Ιησούς Χριστός: Ελληνισμός – Χριστιανισμός (2)

Κωδικός Πόρου: 00285-112321-36
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 21/03/11 15:21
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Εκδόσεις Βιβλίων, 00285-112321-36




Περιγραφή: s:80785:"

 

Διαβάστε σήμερα την Εισαγωγή του έργου μας «Ιησούς Χριστός: Ελληνισμός-Χριστιανισμός» με πάρα πολλά άγνωστα και ιστορικά και αρχαιολογικά πειστήρια!.. 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

«Ερευνάτε τας γραφάς.» (Ιω. 5,39)

«Και γνώσεσθε την αλήθειαν και η
αλήθεια ελευθερώσει υμάς.» (Ιω. 8,32)

… Καθώς αντικρίζω το χιόνι να πέφτη όλο και περισσότερο στα μαλλιά μου˙ καθώς οι πρώτες ρυτίδες άρχισαν κι όλας να «οργώνουν» το πρόσωπό μου˙ καθώς το ημερολόγιο της ζωής μου θυμίζει ότι ο Θεός με αξίωσε να ζήσω μισόν αιώνα πάνω σ’ αυτή τη γη˙ καθώς οι πρώτες σταλαγματιές του φθινοπώρου έριξαν στο χώμα και τα τελευταία φύλλα των δένδρων, μία αχτίδα πρόβαλε ξαφνικά μέσα απ’ τα γυμνά κλαδιά του δάσους: η αχτίδα του φωτός της γήϊνης γνώσεως. Μια αχτίδα που αγάλια – αγάλια έγινε πυγολαμπίδα, στερνά ένας πύρινος δίσκος και στη συνέχεια ένας ηλιόλουστος ουρανός: ο ουρανός της ερεύνης!...
Σκέφθηκα πολύ πριν γράψω αυτό το βιβλίο. Θυμήθηκα τον Γιάννη Κορδάτο που είχε τις ίδίες αμφιταλαντεύσεις, πολύ πριν γεννηθή ο γράφων: «… σκοπός μου δεν είναι να θίξω τις θρησκευτικές πεποιθήσεις κανενός˙ μ’ ενδιαφέρει μόνο η έρευνα και σαν ερευνητής φροντίζω να βρω την αλήθεια. Ο επιστήμονας που σέβεται τον εαυτό του, μόνο για την αλήθεια πρέπει να ενδιαφέρεται… Το κείμενο λοιπόν της Παλαιάς Διαθήκης σαν ιστορικό μνημείο λόγου, δηλαδή ανθρώπινο, πρέπει να ερευνάται μέσα στα πλαίσια της ιστορικής επιστήμης. Αν δεν πέτυχα στην κριτική μου έρευνα και τα συμπεράσματά μου αποδειχτούν λαθεμένα, θα μείνει το κέρδος πως έδωσα αφορμή άλλοι αξιότεροί μου να με διορθώσουν και να με συμπληρώσουν. Κανένας δεν είναι αλάθητος, η κριτική και η συζήτηση πάντα ωφελούν και από αυτές βγαίνει η αλήθεια.».
Βέβαια και ο Ανδρέας Λασκαράτος, δεχόμενος κάποτε επίθεσιν γι’ αυτό που έγραφε, εις μίαν αποστροφή του λόγου του, ετόνισε: «Μην κατακρίνετε χωρίς να διαβάσετε˙ κι αφού διαβάσετε σκεφθήτε. Αλλά μη σκεφθήτε με το πνεύμα σας προκατειλημμένο. Η προκατάληψή σας, θα βλάψη περισσότερο εσάς παρά εμέ…».
Κατά νουν, όμως, είχα και τον Λεωνίδα Ιω. Φιλιππίδη, Τακτικόν Καθηγητήν της Ιστορίας των Θρησκευμάτων της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο οποίος μέσα εις το μνημειώδες έργο του: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΕΞ ΑΠΟΨΕΩΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΚΑΙ ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑΚΗΣ (Αθήναι 1958), έγραφε: «Παν το εν τόπω και χρόνω γινόμενον, συνίστησιν ιστορίαν και υπόκειται εις ιστορικήν έρευναν… ΄Οθεν ου μόνον δικαίωμα, αλλά και υποχρέωσιν έχομεν να ερευνήσωμεν ιστορικώς τα περιστατικά, δι’ α και υφ’ α και προς α επέστη το πλήρωμα του χρόνου.
Ο ιδρυτής του Χριστιανισμού Θεάνθρωπος είναι μεν ως Θεός ασύλληπτος και ανεξερεύνητος, αλλ’ εσταυρώθη ως άνθρωπος. Αν ως Θεός είναι υπεράνω χώρου και χρόνου, ήτοι άναρχος, άπειρος και αιώνιος, ως Θεάνθρωπος, ως ο Εμμανουήλ (=μεθ’ ημών ο Θεός) είναι ιστορικόν πρόσωπον και δη το μέγιστον και μοναδικόν εν τη παγκοσμίω ιστορία η ενσάρκωσις τ.έ. του Θεού Λόγου, του αϊδίως προϋφεστώτος, έλαβε χώραν εν ωρισμένω τόπω και χρόνω και υπό ωρισμένας συνθήκας. Κύριος ημών «ώφθη επί γης και τοις ανθρώποις συνανεστράφη» : εγεννήθη, έζησεν, εδίδαξεν, εθεάθη, εχάρη, ελυπήθη, διέδραμεν ωρισμένας γεωγραφικάς εκτάσεις, έδρασεν, εθαυματούργησεν, ευηργέτησεν, οι άνθρωποι οι αυτόπται και αυτήκοοι Αυτού ηδυνήθησαν να είπωσι περί Αυτού εμφαντικώς: «Ο ην απ’ αρχής, ο ακηκόαμεν, ο εωράκαμεν τοις οφθαλμοίς ημών, ο εθεασάμεθα και αι χείρες ημών εψηλάφησαν … και εθεασάμεθα την δόξαν Αυτού»4, απέθανεν, ανέστη, ανελήφθη˙ ταύτα δ’ εν ωρισμένη εκάστοτε περιοχή τοπική και καθ’ ωρισμένα χρονικά σημεία. ΄Αρα ο βίος Του, η διδασκαλία Του, αι ιδέαι Του, αι των μαθητών Του, το έργον Του, αι ιδέαι Του, αι των μαθητών Του, το έργον Του πάντα ταύτα υπόκεινται εις ιστορικήν έρευναν και συναποτελούσι την ιστορικήν θεμελίωσιν του μαθήματος.
Και η γλωσσική διατύπωσις της διδασκαλίας του Κυρίου υπόκειται εις επιστημονικήν εξέτασιν: ο Κύριος ωμίλησεν εις τους ανθρώπους της εποχής Του δια γλώσσης ανθρωπίνης, απηυθύνθη προς ωρισμένον ακροατήριον και εδίδαξεν ούτως, ώστε να γίνη αντιληπτός υπό του λαού συγκατέβη από του θείου ύψους της παγγλωσίας Του εις το υπό του λαού λαλούμενον επικρατέστερον γλωσσικόν τοπικόν ιδίωμα. Συνεπώς τα λόγια του Κυρίου και των Αποστόλων δύνανται και πρέπει να μελετώνται και εξ επόψεως γλωσσικής, η γλώσσα δε πρέπει να ερευνάται καθ’ εαυτήν τα εν συναρτήσει προς την όλην γλωσσικήν κατάστασιν της εποχής.
Ομοίως και οι πρώτοι φορείς της Χριστιανικής Αποκαλύψεως, οι Μαθηταί του Κυρίου και οι Απόστολοι, έζησαν υπό συγκεκριμένας ιστορικάς συνθήκας, διέδραμον γεωγραφικάς εκτάσεις, ήλθον εις επαφήν ή και ανταγωνισμόν προς διαφόρους λαούς και θεσμούς, προς ήθη, έθιμα, κοσμοθεωρίας, βιοθεωρίας˙ υπήρξαν ιστορικά πρόσωπα, ζήσαντα εν τόπω και χρόνω κατέλιπον γραπτά μνημεία και προφορικάς παραδόσεις, πολύτιμα δια την διάγνωσιν του γνησίου πνεύματος της νέας θρησκείας.
Καθ’ όλον ειπείν, ο Κύριος και οι Απόστολοι εκινήθησαν ως ιστορικά πρόσωπα εν τω κόσμω, υπό την συγκεκριμένην μορφήν, ην ούτος είχε τότε, συναναστράφηκαν άτομα, επεκοινώνησαν προς λαούς και αντιμετώπισαν συγκεκριμένας ιστορικάς συνθήκας ή καταστάσεις.
Ταύτα πάντα είναι αντικείμενα ιστορικής ερεύνης. Οφείλομεν ν’ αναπλάσωμεν την ιστορίαν της εποχής εκείνης, έτι πλέον: οφείλομεν να μεταστώμεν εις αυτήν και τότε μόνον θα δυνηθώμεν να κατανοήσωμεν και προσδιορίσωμεν αξιολογικώς το έργον του Κυρίου και των Αποστόλων. ΄Εχομεν ου μόνον δικαίωμα, αλλά και υποχρέωσιν να ερευνήσωμεν ιστορικώς τα περιστατικά, υφ’ α επέστη το πλήρωμα του χρόνου, υφ’ α ετελεσιουργήθη δια του ενανθρωπήσαντος Θεού η σωτηρία του κόσμου και ενεκαινίσθη εις την παγκόσμιον Ιστορίαν δια της «καινής διδαχής»5 «καινή κτίσις»6, «καινότης ζωής»7, «καινότης πνεύματος»8, «καινός άνθρωπος»9 «καινά τα πάντα»10…».
Και μόνον με αυτά τα οποία αναφέρει ο λαμπρός πανεπιστημιακός δάσκαλος Λεωνίδας Ιω. Φιλιππίδης, θα μπορούσα να κλείσω το εισαγωγικό μου σημείωμα, αφού όσα διετυπώθησαν δια της γραφίδος του εν λόγω Καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών με καλύπτουν απολύτως.

