Πώς γινόταν η ονοματοδοσία στους αρχαίους Έλληνες;

Κωδικός Πόρου: 00285-111929-1218
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 25/09/11 17:28
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Βίοι Παράλληλοι, 00285-111929-1218




Περιγραφή:

Πώς γινόταν η ονοματοδοσία στους αρχαίους Έλληνες;

Κάποιοι κατηγορούν τον Χριστιανισμό και δη την Ορθόδοξη Εκκλησία, ότι βαπτίζει τα παιδιά σε μικρή ηλικία και δεν επιτρέπει στα άτομα αυτά να επιλέξουν τα ίδια το όνομα που επιθυμούν όταν μεγαλώσουν. Κι όμως!… Οι αρχαίοι Έλληνες έδιναν το όνομα στο παιδί την δεκάτη κιόλας ημέρα που γεννιόταν!.. Ούτε να σαραντίσουν (*)  δεν προλάβαιναν, που λέει ο πιστός κοσμάκης στα χωριά μας!..

ΕΠΕΙΔΗ τελευταίως ορισμένοι επαγγελματίες Ελληνιστές (από αυτούς που βγαίνουν τακτικά στα τηλεοπτικά παράθυρα ή «κοσμούν» μονίμως τις εκπομπές που οι ίδιοι χρηματοδοτούν, για να προβάλουν τα έντυπά τους), πέραν των άλλων, κάνουν ευθεία επίθεση στον Χριστιανισμό και δη την Ορθοδοξία, επειδή – λέει- εφαρμόζει την τακτική να βαπτίζει τα παιδιά σε πολύ μικρή ηλικία, ώστε να μη τους δίδεται η δυνατότης να επιλέγουν τα ίδια το όνομά τους, ο γράφων κάθισε και ερεύνησε το θέμα, ώστε να δοθεί η απάντηση σε όλους αυτούς τους (καλοπροαίρετους ή μη) ανθρώπους.
Το αποτέλεσμα αυτής της έρευνας είναι εντυπωσιακό. Τόσο εντυπωσιακό, ώστε να αντιστραφεί πλέον το ερώτημα και να θέσουμε τώρα εμείς οι Έλληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί στους επαγγελματίες ελληνιστές το ερώτημα: «Καλά, βρε παιδιά, οι αρχαίοι Έλληνες γιατί έδιναν το όνομα των παιδιών την πρώτη κιόλας ημέρα που γεννιόνταν; Τι ήταν εκείνο που ανάγκαζε τους προγόνους μας να κάνουν την όποια ονοματοδοσία με το που γεννιόταν ένα παιδί;».
Η αλήθεια είναι, ότι το θέμα αυτό ο γράφων το έχει αναλύσει μέσα στο βιβλίο του «Οι Ελληνίδες της Αρχαιότητος». Αλλά, ας αφήσουμε τον Ιάκωβο φον Φάλκε να μιλήση1:
«Από τη γέννηση κιόλας του παιδιού, η οικογένεια πανηγύριζε το γεγονός ως ευφρόσυνο συμβάν. Την πέμπτη ημέρα από της γεννήσεως υπήρχαν τα λεγόμενα αμφιδρόμια: Προ των θυρών της οικίας ετίθετο στέφανος, ενώ οι γνωστοί (συγγενείς και φίλοι) έστελναν δώρα. Βαστάζοντες δε το βρέφος το περιέφεραν περί την εστίαν, ως ένδειξη του γεγονότος ότι, το παιδί, αποτελεί πλέον μέλος της οικογενείας!
Την δεκάτη ημέρα συνεκαλούντο οι συγγενείς και οι φίλοι για νέα εορτή: Οι γονείς εόρταζαν τα γενέθλια και μαζί με τους προσκεκλημένους έθεταν το όνομα.1
Συνήθως το όνομα που έπαιρνε το παιδί ήτο από μία θεότητα του αρχαίου Ελληνικού πανθέου2 και συνήθως το παιδί έπαιρνε το όνομα του παππού του, όπως ακριβώς και σήμερα!
Τα παιδιά συνήθως τα σπαργάνωναν (μ’ εξαίρεση στην Σπάρτη) σε ειδικές σκάφες ή λίκνους, καθώς και σε διάφορα σειόμενα κλινίδια (= νάκες τις λέμε σήμερον στα χωριά μας). Οι γυναίκες τα βάσταζαν στις αγκάλες και οι μητέρες τα έτρεφαν με στοργή. Μάλιστα εάν η οικογένεια ήταν εύπορος, τα παιδιά είχαν την δυνατότητα να ζουν πολυτελώς και μάλιστα μετά μεγάλης επιμελείας!...».

