πολέμων και ύστερα ο πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, έστρεψαν την προσοχή του σε άλλα ζητήματα. Μετά τον πόλεμο δημοσίευ­σε το εκτενές του έργο για το ανάκτορο της Κνωσού, που με αυτοπεποίθη­ση ονόμασε Ανάκτορο του Μίνωα. Περιλάμβανε ένα τμήμα για τις πινακί­δες κι ορισμένες απ' αυτές εικονογραφούνταν, αλλά ο τεράστιος όγκος των πινακίδων έμενε ακόμη αδημοσίευτος κι επομένως απρόσιτος στους επιστήμονες. Μόλις το 1952, έντεκα χρόνια μετά το θάνατο του Evans, ένας παλιός του φίλος και συνάδελφος, ο Sir John Myres, δημοσίευσε τελικά τον τόμο που ο Evans είχε σχεδιάσει και κατά ένα μεγάλο μέρος συντάξει γύρω στο 1911-12.
Η μεγάλη αυτή καθυστέρηση ήταν για πολλούς λόγους ατυχής. Μια πρωιμότερη δημοσίευση θα έκανε προσιτές πάρα πολλές πληροφορίες, ώστε να μπορούσε να αρχίσει πολύ νωρίτερα σοβαρή δουλειά για την αποκρυ­πτογράφηση- ακόμη κι εκείνοι που κατάφεραν να δουν το υλικό στο Μου­σείο του Ηρακλείου εμποδίζονταν από τον κανόνα ότι κανένας δεν μπορεί να προλάβει στη δημοσίευση την πρώτη δημοσίευση των ευρημάτων από τον ευρετή. Όταν έγινε δυνατό στους επιστήμονες να εργαστούν στο πρω­τότυπο υλικό, αποκαλύφθηκε γρήγορα ότι η έκδοση ήταν ελαττωματική και ατελής. Τρεις χωριστές συλλογές τμημάτων πινακίδων που βρέθηκαν στις ανασκαφές του Evans έχουν έκτοτε έρθει στο φως στο Μουσείο του Ηρακλείου, αλλά καμιά απ' αυτές δεν εμφανίζεται στη δημοσίευση του 1952. Η μελέτη τους αποκάλυψε αμέσως ότι δεν είχε γίνει σοβαρή προσπά­θεια για να ενωθούν τα θραύσματα κι έτσι να αποκατασταθούν οι πινακί­δες ώστε να είναι πλήρεις, ή μάλλον σχεδόν πλήρεις. Το καθήκον αυτό επωμίστηκε μια αφοσιωμένη παρέα επιστημόνων διαφόρων εθνικοτήτων, οι οποίοι εργάστηκαν μαζί ως ομάδα για να αποκαταστήσουν τις πινακί­δες και να δημοσιεύσουν ένα πλήρες και αξιόπιστο κείμενο.

Ο ΚΟΛΠΟΣ ΤΟΥ ΝΑΥΑΡΙΝΟΥ

Αλλά από το 1939 μια νέα μεγαλύτερη ανακάλυψη είχε μεταβάλει ολο­σχερώς την κατάσταση όσον αφορά τη Γραμμική Β. Το έτος εκείνο μια από κοινού Αμερικανο-Ελληνική αποστολή υπό τον Carl W. Blegen του Πανεπιστημίου του Σινσινάτι άρχισε να σκάβει ένα χώρο στα νοτιο-δυτικά της ηπειρωτικής Ελλάδας, λίγο βόρεια της σύγχρονης πόλης της Πύ­λου, ακριβώς στο εσωτερικό από τον Κόλπο του Ναυαρίνου, ενός από τα πιο ωραία φυσικά λιμάνια στη Μεσόγειο. Αποδείχθηκε ότι ήταν ένα μυ­κηναϊκό ανάκτορο που καταστράφηκε από φωτιά στο τέλος του 13ου αι. π.Χ. Κατά ευτυχή συγκυρία η πρώτη τάφρος που ανοίχτηκε από τους ανασκαφείς συνάντησε ό,τι γνωρίζουμε τώρα ως Αρχείο, αφού περιείχε εκα­τοντάδες πήλινων πινακίδων, που σκληρύνθηκαν από τη φωτιά που το κατέστρεψε. Μόλις συνέλεξαν τα πρώτα θραύσματα από το έδαφος, έγινε δυνατό να αναγνωριστεί ότι ήταν γραμμένα στην ίδια Γραμμική Β, γραφή που ήταν ήδη καλά γνωστή από την Κνωσό.