Ωστόσο, θα ήθελα να προσθέσω τα εξής:
1ον: Δεν είμαι θεολόγος. Αλλά ως ΄Ελληνας και μάλιστα Ορθόδοξος Χριστιανός, λατρεύω κυριολεκτικώς τον Ελληνισμόν και την Ορθοδοξίαν. Και τα δύο αυτά στοιχεία αποτελούν την ψυχήν μου, την καρδιά μου, την σκέψη μου, το είναι μου. Αισθάνομαι ότι χωρίς αυτά δεν μπορώ να ζήσω.
Θα ήμουν, λοιπόν, βλάσφημος εάν έλεγα ότι διαφωνώ με τους θελόγους, σε θέματα που αφορούν την Παλαιά και Καινή Διαθήκη. Όχι μόνον δεν διαφωνώ, αλλά και συμφωνώ απολύτως μαζί τους. Τα όσα πρεσβεύει η Ορθοδοξία μας αποτελούν και «πιστεύω» του γράφοντος. Απλώς, τα όσα καταγράφονται εις το βιβλίο αυτό δεν αποτελούν θεολογικές, αλλά ιστορικές και μόνον καταγραφές.
2ον: Ίσως κάποιοι σπεύσουν να χαρακτηρίσουν τον γράφοντα ως … προγονόπληκτον και κάτι άλλα ηχηρά παρόμοια.
Η απάντησίς μου είναι ότι λανθάνουν. Το ανά χείρας έργο δεν αποτελεί παρά «ένα μικρό λιθαράκι» εις το οικοδόμημα που λέγεται «συμβολή εις την έρευνα». Και τίποτε άλλο.
Θα ήταν, όμως, ιστορική βλασφημία να αγνοήσωμεν το θέμα του ισχυρού δεσμού Ελληνισμού και Αγίας Γραφής για «χίλιους μύριους» λόγους, όταν οι πάντες γνωρίζουν ότι χωρίς την ελληνική γλώσσα είναι αμφίβολο εάν οι Έλληνες και οι άλλοι λαοί θα είχαν γνώσιν της Βίβλου πλην των Εβραίων (κι αυτοί θα εγνώριζαν μόνον την Παλαιά Διαθήκη)!
Η Ιστορία, έτσι όπως μας την έμαθαν ορισμένοι, σε πολλά σημεία θα πρέπει να αναθεωρηθή. Πολλές σελίδες της είναι σκόπιμα γραμμένες για να εξυπηρετήσουν ύποπτους και δόλιους σκοπούς. Κι από τον κανόνα της ερεύνης δεν μπορεί να εξαιρεθή ακόμη κι αυτή η Βίβλος, αφού ο ίδιος ο Χριστός είπε εκείνο το περίφημο: «ερευνάτε τας γραφάς»11, για να μπορέση κάποτε η ιστορική αλήθεια να μας ελευθερώση!