ΤΙ ΓΡΑΦΕΙ Η ΕΥΓΕΝΙΑ ΔΑΡΒΙΡΗ

Η γνωστή Ελληνίδα φιλόλογος και ιστορικός κα Ευγενία Γ. Δαρβίρη, μέσα στο βιβλίο της «ΔΙΟΤΙΜΑ: Η πυθαγόρεια διδασκάλισσα του Σωκράτους», περιγράφοντας την πρώτη νύχτα της γέννησης και της «βάπτισης» της Διοτίμας, έτσι όπως αφήνει την ίδια την Διοτίμα να διηγείται στον Σωκράτη, γράφει μεταξύ άλλων και τα εξής:
«Το βράδυ εκείνο έγινε ο Σωκράτης για πρώτη φορά μύστης της γυναικείας αυτής ψυχής που ταξινομούσε τον κόσμο με τρόπο καινούργιο και παράδοξο. Όπως καθόταν απέναντί του στην αδύναμη λάμψη των λύχνων, φάνταζε σαν οπτασία έτοιμη να διαλυθεί στο ημίφως, παρά σαν γυναίκα με σάρκα και οστά. Την άκουγε καθισμένος στο σκαμνί του, σιωπαίνοντας κι αδυνατώντας να καταλάβει αν ζούσε στ' αλήθεια τη σκηνή η αν βούλιαζε σε όνειρο. Είχε γυρέψει πρώτα - πρώτα τη ζωή της να μάθει, ν' ακούσει πως ξεχώρισε και πως βρέθηκε στη λατρεία του Θεού. Δεν αρνήθηκε. Έμοιαζε πως ήθελε και κείνη να εξομολογηθεί κάπου, από κάτι να λυτρωθεί.
«....Γεννήθηκα στη Μαντίνεια της Αρκαδίας. Όμορφη πόλη, απλή, ποιμενική αλλά και μαζί ιερή, γεμάτη ναούς. Εμείς οι Αρκάδες, Σωκράτη, είμαστε πιο πρωτόγονοι και πιο δεμένοι με τη γη, απ' όσο εσείς οι Αθηναίοι, γι' αυτό και κρατάμε ατόφια την προγονική ευσέβεια που στοιχειώνει θαρρείς την περιοχή. Στα δυτικά της πόλης ξεκρίνει κανείς τα ιερά όρη του Πανός και των Νυμφών, που κλείνουν τον ορίζοντα και στα ανατολικά της μικρό κάμπο. Τη θεμελίωσε στα χρόνια τα παλιά η Αντινόη, του Κηφέα η κόρη κι έχει τείχος γερό και πολυγωνικό, που τη ζώνει από παντού, ενώ ταυτόχρονα με τις δεκαοχτώ πύλες του την ενώνει με τον κόσμο. Ολόγυρά του κυλά το φιδολύγιστο υδάτινο σώμα του ο ποταμός Όφις.
Εγώ γεννήθηκα κοντά στο παλλαϊκό ιερό των Διοσκούρων. Εκεί ήταν το πατρικό μου σπίτι. Πατέρας μου ο Λυκάων και μητέρα μου η Διοδώρα. Βγήκα στον κόσμο νύχτα, φωτισμένη ωστόσο μ' αστραφτερή πανσέληνο που ασήμωνε την πόλη και τις κορυφές του Μαίναλου στο βάθος του ορίζοντα. Παρά τις μεγαλοπρεπείς θυσίες στην Ειλείθυια, η Διοδώρα είχε δύσκολη γέννα. Την ώρα που εγώ άφηνα τις πρώτες μου κραυγές δοκιμάζοντας τη δύναμη των μικρών πνευμόνων μου, η μητέρα μου ξεματωμένη και χλωμή, κυριευμένη από δυνατό επιλόχιο πυρετό, πάλευε να κρατηθεί στη ζωή. Με χώρισαν από κοντά της, με καθάρισαν, μ' έπλυναν, με τύλιξαν σε σεντόνι και μ' έφεραν στην αίθουσα υποδοχής όπου περίμενε ο πατέρας μου βηματίζοντας πάνω κάτω νευρικά.
Η γιαγιά μου, η Γοργώ, με τρεμάμενα χέρια με ακούμπησε κατάχαμα μπρος του. Σύμφωνα με το πανάρχαιο έθιμο, ο πατέρας αποφασίζει αν το παιδί θα παραμείνει στον οίκο όντας γερό, η θα απορριχτεί για να πεθάνει αν είναι ανάπηρο η άρρωστο. Η δεύτερη αυτή σκληρή μοίρα χτυπά συνήθως και τα νεογέννητα κοριτσάκια. Βάρος στην οικογένεια, κατά την αντίληψη πολλών, ανίκανα για ουσιώδη εργασία, της απομυζούν την περιουσία με την προίκα που θα την υποχρεώσουν να δώσει, ενώ οι αριστοκράτες ταυτόχρονα πικραίνονται διπλά που δεν μπορούν να διαιωνίσουν και το όνομα του οίκου τους... Μα η γυναίκα, Σωκράτη, διαιωνίζει τη ζωή. Τι σημασία μπορεί να έχει το όνομα που θα δώσεις στη ζωή; Και είναι αυτή που σταλάζει στη ζωή μια γλυκιά τρυφερότητα• αυτή είναι που σηκώνει τον Άνθρωπο μια σκάλα πάνω από τα αγρίμια. Το σκληρό δίκαιο των ανθρώπων ίσως φοβάται την παντοδυναμία της, γι' αυτό και προσπαθεί, τρομαγμένο, να την περιορίσει...
Ο πατέρας μου, παρότι σκεφτόταν καλύτερα από άλλους της γενιάς και της σειράς του, δεν μπορώ να ορκιστώ πως δε θα απογοητεύτηκε κάπως όταν με είδε, πως καμμιά σκιά τεφρή δε θα πέρασε από το βλέμμα του. Σαν άντρας, ήθελε τον πολυπόθητο διάδοχο που θα διαφέντευε την περιουσία του οίκου του και θα κληρονομούσε το όνομά του• ίσως να αχνόβλεπε στο μέλλον και τον συνεχιστή του στη λατρεία των Διοσκούρων, γιατί λησμόνησα να σου πω, πως ήταν ιερέας τους.
Ωστόσο ήταν άνθρωπος ευσεβής και μειλίχιος. Δεν ήμουν παρά το πρώτο του παιδί κι άλλωστε δεν τον πίεζε η φτώχεια. Είχε τον τρόπο του..
Έσκυψε λοιπόν και καθώς τσίριζα κι αναδευόμουν στο σεντονάκι μου, με πήρε στην αγκαλιά του βάζοντας τέρμα στην αγωνία της Γοργώς και των άλλων γυναικών που τον κοίταζαν στα μάτια. Τώρα πια είχα αληθινά το δικαίωμα να ζήσω.
"Θα την πούμε Λυκομήδεια", είπε ο πατέρας μου και χαμογέλασε με καλοσύνη. Μ' αυτά τα δυο λόγια έδωσε νόημα και νομική υπόσταση στους πόνους και την εννιάμηνη δοκιμασία της Διοδώρας...
Έτσι πήρα το δρόμο για το βρεφικό μου λίκνο, καμωμένο από πλεχτά κλαδιά λυγαριάς και κρεμασμένο από ένα δοκάρι της οροφής για να μπορεί να κουνιέται και να με νανουρίζει. Με το ξημέρωμα μια μάλλινη πλεχτή εσάρπα είχε κιόλας αναρτηθεί πάνω από την εξώθυρα του σπιτιού μας, για να ανακοινώσει τη γέννηση θυγατέρας και να προσδιορίσει την κοινωνική μου θέση, τη θέση της συζύγου και της νοικοκυράς. Μάλλον διέψευσα τον τεχνητό αυτό οιωνό... Ας είναι.».

