Ευριπίδης: Ο τραγικός προφήτης του Ελληνισμού;

Κωδικός Πόρου: 00285-111938-646
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 02/07/11 16:08
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Βίοι Παράλληλοι, 00285-111938-646




Περιγραφή:

Ευριπίδης: Ο τραγικός προφήτης του Ελληνισμού;

Και μόνον το γεγονός ότι ο Ευριπίδης, δια του έργου του «Φοίνισσαι», προέβλεψε τις συμφορές του Ελληνισμού, όπως ακριβώς ο Χριστός προέβλεψε τις συμφορές της Ιερουσαλήμ, αλλά και η αναφορά του στην θυσία της Ιφιγενείας, που μας θυμίζει την θυσία του Ισαάκ, παράλληλα με την πολεμική του εναντίον των θεών του Ολύμπου, που τους ήθελε να διάγουν ηθική και όχι ανήθικη ζωή, μας δίδει το δικαίωμα να τον κατατάξουμε στη χορεία όχι μόνον των μεγάλων προφητών της Ελλάδος, αλλά και των προδρόμων του Χριστιανισμού!…


Αριστερά: «Η θυσία της Ιφιγένειας», του Τιέπολο. Δεξιά: «Η θυσία του Αβραάμ», του Τιτσιάνο. Οι σκηνές συγκλονίζουν με τις ομοιότητές τους, λες και τις έχει φιλοτεχνήσει το ίδιο χέρι, πράγμα που αποδεικνύει ότι ο Ελληνισμός σε πολλά πράγματα υπήρξε πνευματικό υπόβαθρο του Χριστιανισμού (Μεθόδιος Φούγιας) και ο Χριστιανισμός πνευματικό τέκνο του Ελληνισμού!..

Ο ΕΥΡΙΠΊΔΗΣ (Αθήνα 480; – Πέλλα 406 π.Χ.), ο μεγάλος τραγικός ποιητής, σύμφωνα με όσα διαπιστώνουμε στην ιστορική μας έρευνα, ως προλαλήσας ορισμένα θέματα, ήτο κι αυτός ένας προφήτης της αρχαιότητος. Πρέπει, ωστόσο, να αναφερθούμε σ’ ορισμένα βιογραφικά στοιχεία για να κατανοήσουμε καλύτερα και το πνεύμα της εποχής εκείνης:
Λένε, ότι πολλές λεπτομέρειες για τη ζωή του (ότι ήταν γιος μανάβισσας, ότι είχε δύο άπιστες γυναίκες και ότι πέθανε κατασπαραγμένος από σκυλιά) φαίνεται να είναι είτε διαστρεβλώσεις της πραγματικότητας είτε επινοήσεις κωμωδιογράφων και μεταγενέστερων βιογράφων. Δεν πήρε μέρος στην πολιτική ζωή, αλλά έζησε όλες τις περιπέτειες της παρακμής της Αθήνας και έδειξε πάντοτε ενδιαφέρον για τα πολιτικά προβλήματα της πατρίδας του. Αρκετά καλλιεργημένος, είχε δεχτεί βαθιά την επίδραση του Αναξαγόρα, των σοφιστών και του Σωκράτη.
Στο θέατρο πρωτοεμφανίστηκε το 455 π.Χ. και ελάχιστες φορές νίκησε σε τραγικούς αγώνες. Το κοινό δεν τον καταλάβαινε, οι αντίπαλοί του τον εχθρεύονταν, οι κωμωδιογράφοι έκαναν ό,τι μπορούσαν για να τον δυσφημήσουν, γι’ αυτό κι αυτοεξορίστηκε το 408 στη Θεσσαλία και στη Μακεδονία, όπου έγινε δεκτός με τιμές από τον βασιλιά Αρχέλαο.
Μετά τον θάνατό του, ο Ευριπίδης γνώρισε δημοτικότητα και σκηνική επιτυχία πολύ μεγαλύτερη από τον Αισχύλο και τον Σοφοκλή. Ο τελευταίος έζησε περισσότερα χρόνια και όταν ο Ευριπίδης πέθανε, παρουσίασε τον χορό και τους ηθοποιούς χωρίς στεφάνους, ενώ ο ίδιος φόρεσε πένθιμο χιτώνα κατά τα προάγωνα των Μεγάλων Διονυσίων.

ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΗ

Από τα 92 έργα που αποδίδονται στον Ευριπίδη, θεωρούνται γνήσια τα 65, ενώ σώζονται 17 τραγωδίες, ανάμεσα στις οποίες και ο Ρήσος (που θεωρείται νόθο), ένα σατυρικό δράμα (Κύκλωψ) και περισσότερα από χίλια αποσπάσματα. Ας δούμε, περιληπτικά, ποία είναι τα κυριώτερα έργα του Ευριπίδη και, φυσικά, λίγα λόγια για το περιεχόμενο των έργων αυτών:
  Ο Ρήσος, είναι μία υπόθεση, που εκτυλίσσεται στην Τροία. Ο Δόλων κατασκοπεύει το στρατόπεδο των Αχαιών, συλλαμβάνεται και εκτελείται. Την ίδια τύχη έχει και ο βασιλεύς των Θρακών Ρήσος, που είχε συμμαχήσει με τους Τρώες.
  Στις Ικέτιδες, οι μητέρες των επτά Αργείων που έπεσαν στη Θήβα προκαλούν τον Θησέα να μεσολαβήση για την ταφή των νεκρών, που είχε απαγορεύσει ο Κρέων. Ο Θησέας κηρύσσει πόλεμο στον Κρέοντα και φέρνει τις σορούς στην Ελευσίνα, όπου τις καίει!
  Στην Εκάβη, η γηραιά βασίλισσα της Τροίας Εκάβη, βρίσκεται αιχμάλωτη στην Θράκη. Παρακολουθεί τον θάνατο των παιδιών της Πολυξένης και Πολυδώρου. Σχεδιάζει την εκδίκησή της στην οποίαν συμπράττει ο χορός των Τρωάδων γυναικών.
  Στις Τρωάδες, βλέπουμε τις σκηνές που ακολούθησαν την άλωση της Τροίας. Η πυρπόληση και οι θάνατοι μελών της οικογενείας του Πριάμου. Οι αιχμάλωτες γυναίκες οδηγούνται στα πλοία των Αχαιών. Δεσπόζει η φυσιογνωμία της Εκάβης.
  Στην Ιφιγένεια εν Αυλίδι, παρακολουθούμε τον στόλο των Αχαιών καθηλωμένο στην Αυλίδα, όπου περιμένει ούριο άνεμο για να αναχωρήση για την Τροία. Ο Αγαμέμνων καλεί από τις Μυκήνες την κόρη του Ιφιγένεια για να την θυσιάση, προφασιζόμενος ότι θα την παντρέψη με τον Αχιλλέα. Η νεαρή κοπέλα προσφέρεται να θυσιασθή για την πατρίδα της.
  Στην Μήδεια, παρατηρούμε την Μήδεια να εκδικείται τον άπιστο σύζυγό της Ιάσονα. Προσποιούμενη ότι συναινεί στον γάμο του με την βασιλοπούλα της Κορίνθου Γλαύκη, στέλνει ως δώρο πέπλο που προκαλεί τον φρικτό θάνατο της νύφης. Στην συνέχεια η Μήδεια σκοτώνει τα παιδιά της και καταφεύγει στον βασιλιά της Αθήνας Αιγέα.
  Στην Ιφιγένεια εν Ταύροις, ο Ορέστης και ο Πυλάδης αναζητούν στην Σκυθία το ξόανο της Αρτέμιδος. Συλλαμβάνονται και οδηγούνται στον ναό της θεάς για να θυσιασθούν. Ιέρεια εκεί είναι η Ιφιγένεια, που αναγνωρίζει τον αδελφό της. Παίρνουν το ξόανο και όλοι μαζί φεύγουν κρυφά για την Ελλάδα. Ο βασιλιάς της Σκυθίας τους καταδιώκει, αλλά τους σώζει η θεά Αθηνά.
  Στον Ορέστη, τόσον αυτός όσον και η αδελφή του Ηλέκτρα, καταδικάζονται από τους Αργείους σε θάνατο για την μητροκτονία. Ο Ορέστης ζητάει βοήθεια από τον Μενέλαο και απελπισμένος σκέπτεται να σκοτώση την κόρη του Μενελάου Ερμιόνη για εκδίκηση. Η εμφάνιση του Απόλλωνος λύνει την παρεξήγηση, ο Ορέστης νυμφεύεται την Ερμιόνη και ο Πυλάδης την Ηλέκτρα.
  Υπάρχει και η Ηλέκτρα, όπου ο Ορέστης κατευθύνεται προς τις Μυκήνες για να εκδικηθή τον φόνο του πατέρα του. Περνά από μία φτωχή καλύβα, όπου ζει η αδελφή του Ηλέκτρα με τον σύζυγό της Αυτουργό. Με την μεσολάβηση του χορού των Μυκηναίων γυναικών, τα δύο αδέλφια αναγνωρίζονται και συμπράττουν στον φόνο της Κλυταιμνήστρας και του Αιγίσθου. Με την παρέμβαση των Διοσκούρων, η Ηλέκτρα παντρεύεται τον Πυλάδη, ενώ ο Ορέστης πηγαίνει στην Αθήνα για να δικαστή.
  Στο έργο Ηρακλείδαι, τα παιδιά του Ηρακλέους καταδιώκονται από τον βασιλιά των Μυκηνών Ευρυσθέα και ζητούν την σωτηρία στην Αθήνα. Ο Ευρυσθέας, επειδή δεν του παραδίδουν τα παιδιά, κηρύσσει πόλεμο στους Αθηναίους. Η κόρη του Ηρακλέους, Μακαρία, δέχεται να θυσιασθή για να εκπληρωθή ο χρησμός, πού έλεγε ότι οι Αθηναίοι θα νικήσουν εάν μία νεαρή κοπέλλα δεχθή να πεθάνη.