Η αναθεώρησις κάποιων «ιστορικών δρωμένων» («αποενοχοποίησις», όπως λέγουν ορισμένοι) έγινε από το ίδιο το κράτος του Ισραήλ:
α) Κατά τον Ιούλιον του 1931, ο κόσμος επληροφορήθη ότι εις τα Ιεροσόλυμα συνήλθε ένα δικαστήριο εξ επιφανών Ιουδαίων νομικών υπό την προεδρίαν του Δρος Veldeisse , το οποίο μετά τετράωρον αγόρευσιν της υπερασπίσεως και μακράν διάσκεψιν, απεφάνθη, δια ψήφων τεσσάρων κατά μιας, ότι ο Ιησούς υπήρξε αθώος!!
β) Κατά το 1949, οι εφημερίδες έγραψαν ότι ο Γάλλος νομικός Jacquenot εξετάζοντας , μαζί με άλλους συνεργάτες του, την δίκην του Ιησού, κατέληξε εις το συμπέρασμα ότι «αι κατ’ αυτήν παρατυπίαι του Εβραϊκού Συνεδρίου13, εμφανίζουσι την περί θανατικής καταδίκης απόφασιν ως νομικώς άκυρον.».
γ) Αναζητώντας οι Εβραίοι, από το 1945, τα αίτια του αντισημιτισμού, απέδωσαν αυτόν εις την ευθύνην τους δια την θανάτωσιν του Ιησού!
Τοιουτοτρόπως, ομολογείται και από ιουδαϊκής, πλέον πλευράς η ευθύνη των Ιουδαίων, ιδίως των αρχόντων, δια την Σταύρωσιν του Ιησού. Η δε καταστροφή της Ιερουσαλήμ υπό του Τίτου (70 μ.Χ.) χαρακτηρίζεται ως απαρχή της τιμωρού δικαιοκρισίας του Θεού, συνυπολογιζομένης και της όντως από των πηγών προβαλλούσης συνευθύνης του Πιλάτου δια την Σταύρωσιν του Κυρίου 14.
Εις το πόρισμα αυτό καταλήγει η ως άνω αναφερθείσα εμπεριστατωμένη έρευνα του Josef Blinzler, παρά την αρνητικήν στάσιν της έναντι των ευαγγελικών πηγών. Αντίθετα προς την αρνητικήν αυτήν στάσιν, έναντι των ευαγγελικών πηγών και ακριβώς επί τη βάσει αυτών των αυθεντικών πηγών, των οποίων την πλήρη αξιοπιστίαν εξακρίβωσε πλέον η Ερμηνευτική της Καινής Διαθήκης επιστήμη, κατέληξε και η δική μας έρευνα εις ωρισμένα ιστορικά συμπεράσματα, που δεν θα τα χαρακτηρίσωμεν ακόμη ως πορίσματα, δεδομένου ότι εις την επιστήμην και δη την ιστορικήν έρευναν, το απόλυτο θεωρείται παράλογο και εκτός πάσης λογικής.

Το παρόν βιβλίο χωρίζεται εις οκτώ κεφάλαια, δηλαδή:

α) Πού εγεννήθη ο πρώτος άνθρωπος;
β) Η ελληνική διείσδυσις εις την Παλαιστίνην.
γ) Η προσδοκία του Αναμενομένου Μεσσία.
δ) Ομοιότητες Ελληνισμού – Χριστιανισμού.
ε) Η ιστορικότης του Ιησού Χριστού.
στ) Η καταγωγή του Ιησού Χριστού.
ζ) Μιλούσε ο Χριστός ελληνικά;
η) ΄Εγραφε ο Χριστός ελληνικά;

Κάνοντας κάποιες παρατηρήσεις επί των ως άνω κεφαλαίων του βιβλίου μας, θα ήθελα να πω τα εξής:

