Οι Αρχαίοι Έλληνες, όπως και η Βίβλος, δέχονταν την ιερότητα του θαλασσίου ύδατος;

Κωδικός Πόρου: 00285-111940-549
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 18/06/11 0:52
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Βίοι Παράλληλοι, 00285-111940-549




Περιγραφή:

Οι Αρχαίοι Έλληνες, όπως και η Βίβλος, δέχονταν την ιερότητα του θαλασσίου ύδατος;

Άλλη μία απόδειξη συνοδοιπορίας Ελληνισμού-Χριστιανισμού είναι το ίδιο το θαλάσσιο ύδωρ!... Οι αρχαίοι Έλληνες δέχονταν την ιερότητα της θάλασσας και τον καθαρτικό χαρακτήρα του θαλασσίου ύδατος όπως δείχνουν ορισμένα τελετουργικά της αρχαιότητας, ενώ η ίδια αντίληψη απαντά και στη Βίβλο, όπου η χάλκινη δεξαμενή ύδατος του Ναού του Σολομώντα, με το νερό της οποίας οι ιερείς ένιβαν τα χέρια τους και έπλεναν τα προσφερόμενα θύματα, λεγόταν «θάλασσα θυσιαστηρίου»!..

ΚΑΘΕ φορά που βλέπουμε τους ιερείς να πηγαίνουν ανήμερα των Θεοφανείων και να πετάνε τον σταυρό στη θάλασσα, ο νους μας ανατρέχει στην ιερότητα του θέματος και στο γεγονός ότι από τα πανάρχαια χρόνια οι Έλληνες θεωρούσαν το ύδωρ και ιδίως το θαλάσσιο ύδωρ (θαλασσινό νερό) ως καθαρτήριο πηγή!

Δεν είναι η ώρα για να μιλήσουμε πώς ο χριστιανισμός χρησιμοποιεί το ύδωρ ως πνευματική δύναμη ζωής, όπως και οι αρχαίοι!.. «Λάλον ύδωρ» το θεωρούσε η Σίβυλλα στον τελευταίο χρησμό της προς τον Ιουλιανό (1), ενώ δεν είναι λίγοι εκείνοι που ενθυμούνται την Καινή Διαθήκη για τις καθαρτήριες ή θεραπευτικές δυνάμεις του ύδατος της προβατικής κολυμβήθρας, όπου ο Ιησούς θεράπευσε τον επί 38 έτη κατακείμενον ασθενή (2) ή τον εκ γενετής τυφλό στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ (3)!

Ο ίδιος ο Πόντιος Πιλάτος τι έκανε όταν δίκαζε τον Ιησού;

«ιδών δε ο Πιλάτος ότι ουδέν ωφελεί, αλλά μάλλον θόρυβος γίνεται, λαβών ύδωρ απενίψατο τας χείρας απέναντι τού όχλου, λέγων· Αθώός ειμι από τού αίματος τού δικαίου τούτου· υμείς όψεσθε» (Ματθ. 27, 24).

Προς τι, λοιπόν, ο συμβολικός εξαγνισμός του σώματος από μία αδικία, για να μη φαίνεται αιώνια η «κηλίδα ενοχής»;

Αλλά και το Μυστήριο του Βαπτίσματος, η τελετή του Αγιασμού και τόσα άλλα, που γίνονται μέσα στην Εκκλησία ή στην καθημερινή ζωή του χριστιανού, δεν είναι στοιχεία ιερότητας πολλές φορές του ιδίου του ύδατος;

Κι επειδή μιλάμε για θαλάσσιο ύδωρ, ας θυμηθούμε για λίγο τι ήσαν τα Θεοφάνια (ή Θεοφάνεια), τα οποία, όπως όλοι γνωρίζουν, είναι μια χριστιανική γιορτή, που γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 6 του Γενάρη, από το 2ο ή 3ο αιώνα. Λέγεται και Επιφάνεια δηλαδή ημέρα που εμφανίστηκε ο Χριστός στον κόσμο ή ημέρα που ο Χριστός άφησε τον ιδιωτικό του βίο και βγήκε να διδάξει τους ανθρώπους. Η πρώτη εμφάνιση του Χριστού στους ανθρώπους έγινε με τη βάφτισή του στον Ιορδάνη ποταμό, από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο.

Η γιορτή λέγεται και Φώτα ή των Φώτων, επειδή φώτα και φως και φώτισμα λέγεται στη γλώσσα των Χριστιανών το βάφτισμα.
Πολλοί Χριστιανοί βαφτίζουν τη μέρα αυτή τα παιδιά τους στην εκκλησία μέχρι και σήμερα ακόμα και γι' αυτό η γιορτή πήρε το όνομα αυτό. Ακόμα οι χριστιανοί λένε τα ρούχα, που φοράει ο νουνός στη βάφτιση του παιδιού, φωτίκια.