  Οι Φοίνισσες, μας μεταφέρουν στην εποχή πού γυναίκες της Φοινίκης στέλνονται στους Δελφούς ως λάφυρο από την άλωση της Τύρου, οι οποίες περνούν από την Θήβα, όπου ο Ευριπίδης κάνει μία αναφορά σε μία σειρά τραγικών γεγονότων του θηβαϊκού κύκλου. Η κατάληξις είναι η αναχώρησις του τυφλού Οιδίποδος, που χειραγωγείται από την κόρη του Αντιγόνη.
  Στην Ελένη, ο Ευριπίδης πλέκει τον μύθο, όπου ο Πάρις οδηγεί στην Τροία όχι την βασίλισσα της Σπάρτης, αλλά το είδωλό της ενώ η ίδια μεταφέρεται από τον Ερμή στην Αίγυπτο. Μετά την άλωση της Τροίας, οι άνεμοι παρασύρουν εκεί τον Μενέλαο, και οι δύο σύζυγοι αναγνωρίζονται τυχαία.
  Στο έργο Ίων, βλέπουμε τον κεντρικό ήρωα, πού είναι γιος του Απόλλωνος και της Αθηναίας βασιλοπούλας Κρέουσας, να εγκαταλείπεται σε μια σπηλιά της Ακρόπολης και να μεταφέρεται από τον Ερμή στους Δελφούς. Αργότερα η Κρέουσα, παντρεμένη με τον Ξούθο, δεν μπορεί να τεκνοποιήση και επισκέπτεται τους Δελφούς για να συμβουλευθή το Μαντείο. Της απαντούν ότι πρέπει να υιοθετήση τον νεωκόρο του ιερού. Η Κρέουσα αρνείται και προσπαθεί να τον σκοτώση, ώσπου αποκαλύπτεται ότι πρόκειται για τον γιο της Ίωνα! Με την μεσολάβηση της Αθηνάς τον παίρνουν για να τον εγκαταστήσουν στον θρόνο των Αθηνών.
  Στις Βάκχες, ο βασιλιάς των Θηβών Πενθέας αντιδρά στην καθιέρωση της λατρείας του Διονύσου στην πόλη. Ο Διόνυσος επιστρέφει μετά από μακρά απουσία. Ο Πενθέας στρέφεται εναντίον των Βακχών, ιερειών του θεού, αλλά βρίσκει τον θάνατο από την μητέρα του Αγαύη και τις μαινάδες!
  Στο έργο Ηρακλής μαινόμενος, ο Ηρακλής αφήνει τα παιδιά του στην Θήβα και κατεβαίνει στον Άδη για να φέρη στη γη τον Κέρβερο. Η μακρά απουσία του δημιουργεί την υπόνοια ότι πέθανε. Ο Λύκος στρέφεται εναντίον των παιδιών του Ηρακλέους, ο οποίος εμφανίζεται ξαφνικά και τα σώζει. Τότε η Ήρα προσβάλλει με μανία τον ήρωα, που σκοτώνει την γυναίκα του και τα παιδιά του. Μόλις συνέρχεται, θέλει να αυτοκτονήση, αλλά τον σώζει ο Θησέας που έρχεται να τον καθάρη από το μίασμα.
  Στην Ανδρομάχη, βλέπουμε την σύζυγο του Έκτορα, Ανδρομάχη, να μεταφέρεται στην Φθία ως λάφυρο του γιου του Αχιλλέως Νεοπτολέμου. Αποκτούν γιο, τον Μολοσσό. Η σύζυγος του Νεοπτολέμου Ερμιόνη προσπαθεί μαζί με τον πατέρα της Μενέλαο να σκοτώση την Ανδρομάχη και τον γιο της. Ο γέροντας Πηλέας αποτρέπει τον φόνο. Ο Ορέστης, παλιός μνηστήρας της Ερμιόνης, σκοτώνει τον Νεοπτόλεμο. Η εμφάνιση της Θέτιδος κλείνει το δράμα: ο γιος της Ανδρομάχης θα γίνη ο γενάρχης του φύλου των Μολοσσών, ενώ ο Πηλέας θα ζήση ως αθάνατος κοντά στην Θέτιδα και θα ξανασυναντήση τον γιο του, Αχιλλέα.
  Στον Ιππόλυτο, η δεύτερη γυναίκα του Θησέως Φαίδρα ερωτεύεται με πάθος τον πρόγονό της Ιππόλυτο, γιο του Αθηναίου ήρωος, αλλά προσπαθεί να το κρύψη. Όταν όμως το πληροφορείται ο Ιππόλυτος, αποκρούει τα αισθήματα της μητριάς του, η οποία αυτοκτονεί και αφήνει επιστολή κατηγορώντας τον ότι επιβουλεύτηκε την τιμή της. Ο Θησέας καταριέται τον γιο του, ο οποίος βρίσκει τον θάνατο. Η Άρτεμις αποκαλύπτει την αλήθεια στον Θησέα, πού θρηνεί…
  Στην Άλκηστη, η γυναίκα αυτή δέχεται να πεθάνη στην θέση του συζύγου της Αδμήτου, βασιλέως των Φερών. Ο φίλος του Αδμήτου Ηρακλής επεμβαίνει, επαναφέρει την γυναίκα στην ζωή και την δίνει πάλι στον σύζυγό της.
n Έχουμε, όμως, και το μόνο σωζόμενο σατυρικό δράμα του Ευριπίδη, τον Κύκλωπα, όπου οι Σάτυροι, με επικεφαλής τον Σιληνό, υπηρετούν τον Κύκλωπα. Ο Οδυσσέας τυφλώνει τον Κύκλωπα, σώζοντας τους συντρόφους του και τους Σατύρους.