α) Πού εγεννήθη ο πρώτος άνθρωπος;Θα ξεκινήσωμε με μίαν χιουμοριστικήν διαπίστωσιν: Εάν αναζητήση κάποιος την Γη μέσα εις ένα χάρτην του Διαστήματος, θα παρατηρήση ότι δεν βλέπει παρά μονάχα μίαν κουκίδα εις τα δισεκατομμύρια των άλλων άστρων. Κατά συνέπειαν, όποιος προσπαθεί να βρη πού εγεννήθη ο πρώτος άνθρωπος εις την Γην, εις την Μεσοποταμίαν (όπως ισχυρίζονται οι συγγραφείς της Βίβλου) ή εις την Ελλάδα (όπως αναφέρει η Ελληνική Μυθολογία), το λιγώτερο που κατορθώνει είναι να ματαιοπονή, δεδομένου ότί μέσα εις το αχανές διάστημα μοιάζει σαν να ψάχνη… «ψύλλους στα άχυρα»!!
Το πού εγεννήθη ο πρώτος άνθρωπος, πέραν του όποιου μεγάλου και βαθυτάτου σεβασμού που έχομεν προς την Παλαιάν Διαθήκην, δεν είναι κάτι εις το οποίο απαντά η Βίβλος. Ο Πρωτοπρεσβύτερος π. Γεώργιος Μεταλληνός, εις τηλεοπτικήν εκπομπήν του γράφοντος είχε τονίσει πως η Παλαιά Διαθήκη δεν είναι επιστημονικό βιβλίο και κατά συνέπειαν δεν μπορούμε να λαμβάνωμεν «τοις μετρητοίς» όσα αναφέρει αυτή και εν προκειμένω η Γένεσις.
« ΄Όταν λέμε ότι η ζωή ενεφανίσθη και οι πρώτες ανθρώπινες κοινωνίες αναπτύχθηκαν στη Μέση Ανατολή, δεν εννοούμε συγκεκριμένα τον χώρο του Ισραήλ ή τον χώρο των Εβραίων. Οι Εβραίοι έχουν και αυτοί την ιστορία τους. Ξεκινούν κάποια στιγμή από την πόλη Ουρ της Μεσοποταμίας, αλλά δεν είναι ο μοναδικός λαός που μπορεί να δώσει απάντηση στα δεδομένα αυτά», θα πη ο Πρωτοπρεσβύτερος π. Γεώργιος Μεταλληνός εις την προαναφερθείσαν τηλεοπτικήν εκπομπήν.
Εις ερώτησιν δε του γράφοντος γιατί οι Εβραίοι μας λένε ότι ο κόσμος έχει ζωήν 5.759 ετών, απήντησε:
«Κοιτάξτε, στην αρχαία πατερική γραμματεία οι υπολογισμοί που γίνονται βάσει του κειμένου της Μεταφράσεως των Εβδομήκοντα, του ελληνικού, δηλαδή, κειμένου της Παλαιάς Διαθήκης, για την Γέννηση του Χριστού, μας δίνουν το έτος 5508 από κτίσεως κόσμου. Αυτά όμως όλα είναι συμβατικά και όχι επιστημονικά!....».16
΄Oταν αυτά αναφέρονται δια στόματος ενός κοσμαγάπητου Πρωτοπρεσβύτερου, όπως είναι ο πατήρ Γεώργιος Μεταλληνός, θα έλεγα την βιβλικήν φράσιν «τι χρείαν άλλην έχομεν μαρτύρων», δεδομένου ότι εις πολλά σημεία η Γένεσις δημιουργεί πολλούς προβληματισμούς για το πού ακριβώς εγεννήθη ο πρώτος άνθρωπος εις την Γην - προβληματισμοί οι οποίοι, όπως αποδεικνύεται, υπάρχουν και εις την σκέψιν πολλών επιστημόνων.
Ωστόσο, θα πρέπει εδώ να πούμε ότι η μέχρι τούδε έρευνά μας δια την Γένεσιν της Βίβλου κατέληξε εις το ασφαλές συμπέρασμα ότι: πλήθος στοιχείων της Γενέσεως της Παλαιάς Διαθήκης ταυτίζονται με αυτά της Κοσμογονίας τους Ησιόδου και δεν είναι λίγες οι φορές που η Ελληνική Μυθολογία καλύπτει ή και συμπληρώνει την Παλαιάν Διαθήκην. Είναι δύο κομμάτια που συνθέτουν το “παζλ” της ιστορικής αληθείας, της λεγομένης «ανθρωπογενέσεως»!...17
Η δημιουργία της Πανδώρας, ο τρόπος με τον οποίον έγινε η ανθρωπογένεσις με τον Δευκαλίωνα και την Πύρραν, αλλά και το γεγονός ότι η Ελληνική Μυθολογία αναφέρει τον Προμηθέα ως δημιουργόν του ανθρωπίνου γένους, είναι στοιχεία που δεν μπορούμε να τα αγνοήσωμεν, όπως δεν αγνοούμεν και την Γένεσιν της Βίβλου, που είναι ένα αληθινό βιβλίο.
|Και αν σε όλα αυτά αναφέρομε και το γεγονός ότι ο πρώτος άνθρωπος εις την Γην, σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, εγεννήθη εις τον ποταμόν Λάδωνα και όχι εις την Μεσοποταμίαν (ο Πλάτων π.Χ. αναφέρει ότι οι πρώτοι άνθρωποι εγεννήθησαν εις τους βάλτους της Κωπαϊδος, ενώ άλλοι αρχαίοι συγγραφείς μνημονεύουν άλλους ελληνικούς τόπους), η εμμονή ωρισμένων επιστημόνων, είναι κάτι που ειλικρινώς εκπλήσσει τον γράφοντα, Χωρίς επιστημονικές αποδείξεις, υιοθετούν μόνο όσα λέει η Παλαιά Διαθήκη εις το κεφάλαιο της Γενέσεως και όχι, για παράδειγμα, αυτά που ισχυρίζεται η Ελληνική Μυθολογία.
Μου κάνει δε εξαιρετικήν εντύπωσιν το γεγονός ότι ενώ εις την Γένεσιν αγνοείται το όνομα της γυναικός του Παραδείσου 18 (ολίγο προ της Εξώσεως ο Αδάμ δίνει προς την σύζυγόν του το όνομα Ζωή: Γεν. Γ΄, 20), η Ελληνική Μυθολογία το όνομα του ονόματος του πρώτου ανθρώπου το θέτει ευθύς εξ’ αρχής (Δάφνη).
Η Εύα (= Ζωή εις τα εβραϊκά), ως όνομα, εμφανίζεται μετά την Έξωσιν εκ του Παραδείσου 19 και με όλα αυτά, σε συνδυασμόν με το γεγονός ότι άρχισαν ήδη οι αρχαιολογικές έρευνες εις περιοχήν γύρω από τον Λάδωνα ποταμόν, αρχίζω πλέον να κατανοώ γιατί οι μεγάλοι καλλιτέχνες της ανθρωπότητας απεικόνισαν περισσότερο τις μορφές του Απόλλωνος με την Δάφνη, παρά του Αδάμ με την Εύαν…