ΑΡΧΑΙΑ ΚΟΛΥΜΒΗΘΡΑ!..

Κλείνοντας, καλό θα ήτα να ενημερώναμε τους αγαπητούς αναγνώστες και τις φίλες αναγνώστριες της στήλης αυτής, ότι στην Αρνάσα Καρπάθου υπάρχει ο Ιερός Ναός της Αγίας Σοφίας, μέσα εις τον οποίον χρησιμοποιείται ακόμη και σήμερα αρχαία ελληνική κολυμβήθρα, που έφερε για πρώτη φορά στο φως της δημοσιότητας η εφημερίδα «Τα Νέα» της 10ης Οκτωβρίου 2003.
Μόνον αυτό. Τίποτε άλλο.
 -------

(* ) σαραντίζω
Ν [σαράντα]· (αμτβ.) 1. συμπληρώνω σαράντα χρόνια, σαρανταρίζω, («σαράντισε ο μεγάλος γιος του»)· 2. (για λεχώνα) συμπληρώνω σαράντα ημέρες από την ημέρα τού τοκετού, οπότε και παίρνω ευχή καθαρισμού από τον ιερέα· 3. (για βρέφος) συμπληρώνω σαράντα μέρες από την γέννησή μου· 4. (για νεκρό) συμπληρώνω σαράντα μέρες από τον θάνατό μου.