Η είδηση αυτή ίσως δεν δημιούργησε την αίσθηση που θα έπρεπε να είχε προξενήσει, καθώς ο κόσμος το 1939-40 είχε στο νου του πιο σοβαρά ζητήματα από τη γραφή της εποχής του Χαλκού. Για πρώτη φορά βλέπαμε ότι η γραφή Γραμμική Β δεν περιοριζόταν στην Κνωσό, ή ακόμη στην Κρή­τη, αλλά ότι χρησιμοποιούνταν στην ηπειρωτική χώρα, γιατί είναι εντελώς απίθανο ένα τέτοιο αρχείο να μεταφέρθηκε από εκεί όπου είχε γραφεί. Ωστόσο αν ήταν απλώς, όπως ο Evans διαβεβαίωνε, μια τροποποιημένη εκδοχή της Γραμμικής Α, μιας καθαρά Κρητικής γραφής, σήμαινε αυτό ότι η γλώσσα της Κρήτης χρησιμοποιούνταν επίσης στην ηπειρωτική Ελ­λάδα; Αποτελούσε την απόδειξη που ο Evans αναζητούσε για να δείξει ότι όλη η νότια Ελλάδα ήταν κάποτε υπό Μινωικό έλεγχο;
Η δυσκολία ήταν ότι οι περισσότεροι επιστήμονες την εποχή αυτή πίστευαν ότι οι Μυκηναίοι που ήταν γνωστοί στους αρχαιολόγους ήταν οι Αχαιοί που περιέγραψε ο Όμηρος ως κύριους της Ελλάδας την εποχή του Τρωικού Πολέμου. Φυσικά οι ποιητές, όπως οι μυθιστοριογράφοι, έχουν την τάση να κάνουν τους χαρακτήρες τους να μιλούν τη δική τους γλώσσα· αλλά το γεγονός ότι οι περισσότεροι από τους χαρακτήρες του Ομήρου έχουν ονόματα που κάτι σημαίνουν στα Ελληνικά υπονοούσε ότι η Ελλη­νική μιλιόταν ήδη στην Ελλάδα κατά τη Μυκηναϊκή εποχή, αν οι ιστορίες του Ομήρου δεν ήταν καθαρός μύθος. Έτσι τι έκανε ο βασιλιάς της μυκη­ναϊκής Πύλου, ο Νέστορας, αν μπορούμε να εμπιστευθούμε τον Όμηρο, κρατώντας τους λογαριασμούς του σε μια ξένη γλώσσα;

ΓΛΩΣΣΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

Μια εύκολη απάντηση στο ερώτημα δίνεται από το παράλληλο του με­σαίωνα, όταν βασιλιάδες σ' όλη την Ευρώπη κρατούσαν τους λογαριασμούς τους στα Λατινικά, όποια γλώσσα κι αν μιλούσαν οι ίδιοι. Ωστόσο κι άλλες ανακαλύψεις από άλλους χώρους στην ηπειρωτική Ελλάδα έχουν τώρα αλλάξει εντελώς την εικόνα. Η Γραμμική Β θεωρείται τώρα ότι είναι η γραφή των μυκηναϊκών ανακτόρων στην ηπειρωτική Ελλάδα, και αυτό που χρειάζεται εξήγηση είναι η διείσδυση της στην Κρήτη. Η λύση στο πρόβλημα ήλθε το 1952-3, με την απόδειξη ότι η γλώσσα των πινακίδων της Γραμμικής Β ήταν Ελληνική. Ο Evans θα δοκίμαζε βαθιά έκπληξη μα­θαίνοντας ότι το μινωικό του ανάκτορο στην τελευταία φάση της ύπαρξης του είχε κάνει χρήση της ελληνικής γλώσσας. Η ιστορία αυτή θα αποτελέ­σει το θέμα του επόμενου κεφαλαίου, αλλά χρειάζεται να συμπληρώσου­με πρώτα κάποια στοιχεία για την ανακάλυψη.