β) Η ελληνική διείσδυσις εις την Παλαιστίνην. Χωρίς αμφιβολίαν, το «προζύμι» της πολιτιστικής εξελίξεως εις την Παλαιστίνην δεν ήταν άλλο παρά μονάχα το ελληνικό στοιχείο.
Ο Καθηγητής της Ιστορίας της Επιστήμης, Κωνσταντίνος Γεωργακόπουλος, δίνει, ίσως, την πιο συγκλονιστικήν απάντησιν μ’ ένα χάρτην, εις τον οποίον εμφανίζει, κατά την εποχήν του Ι. Χριστού, τουλάχιστον 115 αρχαίες ελληνικές πόλεις που υπήρχαν εις την Παλαιστίνην. Πολλές από αυτές, μάλιστα, υπήρχαν πολύ πριν οι Εβραίοι, εγκατασταθούν εις τα μέρη αυτά μετά την έξοδό τους από την Αίγυπτο. Και δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι, ενώ είχαν την δυνατότητα να κατευθυνθούν μέσα από την ιουδαϊκήν έρημον εις την γην της Χαναάν, για να αποφύγουν τα μέρη αυτά, που ήσαν οι Φιλισταίοι, άλλαξαν πορείαν και εκινήθησαν δεξιόθεν της Νεκράς Θαλάσσης για να καταλήξουν εις τον τόπον που επιθυμούσαν!20
Ποιος, λοιπόν, μπορεί να αγνοήσει την ελληνική διείσδυσιν εις την Παλαιστίνην, τους Λαούς της Θαλάσσης, την προέλευσιν και εκείθεν εγκατάστασιν των Φιλισταίων και τα συγκλονιστικά στοιχεία, που έρχονται καθημερινώς εις το φως της δημοσιότητος για την πολιτιστικήν προσφοράν των Ελλήνων εις τα μέρη που εγεννήθη ο Χριστός;

γ) Η προσδοκία του Αναμενόμενου Μεσσία.Οι προρρήσεις αρχαίων ελληνικών θεοτήτων, οι προφητείες των Αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων, οι διορατικότητες των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, αλλά και των προφητών της Παλαιάς Διαθήκης, δεν μπορούν να αγνοηθούν εις το εν λόγω βιβλίο. Ο ίδιος ο Σωκράτης, κατά την Απολογίαν του, απευθυνόμενος εις τους δικαστές είχε προφητεύσει: «… τον λοιπόν βίον καθεύδοντες διατελοίτε αν, ει μη τινα άλλον ο θεός υμίν επιπέμψειεν κηδόμενος υμών.».21
Οι συγκλονιστικές προφητείες της Σιβύλλης της Κυμαίας, του Σόλωνος, του Αριστοτέλους, του Θουκυδίδου, του Αισχύλου (δια του Προμηθέως), αλλά και πλήθους άλλων Αρχαίων Ελλήνων, για τον Ερχομόν του Κυρίου, δεν μπορούσαν να αγνοηθούν εις το βιβλίο αυτό, την στιγμήν, κατά την οποίαν ούτε η Εκκλησία μας θέλησε να αποσιωπήση το γεγονός αυτό. Τουναντίον μάλιστα!...
Εις την Μονήν Φιλανθρωπηνών της νήσου των Ιωαννίνων, εις τον νότιον εξωνάρθηκα και εις τον νότιον και δυτικόν τοίχον, απεικονίζονται οι Αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι: (κατεστραμμένη μορφή), 22, Πλάτων, Απολλώνιος ο Τυανεύς, Σόλων 23 ο Αθηναίος, Αριστοτέλης, Πλούταρχος, Θουκυδίδης, Χίλων ο Λακεδαιμόνιος.
Το κείμενο που συνοδεύει την τοιχογραφίαν της ως άνω Μονής με τους επτά Έλληνες σοφούς έχει ως εξής: «[ Άνδρες] Έλληνες περί της θείας έναν(θρω)πίσεως Χ(ριστο)ύ του Θ(εο)ύ ημών και περί των Ζ΄ Χρησμών… Επτά φιλόσοφοι εν δόμω τινί/ των Αθηναίων προς αλλήλους συνεδριάσαντες λόγον σοφώτατον και απόρρητον κεκινήκασιν περί της παρουσίας Χ(ριστο)ύ του Θ(εο)ύ ημών Απολλώνιος και Σόλων, Θουκυδ(ίδης), Πλάτ(ων), Πλούταρχος, Αριστοτέλης, Χίλων.».24
Όταν, λοιπόν, η ίδια η Εκκλησία μας όχι μόνο δεν αγνοεί τους Αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους, αναφερόμενη μάλιστα εις τους χρησμούς αυτών, 25 άλλα και τους προβάλλει με τόσο θριαμβικόν τρόπον, όπως, βεβαίως, και τους προφήτες της Βίβλου, είναι δυνατόν να αποστρέψωμεν τους οφθαλμούς μας από ένα τέτοιο συγκλονιστικό κεφάλαιο; Όχι δα…