ΤΑ ΠΡΟΦΗΤΙΚΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΗ

Τα έργα του Ευριπίδη, όπως είδαμε πιο πάνω είναι, πρωτίστως, διδακτικά. Δια των τραγωδιών του διερμηνεύει τα συναισθήματα του κόσμου όχι μόνον της εποχής εκείνης, αλλά και της σημερινής!
Ας δούμε, όμως, ορισμένα εξ αυτών που έχουν όχι μόνον διδακτικό, αλλά και προφητικό περιεχόμενο:

Η Άλκηστις, για παράδειγμα, που γράφτηκε το 438 π.Χ, θεωρείται το τελευταίο έργο μιας τετραλογίας, που δόθηκε αντί σατιρικού δράματος. Παρουσιάζει τη θυσία της Άλκηστης, η οποία δίνει την ίδια της τη ζωή για να σώσει τον σύζυγό της Άδμητο, ωσότου ο Ηρακλής, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για τη φιλοξενία που του παρείχε η οικογένεια που πενθούσε, την αποσπά από τον θάνατο αποδίδοντάς την στον άντρα της και στα παιδιά της. Η συγκινητική μορφή της ηρωίδας, που τη βλέπουμε στην αγωνία και στον θάνατο, κυριαρχεί στην τραγωδία, που κατά τα άλλα παρουσιάζει αρκετές αδυναμίες.
Παρόμοια γεγονότα βλέπουμε και στην Βίβλο. Η θυσία είναι η υπερτάτη ενέργεια του ίδιου του Θεανθρώπου μας για να σώση τον άνθρωπο από τις αμαρτίες του, ενώ ο Κύριός μας και Θεός μας, ο Ιησούς Χριστός, δεν ήταν λίγες οι φορές που αποσπούσε τους ανθρώπους από τον θάνατο για να τους αποδώση στην οικογένειά τους!.. Θυμηθείτε την κόρη του Ιαείρου, την ανάσταση του Λαζάρου και τόσους άλλους, που η δύναμις του Κυρίου μας τους έδωσε και πάλι την ζωή. Βεβαίως ο Χριστός δεν είχε ανάγκη της ευγνωμοσύνης των άλλων, διότι ο ίδιος ήτο φιλάνθρωπος και ελεήμων, όπως πάντα υπήρξε ο Θεάνθρωπος στην γη, αφού, όπως λέει ο Απόστολος Παύλος: «η φιλανθρωπία επεφάνη του σωτήρος ημών Θεού» (Τιτ.2, 4) .