Πριν ακόμη βρεθούν οι πινακίδες της Γραμμικής Β στην ηπειρωτική Ελλάδα, ήταν γνωστό ότι μεγάλα πιθάρια με ζωγραφισμένες επιγραφές σ' αυτή τη γραφή είχαν βρεθεί στην ηπειρωτική Ελλάδα. Η μεγαλύτερη συλ­λογή προέρχεται από τις Θήβες, στα βορειο-δυτικά της Αθήνας, αλλά κι άλλοι σύγχρονοι χώροι έχουν προμηθεύσει δείγματα. Tα πιθάρια αυτά χρησιμοποιούνταν συχνά για τη μεταφορά ελαιολάδου και κρασιού, και υπέθεσαν ότι ήταν δοχεία για τα κρητικά προϊόντα. Η υπόθεση αυτή έχει τώρα επιβεβαιωθεί με τρόπο αξιοσημείωτο. Παρατηρήθηκε ότι μερικές από τις λέξεις πάνω στα πιθάρια βρίσκονταν επίσης στις πινακίδες της Γραμ­μικής Β της Κνωσού, στις οποίες φαίνονταν να είναι τοπωνύμια· και θα ήταν φυσικό για τον εξαγωγέα να αναγράψει το όνομα του και τη διεύ­θυνση του στο προϊόν του. Αλλά πολύ πρόσφατα μια ανάλυση του πηλού που χρησιμοποιήθηκε για να κατασκευάσουν αυτά τα πιθάρια αποκάλυ­ψε ότι σχεδόν σίγουρα αυτά προέρχονται από την Κρήτη.
Λίγες πήλινες πινακίδες έχουν βρεθεί στις ίδιες τις Μυκήνες, το πρώτο σημαντικό εύρημα του Αγγλου αρχαιολόγου Α. J. Β. Wace το 1952, ο οποίος ανέσκαψε μερικές μεγάλες οικίες έξω από τα τείχη της Ακρόπολης, και βρήκε σ' αυτές συλλογές πινακίδων Γραμμικής Β. Αυτό δεν αποδεικνύει ότι η Γραμμική Β ήταν σε ευρεία χρήση σ' ολόκληρο τον πληθυσμό, γιατί τέτοιες οικίες θα πρέπει να κατοικούνταν από μέλη του βασιλικού οίκου. Κάπως περισσότερες, μάλλον πολύ κατεστραμμένες πινακίδες προήλθαν από μια οικία μέσα στα τείχη, αλλά δεν βρέθηκε ίχνος από το κύριο αρ­χείο του ανακτόρου. Αφού το ανάκτορο βρίσκεται στην κορυφή του λό­φου, ο χώρος του για πολύ χρόνο είχε μείνει εκτεθειμένος στις καιρικές συνθήκες, και τα αρχεία του κατά πάσαν πιθανότητα έχουν καταστραφεί. Αλλά είναι φρόνιμο να σκεφτούμε ότι αν ο Σλήμαν ήξερε για ποιο πράγμα να ψάξει, μπορεί να ήταν ο πρώτος που θα έβρισκε πινακίδες της Γραμμι­κής Β. Καθώς εμφανίζονται μέσα από το έδαφος, είναι πολύ εύκολο να θεωρήσει κανείς τα θραύσματα πινακίδων ως κομμάτια χονδροειδών αγ­γείων, που οι πρώτοι ανασκαφείς απέρριπταν χωρίς καμιά σκέψη.