Οι αρχαίοι Έλληνες

Όπως διαβάζουμε, λοιπόν οι αρχαίοι Έλληνες δέχονταν την ιερότητα της θάλασσας και τον καθαρτικό χαρακτήρα του θαλάσσιου νερού όπως δείχνουν ορισμένα τελετουργικά της αρχαιότητας.

Απόδειξη αυτής της δοξασίας μπορεί ενδεχομένως να θεωρηθεί το γεγονός ότι μερικοί τάφοι, ήδη από την προϊστορική εποχή, καλύπτονταν από ένα στρώμα από θαλάσσιες κροκάλες, ή ότι σε ορισμένες ταφές έχουν βρεθεί απλά κοχύλια, που δεν ήταν ούτε κοσμήματα ούτε σκεύη, αλλά ίσως συμβόλιζαν τη θάλασσα.

Η Βίβλος

Τι περίεργο, όμως! Η ίδια ακριβώς αντίληψη απαντά και στη Βίβλο, όπου η χάλκινη δεξαμενή ύδατος του Ναού του Σολομώντα, με το νερό της οποίας οι ιερείς ένιβαν τα χέρια τους και έπλεναν τα προσφερόμενα θύματα, λεγόταν «θάλασσα θυσιαστηρίου».

Από αυτήν τη δεξαμενή πήρε το όνομά της και η δεξαμενή-βόθρος που βρίσκεται μέσα στο Ιερό Βήμα ή κάτω από την Αγία Τράπεζα στις χριστιανικές εκκλησίες, για να μαζεύει το νερό που έχει καθαγιαστεί κατά τις βαπτίσεις (4).

Επί του θέματος αυτού θα επανέλθουμε πιο αναλυτικά και πιο διεξοδικά, διότι όπως αντιλαμβάνονται οι αναγνώστες και οι αναγνώστριες, πρόκειται για ένα πολύ μεγάλο κεφάλαιο.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. «Είπατε τώ βασιλεί, χαμαί πέσε δαίδαλος αυλά, ουκέτι Φοίβος έχει καλύβην, ου μάντιδα δάφνην, ουδέ παγάν λαλέουσαν. Απέσβετο και το λάλον ύδωρ». [(Philostorgius: Historia ecclesiastica (fragmenta e passione Artemii)] (Book 7 fragment 1c line 7).

2. «1 Μετά ταύτα ήν η εορτή των Ιουδαίων, και ανέβη ο Ιησούς εις Ιεροσόλυμα. 2 έστι δε εν τοίς Ιεροσολύμοις επί τή προβατική κολυμβήθρα, η επιλεγομένη Εβραϊστί Βηθεσδά, πέντε στοάς έχουσα. 3 εν ταύταις κατέκειτο πλήθος των ασθενούντων, τυφλών, χωλών, ξηρών, εκδεχομένων την τού ύδατος κίνησιν. 4 άγγελος γάρ κατά καιρόν κατέβαινεν εν τή κολυμβήθρα, και εταράσσετο το ύδωρ· ο ούν πρώτος εμβάς μετά την ταραχήν τού ύδατος υγιής εγίνετο ώ δήποτε κατείχετο νοσήματι. 5 ήν δε τις άνθρωπος εκεί τριάκοντα και οκτώ έτη έχων εν τή ασθενεία αυτού. 6 τούτον ιδών ο Ιησούς κατακείμενον, και γνούς ότι πολύν ήδη χρόνον έχει, λέγει αυτώ· Θέλεις υγιής γενέσθαι; 7 απεκρίθη αυτώ ο ασθενών· Κύριε, άνθρωπον ουκ έχω, ίνα όταν ταραχθή το ύδωρ, βάλη με εις την κολυμβήθραν· εν ώ δε έρχομαι εγώ, άλλος πρό εμού καταβαίνει. 8 λέγει αυτώ ο Ιησούς· Έγειρε, άρον τον κράβαττόν σου και περιπάτει. 9 και ευθέως εγένετο υγιής ο άνθρωπος, και ήρε τον κράβαττον αυτού και περιεπάτει. ήν δε σάββατον εν εκείνη τή ημέρα. 10 έλεγον ούν οι Ιουδαίοι τώ τεθεραπευμένω· Σάββατόν εστιν· ουκ έξεστί σοι άραι τον κράβαττον. 11 απεκρίθη αυτοίς· Ο ποιήσας με υγιή, εκείνός μοι είπεν· άρον τον κράβαττόν σου και περιπάτει. 12 ηρώτησαν ούν αυτόν· Τίς εστιν ο άνθρωπος ο ειπών σοι, άρον τον κράβαττόν σου και περιπάτει; 13 ο δε ιαθείς ουκ ήδει τις εστιν· ο γάρ Ιησούς εξένευσεν όχλου όντος εν τώ τόπω. 14 μετά ταύτα ευρίσκει αυτόν ο Ιησούς εν τώ ιερώ και είπεν αυτώ· Ίδε υγιής γέγονας· μηκέτι αμάρτανε, ίνα μη χείρόν σοί τι γένηται. 15 απήλθεν ο άνθρωπος και ανήγγειλε τοίς Ιουδαίοις ότι Ιησούς εστιν ο ποιήσας αυτόν υγιή. 16 Καί διά τούτο εδίωκον τον Ιησούν οι Ιουδαίοι και εζήτουν αυτόν αποκτείναι, ότι ταύτα εποίει εν σαββάτω... » (Ιω.5, 1-16)