ΜΗΔΕΙΑ

Ο Ευριπίδης το 431 έγραψε τη Μήδεια, ένα από τα περίφημα έργα του αρχαίου ελληνικού θεάτρου, το οποίο γνώρισε τις πιο πολλές μιμήσεις στο πέρασα των αιώνων.
Η Μήδεια, για να γνωρίσουμε το έργο καλύτερα, ήταν μία μάγισσα από την Κολχίδα, η οποία, αφού βοήθησε με τα φίλτρα και το έγκλημα τον Ιάσονα να αποκτήσει το Χρυσόμαλλο δέρας, εγκαταλείφθηκε από αυτόν, επειδή ήθελε να παντρευτεί την κόρη του βασιλιά της Κορίνθου Γλαύκη και διώχτηκε από την Κόρινθο από τον βασιλιά Κρέοντα. Ήταν αυτή που έστειλε τότε με τα παιδιά της στη μελλόνυμφη ένα νυφικό πέπλο, το οποίο ήταν δηλητηριασμένο.
Τι έγινε τότε; Η βασιλοπούλα και ο Κρέων πέθαναν με σπασμούς, ύστερα έσφαξε με το ίδιο της το χέρι τα παιδιά της και με φτερωτό άρμα του Ήλιου έφυγε στην Αθήνα.
Έτσι η Μήδεια, κυριευμένη έτσι από βαρβαρικό μίσος και από έμμονο παραλήρημα εκδίκησης (όμως στον τελευταίο αποχαιρετισμό των παιδιών της, ενώ αλληλοσυγκρούονται μέσα της η αγάπη για τα παιδιά της και το πάθος της για εκδίκηση, κορυφώνεται η τραγικότητα του σπαραγμού της), επισκιάζει όλα τα άλλα πρόσωπα της σφιχτοδεμένης, ρωμαλέας και συγκλονιστικής αυτής τραγωδίας.

Παρόμοιο γεγονός δεν θα βρει, ασφαλώς, κανείς μέσα στην Αγία Γραφή, που είναι, πρωτίστως, ένα ιερό βιβλίο. Ο Ευριπίδης, όμως, δεν υιοθετεί τις πράξεις της Μήδειας. Τουναντίον, μάλιστα, τις καυτηριάζει, αφού, δια του έργου του, στηλιτεύει τις ενέργειές της και διεκτραγωδεί τα γεγονότα για να αποδείξει στην ανθρωπότητα πού μπορεί να φθάσει η ανυπόφορη ζήλεια μιας γυναίκας για τον σύζυγός της, δεδομένου ότι, κατά τον προφήτη Ωσηέ: «αρά και ψεύδος και φόνος και κλοπή και μοιχεία κέχυται επί της γης, και αίματα αφ’ αίμασι μίσγουσι» (Ωσηέ 4, 2).

ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ

Μία άλλη μεγάλη γυναικεία μορφή είναι αυτή που βλέπουμε στον Ιππόλυτο (428 π.Χ.), θέμα του οποίου είναι ο αιμομικτικός έρωτας της Φαίδρας για τον αγνότατο απόγονό της Ιππόλυτο, γιο του Θησέα. Όταν η τροφός, συγκινημένη από το πάθος της Φαίδρας, φανερώνει στον Ιππόλυτο τον έρωτα της μητριάς του, ο νέος δείχνει αγανάκτηση και περιφρόνηση. Η Φαίδρα απαγχονίζεται για να αποφύγει την ντροπή, αλλά από μια τυφλή μανία να υπερασπίσει την τιμή της κατηγορεί τον Ιππόλυτο, σε μια συκοφαντική επιστολή, ότι αποπειράθηκε να τη βιάσει. Ο Θησέας καταριέται τον Ιππόλυτο, τον διώχνει από την Αθήνα και ο νέος παρασύρεται από τα αφηνιασμένα άλογά του και σκοτώνεται. Τελικά όμως η θεά Άρτεμις φανερώνει στον Θησέα την αλήθεια.

Είναι βέβαιον ότι η τραγωδία αυτή του Ευριπίδη, όπως ο Ιππόλυτος, είναι ένα έργο που βρήκε μεν πολλούς μιμητές, αλλά στην ουσία είναι η προβληματική που μπορεί να έχει κανείς για τον έρωτα. Η αγνότητα του Ιππολύτου είναι ο βράχος πάνω στον οποίο προσκρούει το πάθος και εδώ βρίσκεται η ρίζα του δράματος, αφού τελειώνει με την καταστροφή και των δύο. Δίδαγμα ισχυρό για όσους επιχειρούν να εύρουν και στην ζωή παρόμοιο παράδειγμα.
Στην Αγία Γραφή, βεβαίως, το θέμα της αιμομιξίας δεν είναι άγνωστο. Ο Λωτ, για παράδειγμα, χωρίς να το θέλει, συνευρέθη με τις κόρες του, οι οποίες εξεμεταλλεύθησαν το γεγονός ότι ο πατέρας τους ήταν υπό την επήρειαν της μέθης και συνευρέθησαν μετ’ αυτού η μία κατόπιν της άλλης.. Όλα όμως αυτά, σύμφωνα με την Βίβλο, δεν αποτελούν παράδειγμα προς μίμησιν, αλλά προς αποφυγήν, αφού η Παλαιά Διαθήκη είναι εκείνη η οποία διακηρύσσει ότι: «κοιλίας όρεξις και συνουσιασμός μη καταλαβέτωσάν με, και ψυχή αναιδεί μη παραδώς με» (Σοφ. Σειρ. 23, 6).