δ) Ομοιότητες Ελληνισμού - Χριστιανισμού:Ο μονοθεϊσμός των Αρχαίων Ελλήνων, τα ιστορικά γεγονότα, αλλά και τα προχριστιανικά σύμβολα, όπως ο σταυρός, δεν μπορούν να «λάμψουν δια της απουσίας των» εις ένα βιβλίο που έχει σχέσιν με την καταγωγήν, την γλώσσαν και την γραφήν του Ιησού Χριστού και τούτο διότι απετέλεσαν το ελληνικό υπόβαθρο για την επικράτηση του Χριστιανισμού.
Η περί ενιαίας Αρχής του παντός θρησκευτική έννοια («εις και μόνος ούτος θεός» λέει η ορφική θεολογία), η ιστορική καταγραφή από άλλους πανεπιστημιακούς, όπως ο Λεωνίδας Ιω, Φιλιππίδης κ.α., η διαφορά ορφικού και καθαρού μονοθεϊσμού, που αναπτύσσεται εις το βιβλίο αυτό, η ερμηνεία του ονόματος «Ζευς», η ερμηνεία των όρων «Ζευς- Δευς» ή «Ζευς- Φως» κ.λ.π. είναι στοιχεία όχι μόνον φιλολογικής και θεολογικής, αλλά και ιστορικής ερεύνης.
Εκπληκτικές είναι, ασφαλώς, οι ομοιότητες του Ελληνισμού και του Χριστιανισμού. Κι όταν ομιλούμε για ομοιότητες δεν εννοούμε ταυτοσημίες ή ταυτοπροσωπίες. Το αρχαίο ελληνικό Θέατρο και η σημερινή χριστιανική Εκκλησία έχουν καταπληκτικές ομοιότητες όσο αφορά τουλάχιστον ωρισμένα τελετουργικά στοιχεία. Κατά πάσαν πιθανότητα, πολλά λατρευτικά στοιχεία έχουν αλιευθή και μέσα από τα Ελευσίνια Μυστήρια26 ή από άλλα Μυστήρια των Αρχαίων Ελλήνων (Δελφικά κ.λ.π.)
Αλλά δεν είναι μόνον αυτά. Σημαντικά ιστορικά γεγονότα που σηματοδότησαν όχι μόνον την θρησκευτικήν αλλά και την παγκόσμιον ιστορίαν, κατεγράφησαν εις τις «δέλτους» της Βίβλου αλλά και της αρχαίας Ελληνικής ιστορίας. Ο Μέγας Αλέξανδρος, επί παραδείγματι, πόσες φορές αναφέρεται μέσα εις την Παλαιάν Διαθήκην; Πολλές. Κι όμως, ουδείς άλλος ομιλεί, πέραν, ίσως του Μητροπολίτου Ζιχνών και Νευροκοπίου Σπυρίδωνος, που έκανε και ειδικόν χάρτην τον οποίον μνημονεύομεν εις το βιβλίον αυτό, αποδεικνύοντας για μίαν ακόμη φοράν πόσο χρήσιμη είναι η διδασκαλία της Παλαιάς Διαθήκης.
Δεν λησμονούμε, ασφαλώς και τον πρώην υπουργόν Βορείου Ελλάδος κ. Νικ. Μάρτη, ο οποίος συνέγραψε και ειδικό βιβλίο για τον Μέγαν Αλέξανδρον με την ευκαιρίαν του Σκοπιανού ζητήματος ή και κάποιους άλλους, οι οποίοι μετρώνται εις τα δάκτυλα της μιας χειρός. Και ενώ οι πάντες ομιλούν περί του όντως συγκλονιστικού ιστορικού γεγονότος της διαβάσεως της Ερυθράς θαλάσσης υπό του Μωϋσέως, ποιος αλήθεια ομιλεί περί μιας άλλης παρόμοιας διαβάσεως που έγινε από τον Μέγαν Αλέξανδρον, ως θεϊκό σημάδι, εις το ακρωτήριο των «Χελιδονιών» εις την ακτήν της Παμφυλίας, κοντά εις την Αττάλειαν της Μικράς Ασίας, που αναφέρει ο Αρριανός;27
Και ποιος διαφωνεί για το ελληνικό υπόβαθρο του Χριστιανισμού, που τόσο λεπτομερώς περιγράφει σε σχετικό βιβλίο του ο άλλοτε Μητροπολίτης Πισιδίας, Μεθόδιος Φούγιας; 28
Η Μετάφρασις των Εβδομήκοντα (Ο΄), τα προχριστιανικά σύμβολα (σταυρόσχημα ειδώλια, φωτοστέφανα κ.λ.π.) αλλά και τόσα άλλα στοιχεία δεν αποτελούν το υπόβαθρο για να πατήση το πόδι του ο Χριστιανισμός; Αυτός ήταν και ο λόγος που εθεώρησα σκόπιμο να καταχωρίσω αυτούσια τα άρθρα και τα ρεπορτάζ διαφόρων Ελλήνων δημοσιογράφων- ερευνητών μέσα εις το βιβλίο αυτό, πέραν της δημοσιογραφικής δεοντολογίας που επιβάλλει την μη αλλοίωσιν ή παρερμηνείαν των κειμένων των συντακτών: «Από τον Ορφέα ως τον κεχρισμένο», «Θεότητες και άγιοι, ειδωλολάτρες και χριστιανοί», «Ολυμπιάς: Ιέρεια του Διονύσου, Παναγία των Μακεδόνων», «Ο Μέγας Αλέξανδρος πρόδρομος της διαδόσεως του χριστιανισμού», «Η θρησκευτική πολιτική του Μ. Αλεξάνδρου – προλείανσις εδάφους ελεύσεως του Κυρίου», «Καντήλια στην προτομή του θείου Πλάτωνα», «τα χειρόγραφα της Νεκράς Θαλάσσης και το «Τάγμα» των Εσσαίων», ή «Ο Ιερός Ναός της Αγίας Φωτεινής» εις την αρχαίαν Μαντινείαν, ο οποίος, με την ελληνοπρεπεστάτην αγιογράφησιν του προκάλεσε τον διχασμό των κατοίκων της περιοχής, όλα αυτά δεν υποδηλώνουν, παρά μονάχα το γεγονός ότι οι ομοιότητες Ελληνισμού και Χριστιανισμού απετέλεσαν το πνευματικό υπόβαθρο εις το οποίο εστηρίχθη ο Χριστιανισμός για την καθιέρωσιν και διάδοσιν του εις τον ελληνικόν και παγκόσμιον χώρον.