3. «1 Καί παράγων είδεν άνθρωπον τυφλόν εκ γενετής· 2 και ηρώτησαν αυτόν οι μαθηταί αυτού λέγοντες· Ραββί, τις ήμαρτεν, ούτος ή οι γονείς αυτού, ίνα τυφλός γεννηθή; 3 απεκρίθη Ιησούς· Ούτε ούτος ήμαρτεν ούτε οι γονείς αυτού, αλλ' ίνα φανερωθή τα έργα τού Θεού εν αυτώ. 4 εμέ δεί εργάζεσθαι τα έργα τού πέμψαντός με έως ημέρα εστίν· έρχεται νύξ ότε ουδείς δύναται εργάζεσθαι. 5 όταν εν τώ κόσμω ώ, φώς ειμι τού κόσμου. 6 ταύτα ειπών έπτυσεν χαμαί και εποίησε πηλόν εκ τού πτύσματος, και επέχρισε τον πηλόν επί τους οφθαλμούς τού τυφλού 7 και είπεν αυτώ· Ύπαγε νίψαι εις την κολυμβήθραν τού Σιλωάμ, ό ερμηνεύεται απεσταλμένος. απήλθεν ούν και ενίψατο, και ήλθε βλέπων. 8 Οι ούν γείτονες και οι θεωρούντες αυτόν το πρότερον ότι τυφλός ήν, έλεγον· Ουχ ούτός εστιν ο καθήμενος και προσαιτών; 9 άλλοι έλεγον ότι ούτός εστιν· άλλοι δε ότι όμοιος αυτώ εστιν. εκείνος έλεγεν ότι εγώ ειμι.
10 έλεγον ούν αυτώ· Πώς ανεώχθησάν σου οι οφθαλμοί; 11 απεκρίθη εκείνος και είπεν· Άνθρωπος λεγόμενος Ιησούς πηλόν εποίησε και επέχρισέ μου τους οφθαλμούς και είπέ μοι· ύπαγε εις την κολυμβήθραν τού Σιλωάμ και νίψαι· απελθών δε και νιψάμενος ανέβλεψα. 12 είπον ούν αυτώ· Πού εστιν εκείνος; λέγει· Ουκ οίδα. 13 Άγουσιν αυτόν προς τους Φαρισαίους, τον ποτε τυφλόν. 14 ήν δε σάββατον ότε τον πηλόν εποίησεν ο Ιησούς και ανέωξεν αυτού τους οφθαλμούς. 15 πάλιν ούν ηρώτων αυτόν και οι Φαρισαίοι πώς ανέβλεψεν. ο δε είπεν αυτοίς· Πηλόν επέθηκέ μου επί τους οφθαλμούς, και ενιψάμην, και βλέπω. 16 έλεγον ούν εκ των Φαρισαίων τινές· Ούτος ο άνθρωπος ουκ έστι παρά τού Θεού, ότι το σάββατον ου τηρεί. άλλοι έλεγον· Πώς δύναται άνθρωπος αμαρτωλός τοιαύτα σημεία ποιείν; και σχίσμα ήν εν αυτοίς. 17 λέγουσι τώ τυφλώ πάλιν· Σύ τι λέγεις περί αυτού, ότι ήνοιξέ σου τους οφθαλμούς; ο δε είπεν ότι προφήτης εστίν. 18 ουκ επίστευον ούν οι Ιουδαίοι περί αυτού ότι τυφλός ήν και ανέβλεψεν, έως ότου εφώνησαν τους γονείς αυτού τού αναβλέψαντος 19 και ηρώτησαν αυτούς λέγοντες· Ούτός εστιν ο υιός υμών, ον υμείς λέγετε ότι τυφλός εγεννήθη; πώς ούν άρτι βλέπει;