ΦΟΙΝΙΣΣΑΙ

Μια πληθωρική τραγωδία, αλλά πλούσια σε ωραιότατες στιγμές, είναι οιΦοίνισσες, που εγράφησαν περίπου το 410 π.Χ. Σε αυτό το έργο μεγάλη σημασία είχε η μουσική, που μερικές φορές επισκίαζε ακόμα και τον λόγο.
Τι ήσαν, όμως, οι Φοίνισσες; Γυναίκες της Φοινίκης, που στέλνονται στους Δελφούς ως λάφυρο από την άλωση της Τύρου και οι οποίες περνούν από τη Θήβα. Σ’ αυτό το έργο γίνεται μία αναφορά σε μια σειρά τραγικών γεγονότων του «θηβαϊκού κύκλου» με κατάληξη την αναχώρηση του τυφλού Οιδίποδα απ’ τον βασιλικό οίκο, που χειραγωγεί­ται από την κόρη του Αντιγόνη.
Πιο συγκεκριμένα, βλέπουμε την Ιοκάστη και αφηγείται όλα τα γεγονότα που προηγήθηκαν: από τον γάμο της με τον Λάιο και την εγκατά­λειψη του παιδιού τους στον Κιθαιρώνα ως την αυθαίρετη κατακράτηση της εξουσίας από τον Ετεοκλή και την εκστρατεία του Πολυνείκη και των Αργείων εναντίον της Θήβας. Αμέσως μετά ο παιδαγωγός και η Αντιγόνη παρατηρούν και περιγράφουν την πολιορκία της πόλης.
Στην συνέχεια έρχεται ο Πολυνείκης —τον έχει καλέσει η Ιοκάστη σε μια προσπάθεια συμφιλίωσης με τον Ετεοκλή. Καταφθάνει ο Ετεοκλής, ακολουθεί αγώνας λόγων ανάμεσα στα δύο αδέλφια και η συμφιλίωση ναυαγεί.
--Ο Πολυ­νείκης φεύγει, για να προετοιμάσει την επίθεση.
--Ο Ετεοκλής με τις συμβουλές του Κρέοντα οργανώνει την άμυνα της πόλης.

Έρχεται, λοιπόν, ο μάντης Τειρεσίας μαζί με τον νεαρό Μενοικέα. Ο Κρέοντας του ζητά χρησμό για τη νικητήρια έκβαση της μά­χης. Ο μάντης, μετά από δισταγμό, ανακοινώνει ότι για να σωθεί η πατρίδα, πρέπει να θυσιαστεί ο Μενοικέας.
Ο Κρέο­ντας αρνείται να υπακούσει στον χρησμό και συμβουλεύει τον γιο του να φύγει αμέσως από τη Θήβα. Εκείνος προσποιείται ότι υπακούει και με την αποχώρηση του πατέρα του δηλώνει στον χορό ότι θα θυσιαστεί για την πατρίδα του.
Ο πρώτος αγγελια­φόρος αναγγέλλει στην Ιοκάστη ότι οι Θηβαίοι απέκρουσαν την επίθεση των Αργείων και ότι ο αγώνας τώρα θα κριθεί από τη μονομαχία των δύο αδελφών. Εκείνη καλεί την Αντιγό­νη και μαζί ξεκινούν για το πεδίο της μάχης, με σκοπό να αποτρέψουν την αδελφική σφαγή.
Ο δεύτερος αγγελιαφόρος, που έρχεται σε λίγο, ανακοινώνει τον θάνατο των δύο αδελφών και την αυτοκτονία της μητέρας τους.
Στη συνέχεια εμφανίζεται νεκρική πομπή με τα πτώματα των τριών. Τα συνοδεύει η Αντιγόνη θρηνώντας. Καλεί τον τυφλό Οιδίποδα και του λέει τα τραγικά γεγονότα. Έρχεται ο Κρέοντας και ως βασιλιάς πλέον της Θήβας απαγορεύει την ταφή του Πολυνείκη και προστάζει την εξορία του Οιδίποδα. Η Αντιγόνη δηλώνει ότι θα θάψει τον αδελφό της, δεν θα πα­ντρευτεί τον Αίμονα, τον γιο του Κρέοντα, και θα οδηγήσει τον τυφλό Οιδίποδα στην εξορία.