ΤΙΡΥΝΘΑ, ΜΥΚΗΝΕΣ, ΘΗΒΕΣ …

Στην Τίρυνθα, μόνο λίγα χιλιόμετρα μακριά από τις Μυκήνες, υπήρχε ένα πελώριο κάστρο με ογκώδη τείχη. Μπορεί να είχε σκοπό να φρουρεί το λιμάνι, αλλά η θάλασσα έχει τώρα αποτραβηχτεί από την περιοχή. Δύσκολα θα πιστεύαμε ότι αποτελούσε, όπως υπονοεί ο Όμηρος, την έδρα ενός ανεξάρτητου βασιλείου. Πρέπει να ήταν κατά κάποιον τρόπο υπό τον έλεγχο του βασιλιά των Μυκηνών, που μπορεί να ήταν επικυρίαρχος έχο­ντας εξασφαλίσει την υποταγή διαφόρων μικρότερων ηγεμόνων. Από το 1971 και εξής ανασκαφές στην κάτω πόλη έξω από τα τείχη του κάστρου αποκάλυψαν μερικές αποσπασματικές πινακίδες της Γραμμικής Β. Φαί­νεται σαν αυτές να κατέβηκαν από την αρχική τους θέση κι ό,τι μπορούμε να πούμε τη στιγμή αυτή είναι ότι κάπου σ' αυτόν το χώρο πρέπει να υπήρ­ξε ένα μείζον αρχείο, από το οποίο όμως μόνο θραύσματα έχουν αποκαλυ­φθεί.
Η κατάσταση στις Θήβες είναι μάλλον διαφορετική. Το πρόβλημα εδώ είναι ότι ο ίδιος χώρος έχει συνεχώς κατοικηθεί για τουλάχιστον τέσσερις χιλιάδες χρόνια και σήμερα είναι μια ακμάζουσα επαρχιακή πόλη. Αυτή έχει κτιστεί πάνω σε διαδοχικά στρώματα κατοίκησης, τουρκικής, φρά­γκικης, βυζαντινής, ρωμαϊκής, ελληνιστικής, κλασικής, αρχαϊκής, μυκη­ναϊκής κι ακόμη παλαιότερης. Σπάνια είναι δυνατό εδώ να βρει κανείς μέρος για να σκάψει, και μόνον όταν είναι ανάγκη να κτιστεί ένα και­νούργιο οικοδόμημα έχουν οι αρχαιολόγοι τη δυνατότητα να ερευνήσουν τι βρίσκεται κάτω από το έδαφος. Σωστικές ανασκαφές αυτού του είδους έχουν ως τώρα αποδώσει δυο μικρές συλλογές πινακίδων Γραμμικής Β, και μια ομάδα πήλινων σφραγίδων, μικρούς σβώλους πηλού σφραγισμέ­νους με σφραγίδα και σε μερικές περιπτώσεις ενεπίγραφους με λίγες λέ­ξεις στη Γραμμική Β. Η μαρτυρία αυτή καθιστά σχεδόν βέβαιο ότι κάπου κάτω από το κέντρο της σύγχρονης πόλης υπάρχει ένα αρχείο πινακίδων. Οι Θήβες ήταν ολοφάνερα η τοποθεσία ενός ανακτόρου που ήλεγχε ένα μεγάλο βασίλειο σ' αυτή την περιοχή της Ελλάδας, και τα αρχεία του θα ήταν πολύ σημαντικά, αν μονάχα μπορούσαμε να τα εντοπίσουμε. Αλλά για την ώρα πολύ λίγα μπορούμε να πούμε γι' αυτό το βασίλειο.