ε) Η ιστορικότης του Ιησού Χριστού. «Εγώ ειμί το φως του κόσμου» 29 , θα πη κάποια στιγμή ο Θεάνθρωπος και μόνος αληθινός Θεός, ο Κύριος μας και Θεός μας, ο Ιησούς Χριστός. Και μόνον αυτή η ρήσις είναι ικανή να δώση αφ’ εαυτής την απάντησιν για την ιστορική οντότητα του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού, για να συνεχίση: «ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήση εν τη σκοτία, άλλ’ έξει το φως της ζωής!».
Επειδή όμως, ζούμε τον αιώνα της αμφισβητήσεως και επειδή ο γράφων επαναλαμβάνει συνεχώς και προς πάσαν κατεύθυνσιν το μήνυμα: «Αμφισβητήσατε την αμφισβήτησιν!... θα ήθελε να τεκμηριώση με στοιχεία την ιστορικότητα του Ιησού Χριστού, μέσα από αυθεντικές εξω-χριστιανικές ή έσω-χριστιανικές μαρτυρίες, οι οποίες κυριολεκτικώς κονιορτοποιούν τις όποιες επιφυλάξεις ή αντιρρήσεις έχουν οι αμφισβητίες της ιστορικότητος του Ιησού Χριστού, πιστεύοντες ότι Αυτός, ιστορικώς, είναι… ανύπαρκτος! Ο Ιησούς Χριστός υπήρξε, υπάρχει και θα υπάρχη!...
Πολλές οι πηγές, τα μνημεία και οι μαρτυρίες περί της ιστορικότητος του Ιησού Χριστού. Μαρτυρίες ιουδαϊκές, μαρτυρίες εθνικών συγγραφέων της αρχαιότητος, μαρτυρίες αιρετικών, μαρτυρίες πολεμίων και εχθρών του Ιησού, μαρτυρίες της Καινής Διαθήκης, μαρτυρίες, μαρτυρίες, μαρτυρίες… Και αν υπάρχουν κάποιοι, ακόμη και Έλληνες, που αμφισβητούν την προσωπικότητα του Ιησού Χριστού (όπως ο Γιάννης Κορδάτος), ασφαλώς και υπάρχει απάντησις, αφού ο ίδιος ο Χριστός είχε πη: «ο φαύλα πράσσων μισεί το φως». 30