Ωστόσο, δια του έργου αυτού, ο Ευριπίδης δείχνει να προφητεύει κάτι συγκλονιστικό. Απ’ την αρχή κιόλας του έργου βλέπουμε την Ιοκάστη, μητέρα και σύζυγο του Οιδίποδα, να μιλάη για τα δεινά του Ελληνισμού, έτσι όπως αυτά κατεγράφησαν στην πορεία του χρόνου, μετά την άφιξιν του Κάδμου από την Φοινίκη στην Ελλάδα και την εγκατάστασή του στην γη των Θηβών. Είναι η μαυροφορεμένη αυτή γυναίκα η οποία, σαν άλλη Κασσάνδρα, θα ανακράξει:

«Ω! Ήλιε, που ανάμεσα απ' τ' αστέρια διαβαίνεις τ' ουρανού μες στο χρυσό σου το άρμα και με γρήγορες φοράδες σκορπάς ολούθε τη φεγγοβολή σου, πώς έριξες στη Θήβα απάνω τέτοιο συφοριασμένο φως τη μέρα εκείνη, όταν στη χώρα τούτη έφτασε ο Κάδμος από τη θαλασσόβρεχτη Φοινίκη! Την Αρμονία της Κύπριδας την κόρη παίρνοντας, τον Πολύδωρο έχει κάνει κι αυτός το Λάβδακο, όπως λεν, κι εκείνος το Λάιο. Εγώ 'μαι θυγατέρα του Μενοικέα, κι απ' την ίδια μάνα έχω αδερφό τον Κρέοντα Ιοκάστη με φωνάζουν — τι ο πατέρας μου έτσι με ονόμασε· το Λάιο πήρα γι' άντρα. Εκείνος, επειδή ο καιρός περνούσε, κι απόμενε χωρίς παιδιά, πηγαίνει στο Φοίβο την αιτία για να μάθει· και σύγκαιρα ζητάει τη χάρη τέκνα μες στο παλάτι ν' αποκτήσει. Τότε είπε ο θεός. «Ω! βασιλιά της Θήβας της ομορφάλογης, παιδιά μην κάνεις, μια και δε θέλουν οι θεοί τέκνο αν γεννήσεις, θα σε σκοτώσει κι όλο σου το σπίτι θα κολυμπήσει στο αίμα»! (Ευρ., Φοιν. 1-20).

Πράγματι!.. Η Θήβα κολύμπησε στο αίμα και μαζί της πολλές φορές κολύμπησε στο αίμα και ο ίδιος ο Ελληνισμός. Είναι γνωστόν ότι διάφοροι Θηβαίοι πολιτικοί (όχι οι σημερινοί πολίτες, που αποδεικνύουν τον μεγάλο πατριωτισμό τους) εμήδιζαν, με αποτέλεσμα ο ίδιος ο Μέγας Αλέξανδρος να καταστρέψει την πόλη και να μην αφήσει επ’ αυτής πέτρα πάνω στην πέτρα!
Η ως άνω προφητεία μας θυμίζει τον ίδιο τον Ιησού Χριστό ο οποίος είχε προβλέψει με τον ίδιο τρόπο την καταστροφήν της Ιερουσαλήμ, που έγινε από τους Ρωμαίους το 70-72 μ.Χ., λέγοντας επί λέξει τα εξής:

«Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ, η αποκτέννουσα τους προφήτας και  λιθοβολούσα τους απεσταλμένους προς αυτήν! Ποσάκις ηθέλησα επισυναγαγείν τα τέκνα σου ον τρόπον επισυνάγει όρνις τα νοσσία εαυτής υπό τας πτέρυγας, και ουκ ηθελήσατε. Ιδού αφίεται υμίν ο  οίκος υμών έρημος» (Ματθ. 23, 37-38).


ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΕΝ ΑΥΛΙΔΙ

Στο έργο αυτό, ο Ευριπίδης, δεν καταγράφει απλώς ορισμένα γεγονότα που έλαβαν χώραν προ της ενάρξεως του Τρωϊκού Πολέμου, αλλά και το γεγονός ότι ο τρόπος με τον όποίον πήγε να γίνει θυσία της Ιφιγενείας μας θυμίζει ακριβώς θυσίαν του Αβραάμ, που διαβάζουμε μέσα στην Παλαιά Διαθήκη!..
Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή:
Η τραγωδία αρχίζει με έναν διάλογο ανάμεσα στον Αγαμέμνο­να και τον γέρο υπηρέτη του: ο αρχηγός του στόλου των Ελλή­νων είχε καλέσει την κόρη του Ιφιγένεια στην Αυλίδα, δήθεν για να την παντρέψει με τον Αχιλλέα, στην πραγματικότητα όμως για να την θυσιάσει στην Άρτεμη, προκειμένου να εξασφα­λίσει ευνοϊκό άνεμο για το ταξίδι του στόλου στην Τροία. Τώρα στέλνει τον υπηρέτη στο Άργος με ένα δεύτερο γράμμα, που ανακαλεί το πρώτο.
Ακολούθως, εμφανίζεται ο χορός από γυναίκες της Χαλκίδας και πε­ριγράφει τις συγκεντρωμένες στην Αυλίδα στρατιωτικές δυνά­μεις. Ο Μενέλαος ορμά στη σκηνή, κατηγορεί τον Αγαμέμνονα για την αλλαγή της απόφασης του κι ακολουθεί έντονη φιλο­νικία ανάμεσα στους δύο αδελφούς. Στο μεταξύ φτάνει η Ιφιγέ­νεια μαζί με τη μητέρα της Κλυταιμήστρα και τον μικρό αδελφό της Ορέστη.
Ο Μενέλαος συγκινείται, προτρέπει τον Αγαμέ­μνονα να μη θυσιάσει την κόρη του, αλλά τώρα εκείνος είναι αμετάπειστος. Ακολουθούν συγκινητικές σκηνές χαιρετισμού προς τον σύζυγο και πατέρα Αγαμέμνονα, που εντείνουν περισ­σότερο τον πόνο του για την επερχόμενη θυσία.
Η Κλυταιμήστρα συναντά τον δήθεν μέλλοντα γαμπρό της Αχιλλέα, που αποδεικνύεται ανυποψίαστος για τα σχετικά με τον γάμο. Έτσι η Κλυταιμήστρα κι η Ιφιγένεια πληροφο­ρούνται για την αληθινή αιτία του ερχομού τους στην Αυλίδα. Η τραγική μητέρα καταφέρνει να αποσπάσει από τον ήρωα την υπόσχεση ότι θα φροντίσει με όλες του τις δυνάμεις για την αποτροπή της θυσίας.
Το αποτέλεσμα είναι ότι οι παρακλήσεις της Κλυταιμήστρας και της κόρης της στον Αγαμέμνονα να μεταπειστεί και να λυπηθεί την Ιφιγένεια αποδεικνύονται μάταιες. Ο Αχιλλέας αποφασίζει να θυσιάσει τη ζωή του, για να σώσει την κοπέλα. Η Ιφιγένεια όμως αρνείται τη θυσία του ήρωα, η οποία μάλιστα οικειοθελώς προσφέρεται να υπακούσει στην εντολή του πατέρα της και να δώσει τη ζωή της για το κοινό καλό.
Στο τέλος του έργου ένας αγγελιαφόρος έρχεται να ανακοινώσει στην Κλυταιμήστρα το θαύμα: η Άρτεμις, την ώρα της θυσίας, έβαλε στη θέση της Ιφιγένειας μια ελαφίνα και πήρε την κόρη στον ουρανό. Η τραγωδία κλείνει με την αναγγε­λία ευνοϊκού ανέμου και τις προετοιμασίες του στόλου να ξε­κινήσει για την Τροία.

Τι μας θυμίζει, αλήθεια, το όλο σκηνικό της θυσίας; Δεν μας θυμίζει, αλήθεια, την προετοιμασία της θυσίας του Ισαάκ από τον Αβραάμ, κατόπιν εντολής του Θεού, για να δοκιμάσει την πίστη του, έτσι όπως καταγράφονται στα γεγονότα ;
«Όταν έφτασαν στον τόπο που τους είχε πει ο Θεός, ο Αβραάμ έχτισε εκεί το θυσιαστήριο, ετοίμασε τα ξύλα, έδεσε το γιο του τον Ισαάκ και τον έβαλε στο θυσιαστήριο πάνω από τα ξύλα. Ύστερα άπλωσε το χέ­ρι του και πήρε το μαχαίρι για να σφάξει το παιδί του. Αλλά ο άγγελος του Κυρίου του φώναξε από τον ουρανό και του είπε: «Αβραάμ, Αβραάμ!» Κι εκείνος απάντησε: «Ορίστε». Και του είπε: «Μην απλώσεις χέρι στο παιδί και μην του κάνεις τίποτε, γιατί τώρα ξέρω ότι φοβάσαι τον Θεό και δε μου αρνήθηκες το μοναχογιό σου».
Ο Αβραάμ κοίταξε τριγύρω και είδε ένα κριάρι πιασμένο από τα κέρατα σ' ένα θά­μνο. Έτρεξε, το πήρε και το θυσίασε αντί για το γιο του. Τον τόπο εκείνο ο Αβραάμ τον ονόμασε Γιαχβέ-Ιερέ, γι' αυτό μέχρι σήμερα λέγεται: «Σ' αυτό το βουνό παρου­σιάστηκε ο Κύριος» (Γεν. 22, 9-14).

Και μόνον το γεγονός, ότι ο Ευριπίδης θεωρήθηκε άθεος επειδή στα έργα του γκρεμίζει τις πατροπαράδοτες θεότητες και η εν γένει θρησκευτική πολεμική του κατευθυνόταν κατά του Ολύμπου, γιατί πίστευε ότι το θείο πρέπει να χαρακτηρίζεται από ηθικότητα, η οποία έλειπε εντελώς από τα μυθολογικά εκείνα ανδρείκελα θεών, αυτό και μόνον μας αρκεί για να τον χαρακτηρίσουμε όχι μόνον έναν μεγάλο προφήτη του Ελληνισμού, αλλά και ένας μεγάλο Πρόδρομο του Χριστιανισμού!..