Tα ευρήματα δείχνουν ότι η γραφή δεν ήταν σε ευρεία χρήση στη Μυκηναϊκή Ελλάδα. Δεν έχουν βρεθεί πινακίδες σε μικρότερους χώρους και όλες εκείνες που έχουν βρεθεί είναι είτε σε ανάκτορα ή τόσο κοντά σε ανάκτορα ώστε μπορούν να θεωρηθούν ως εξαρτήματα τους. Δεν υπάρχει ίχνος οποιασδήποτε ιδιωτικής χρήσης γραφής. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με την ιστορία του ελληνικού αλφαβήτου, το οποίο ήδη τον 8ο αι. π.Χ. χρησιμοποιούνταν από ιδιώτες για να γράψουν ξένοιαστους στίχους πάνω σ' ένα αγγείο· και στους δυο επόμενους αιώνες άρχισε να τίθεται σε χρή­ση για νόμους που γράφονταν πάνω σε πέτρα σε μέρη όπου όλοι μπορού­σαν να τους διαβάζουν. Τίποτα τέτοιο δεν έχει βρεθεί στη Γραμμική Β. Η γραφή φαίνεται ότι ήταν αποκλειστικά γραφειοκρατικό εργαλείο, ανα­γκαία μέθοδος για να κρατούν διοικητικούς λογαριασμούς και αρχεία, αλλά ποτέ δεν χρησιμοποιήθηκε για ιστορικούς ή ακόμη για ελαφρότε­ρους σκοπούς. Όπως θα δούμε, το περιεχόμενο των πινακίδων της Γραμμι­κής Β είναι σχεδόν χωρίς εξαίρεση κατάλογοι ανθρώπων, ζώων, αγροτι­κών προϊόντων και αντικειμένων βιοτεχνίας. Αλλά πρώτα πρέπει να δού­με πώς έγινε κατορθωτό να διαβάσουμε μια γραφή που είχε ξεχαστεί για περισσότερο από τρεις χιλιάδες χρόνια (…).

Κι όμως!.. Αυτούς τους δύο σημαντικούς ανθρώπους, που σηματοδότησαν την εξελικτική πορεία της ελληνικής γραφής, απ’ τα πανάρχαια χρόνια μέχρι σήμερα κάποιοι κύκλοι του Εξωτερικού τους σπίλωσαν τη μνήμη μετά θάνατον ισχυριζόμενοι ότι, δήθεν, ήσαν … ομοφυλόφιλοι και πώς ό,τι έκαναν το έπραξαν για να ικανοποιούν τις σεξουαλικές ορέξεις τους από νεαρούς Έλληνες εραστές (!)..
Αυτά.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. JOHN CHADWICK: «Γραμμική Β και συγγενικές γραφές», Εκδόσεις Δημητρίου Ν. Παπαδήμα, δεύτερη έκδοση αναθεωρημένη, σε μετάφραση ΝΙΚ. ΚΟΝΟΜΗ, Αθήνα 1999.
2. Ο John Chadwick είναι Ομότιμος Reader της ελληνικής γλώσσας στο Πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ και Επίτιμος Εταίρος του Κολλεγίου Downing. Συνεργάστηκε στενά με τον Michael Ventris στην αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β, και τώρα αναγνωρίζεται διεθνώς ως η κυριότερη αυθεντία για τη γλώσσα και την ερμηνεία των πινακίδων της Γραμμικής Β.
3. Ο Βέντρις, Μάικλ Τζορτζ Φράνσις (Michael George Francis Ventris, 1922 – 1956) υπήρξε ένας μεγάλος Βρετανός αρχαιολόγος και γλωσσολόγος. Αποκρυπτογράφησε (1952-53), χρησιμοποιώντας μεθόδους συνδυαστικής και στατιστικής ανάλυσης, τη γραμμική B’, τη γραφή δηλαδή του κειμένου πινακίδων που βρέθηκαν στην Κνωσό, την Πύλο και τις Μυκήνες και των οποίων το περιεχόμενο παρέμενε μέχρι τότε αινιγματικό. Αποδείχτηκε έτσι ότι η γραφή των πινακίδων αντιστοιχούσε σε κάποια ελληνική διάλεκτο που μιλιόταν στην περιοχή από το 1500 έως το 1200 π.Χ. Η ανακάλυψη του Βέντρις επέφερε επανάσταση στις σπουδές του προϊστορικού Αιγαίου και διεύρυνε κατά επτά αιώνες το ιστορικό πλαίσιο της ελληνικής γλώσσας. Δυστυχώς ο Βέντρις. σκοτώθηκε σε αυτοκινητικό δυστύχημα το 1956.