20 απεκρίθησαν δε αυτοίς οι γονείς αυτού και είπον· Οίδαμεν ότι ούτός εστιν ο υιός ημών και ότι τυφλός εγεννήθη· 21 πώς δε νύν βλέπει ουκ οίδαμεν, ή τις ήνοιξεν αυτού τους οφθαλμούς ημείς ουκ οίδαμεν· αυτός ηλικίαν έχει, αυτόν ερωτήσατε, αυτός περί εαυτού λαλήσει. 22 ταύτα είπον οι γονείς αυτού, ότι εφοβούντο τους Ιουδαίους· ήδη γάρ συνετέθειντο οι Ιουδαίοι ίνα, εάν τις ομολογήση Χριστόν, αποσυνάγωγος γένηται. 23 διά τούτο οι γονείς αυτού είπον ότι ηλικίαν έχει, αυτόν ερωτήσατε. 24 Εφώνησαν ούν εκ δευτέρου τον άνθρωπον ός ήν τυφλός, και είπον αυτώ· Δός δόξαν τώ Θεώ· ημείς οίδαμεν ότι ο άνθρωπος ούτος αμαρτωλός εστιν. 25 απεκρίθη ούν εκείνος και είπεν· Ει αμαρτωλός εστιν ουκ οίδα· έν οίδα, ότι τυφλός ών άρτι βλέπω. 26 είπον δε αυτώ πάλιν· Τί εποίησέ σοι; πώς ήνοιξέ σου τους οφθαλμούς; 27 απεκρίθη αυτοίς· Είπον υμίν ήδη, και ουκ ηκούσατε· τι πάλιν θέλετε ακούειν; μη και υμείς θέλετε αυτού μαθηταί γενέσθαι; 28 ελοιδόρησαν αυτόν και είπον· Σύ εί μαθητής εκείνου· ημείς δε τού Μωϋσέως εσμέν μαθηταί. 29 ημείς οίδαμεν ότι Μωϋσεί λελάληκεν ο Θεός· τούτον δε ουκ οίδαμεν πόθεν εστίν.
30 απεκρίθη ο άνθρωπος και είπεν αυτοίς· Εν γάρ τούτω θαυμαστόν εστιν, ότι υμείς ουκ οίδατε πόθεν εστί, και ανέωξέ μου τους οφθαλμούς. 31 οίδαμεν δε ότι αμαρτωλών ο Θεός ουκ ακούει, αλλ' εάν τις θεοσεβής ή και το θέλημα αυτού ποιή, τούτου ακούει. 32 εκ τού αιώνος ουκ ηκούσθη ότι ήνοιξέ τις οφθαλμούς τυφλού γεγεννημένου· 33 ει μη ήν ούτος παρά Θεού, ουκ ηδύνατο ποιείν ουδέν. 34 απεκρίθησαν και είπον αυτώ· Εν αμαρτίαις σύ εγεννήθης όλος, και σύ διδάσκεις ημάς; και εξέβαλον αυτόν έξω. 35 Ήκουσεν Ιησούς ότι εξέβαλον αυτόν έξω, και ευρών αυτόν είπεν αυτώ· Σύ πιστεύεις εις τον υιόν τού Θεού; 36 απεκρίθη εκείνος και είπε· Καί τις εστι, Κύριε, ίνα πιστεύσω εις αυτόν; 37 είπε δε αυτώ ο Ιησούς· Καί εώρακας αυτόν και ο λαλών μετά σού εκείνός εστιν. 38 ο δε έφη· Πιστεύω, Κύριε· και προσεκύνησεν αυτώ. 39 και είπεν ο Ιησούς· Εις κρίμα εγώ εις τον κόσμον τούτον ήλθον, ίνα οι μη βλέποντες βλέπωσι και οι βλέποντες τυφλοί γένωνται.
40 Καί ήκουσαν εκ των Φαρισαίων ταύτα οι όντες μετ' αυτού, και είπον αυτώ· Μή και ημείς τυφλοί εσμεν; 41 είπεν αυτοίς ο Ιησούς· Ει τυφλοί ήτε, ουκ αν είχετε αμαρτίαν· νύν δε λέγετε ότι βλέπομεν· η ούν αμαρτία υμών μένει.» (Ιω.8, 1-41)

4. Βλέπε και περιοδικό «Αρχαιολογία».