στ) Η καταγωγή του Ιησού Χριστού. Δεν τρέφω αυταπάτες. Γνωρίζω ότι όλοι οι αναγνώστες το πρώτο «βλέμμα που θα ρίξουν» θα είναι εις αυτό το κεφάλαιο, που ομιλεί περί της καταγωγής του Ιησού Χριστού.
Τίθεται, όμως, ευθύς εξ’ αρχής ένα ερώτημα: «Κύριε Σακκέτο, ποιος είναι αυτός που αμφισβήτησε την καταγωγήν του Ιησού Χριστού;»
Την απάντησιν δεν θα την δώσει ο Άγγελος Σακκέτος. Την απάντησιν θα την δώση ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός:
Όπως διαβάζωμεν εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον (Κεφ. 22, στίχ. 41-46), κάποιαν στιγμήν, ενώ οι Φαρισαίοι ήσαν συναγμένοι, τους ερώτησε ο Ιησούς λέγοντας: «Τι ιδέαν έχετε περί του Μεσσίου, που θα αναδειχθή και θα χρισθή Τοιούτος από αυτόν τον Θεόν; Τίνος απόγονος είναι; Λέγουν εις Αυτόν ˙ Είναι απόγονος του Δαβίδ. Λέγει εις αυτούς˙ Πώς λοιπόν εμπνεόμενος από το Άγιον πνεύμα τον αποκαλεί Κύριον, όταν λέγη: Είπεν ο Κύριος και Θεός εις τον Κύριον μου Χριστόν˙ Κάθισε επί του θρόνου μου εις τα δεξιά μου, μέχρις ότου θέσω τους εχθρούς σου σαν άλλο υποστήριγμα που θα ακουμπούν και θα πατούν επάνω τα πόδια σου. Αλλ’ οι πάπποι ποτέ δεν καλούν τα εγγόνια και τα τρισέγγονά των κυρίους των. Ούτε στέκει ποτέ οι πρόγονοι να προσφωνούν τους απογόνους των κυρίους. Εάν λοιπόν ο Δαβίδ τον αποκαλεί Κύριον πώς είναι υιός και απόγονός του; Αυτό σημαίνει ότι ο Μεσσίας δεν είναι μόνον υιός του Δαβίδ, αλλά και υιός του Θεού και ως τοιούτος είναι και κύριος του Δαβίδ. Και κανείς δεν ημπόρεσε να Του αποκριθή ούτε λέξιν, ουδέ ετόλμησε κανείς από την ημέραν εκείνην να Τον ερωτήση πλέον.».
Παρά το γεγονός ότι η ως άνω ερμηνευτική απόδοσις του αειμνήστου Καθηγητού Παν. Ν. Τρεμπέλα δεν αποδίδει επακριβώς την φυσιογνωμίαν του κειμένου του Ευαγγελιστού Ματθαίου, εν τούτοις και μόνον απ’ αυτήν την απάντησιν του Ιησού («ει ουν Δαβιδ καλεί αυτόν Κύριον, πως υιός αυτού εστί;) θα μπορούσε να κλείσω εδώ τα σχόλια και τις όποιες παρατηρήσεις μου, δεδομένου ότι ο Ιησούς Χριστός, εμμέσως πλην σαφώς, θέτει ο ίδιος θέμα… καταγωγής Του.
Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι γνωρίζομεν τις θέσεις της επισήμου Εκκλησίας για την καταγωγή του Ιησού (καταχωρούνται άλλως τε εις το βιβλίο μας), θα ήθελα να τεθούν εις πάντα καλόπιστον αναγνώστην και τα ακόλουθα τα ερωτήματα:
• Αφού, τόσον ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, όσον και ο Ευαγγελιστής Λουκάς, δια των γενεαλογικών δέντρων του Ιησού αν μη τι άλλο αποδεικνύουν ότι υπάρχει προβληματισμός στις σχέσεις του Ιησού με τον οίκον του Δαβίδ, προς τι η προσπάθεια ωρισμένων να μας πείσουν ότι ο Ιησούς ήταν απόγονος του Δαβίδ και μάλιστα Ιουδαίος και όχι Γαλιλαίος;33
• Τι έχει να απαντήσει κανείς εις τον Πρωτοπρεσβύτερον πατέρα Γεώργιο Μεταλληνό, ο οποίος εις τηλεοπτικήν εκπομπήν34, του γράφοντος εδήλωσε κατηγορηματικώς ότι: «Ο Χριστός, ως Θεός, δεν είχε καμμία αιματολογική σχέση με το γένος του Δαβίδ, παρά μόνο πνευματική» 35 (Ο π. Γεώργιος Μεταλληνός, δέχεται μόνον ότι κατά την ανθρωπίνην φύσιν Του, από την πλευρά της Μητέρας Του, της Παναγίας, υπάρχει μια τέτοια σχέσις, διότι εκείνη κατήγετο «εξ οίκου Δαβίδ»)
• Προς τι η ανυπαρξία των γονέων της Παναγίας και Παρθένου Μαρίας, της Μητρός του Ιησού, μέσα εις την Καινήν Διαθήκην, την ώρα που οι γονείς του Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου αναφέρονται κατ’ επανάληψιν με τ’ όνομά τους (Ζαχαρίας36 και Ελισάβετ); 37 Γιατί δεν αναφέρονται πουθενά εις την Καινήν Διαθήκην τα ονόματα του Ιωακείμ και της Άννας (γονέων της Παναγίας), παρά μονάχα εις τα λεγόμενα «Απόκρυφα Ευαγγέλια» όπως του Ιακώβου;
• Προς τι η παραποίησις του γενεαλογικού δένδρου της Αειπαρθένου Μαρίας από αιρετικούς, 38 οι οποίοι την θεωρούν θυγατέρα του Ηλί; Μα υιός του Ηλί (υιού του Ματθάν, υιού του Λευί κ.λ.π.) ήταν, κατά τον Λουκάν, 39 ο Ιωσήφ. Δηλαδή, ο Ιωσήφ ποια γυναίκα εμνηστεύθη;
• Λένε ότι ο Ιησούς ήταν Ιουδαίος. Και γιατί τότε τον αποκαλούν «Ναζωραίον» 40 (από την Ναζαρέτ) ή «Γαλιλαίον» 41 (από την περιοχή της Γαλιλαίας); Γνωρίζομεν πολύ καλά ότι ο Ιησούς κατήγετο από την Ναζαρέτ, όπου και η ιδιαιτέρα του πατρίδα, σύμφωνα με τα ίδια τα λόγια του Ιησού. 42
• Γιατί ο Ιησούς Χριστός άρχισε το σωτήριο έργο του από την Γαλιλαίαν, 43 όπου είχε και τους πρώτους μαθητές Του και όχι από την Ιουδαίαν;
• Ο Χριστός, σύμφωνα με έρευνες ιστορικών, ως του Αλεξ, Δρεμπέλα, «ανθρωπολογικώς ήταν Γαλιλαίος ως μη ανήκων εις τινα των δώδεκα φυλών του Ισραήλ». 44 Ωστόσο, εάν δεν ήταν Γαλιλαίος (της εξελληνισθείσης αυτής περιοχής της Παλαιστίνης πολύ πριν εγκατασταθούν εκεί οι Εβραίοι, μετά την έξοδό τους από την Αίγυπτον), γιατί οι Εβραίοι «δια σφαγής και τρομοκρατίας εξισραηλίτισαν το πλείστον των ελληνικών οικογενειών της Γαλιλαίας και πέριξ των πόλεων αυτής, ένθα και η ελληνική Δεκάπολις»;
• Αφού ήταν Ιουδαίος (τον όρο «Εβραίος» ουδέποτε τον εχρησιμοποίησε ο Χριστός, ωστόσο, όμως, θρησκευτικώς ήτο ισραηλίτης και εσέβετο τους Νόμους και τους Προφήτας), γιατί κατεφέρθη εναντίον των Ιουδαίων εις το θέμα της περιτομής; («Μωϋσής δέδωκε υμίν την περιτομήν, ουχ ότι εκ του Μωϋσέως εστίν, αλλ’ εκ των πατέρων, και εν Σαββάτω περιτέμνετε άνθρωπον.»); 45
• Προς τι η «ανάγκη» του Ιησού να «απολογείται» εις τους Ιουδαίους και πολλάκις να τους προκαλή με την ερώτησιν «πόθεν ειμί»; 46
• Προς τι ο προβληματισμός των Φαρισαίων που ανέμεναν τον Μεσσίαν εκ του σπέρματος του Δαβίδ και όχι εκ της Γαλιλαίας, απ’ όπου κατήγετο ο Ιησούς, με αποτέλεσμα να διχασθούν οι απόψεις τους για τον Χριστό; ( «Άλλοι έλεγον ούτός εστίν ο Χριστός άλλοι έλεγον μη γάρ εκ της Γαλιλαίας ο Χριστός έρχεται; Ουχί η γραφή είπεν ότι εκ του σπέρματος Δαυβίδ και από Βηθλέμ της κώμης , όπου ην Δαβίδ, ο Χριστός έρχεται; Σχίσμα ουν εν τω όχλω εγένετο δι’ αυτόν») 48
• Προς τι ο διαχωρισμός της θέσεως του Ιησού, «Ιουδαίου» όντως, από τους Νόμους των «πατέρων»; Ουδέποτε εχρησιμοποίησε την φράσιν «εν τω νόμω δε τω ημετέρω» αλλά πάντοτε έλεγε την φράσιν «εν τω νόμω δε τω υμετέρω» 49 .
• Προς τι η συχνή ερώτησις των Φαρισαίων για τον πατέρα του Ιησού («που έστιν ο πατήρ σου;» 50 ) και η «ανάγκη» του Χριστού να απολογήται ή και να «προκαλή» με την απάντησιν «ούτε εμέ οίδατε ούτε τον πατέρα μου» 51 ;
• Τι έκανε πολλούς συγγραφείς να πιστεύουν ότι η Ναζαρέτ ήταν ελληνική, ώστε (όπως έγραψε ο αείμνηστος Διονύσιος Γ. Χιώνης) πολλοί Εβραίοι μελετητές «να πιστεύουν ότι ο Χριστός περισσότερο μπορεί να ήταν Έλληνας παρά Εβραίος»; 52
Αξίζει εδώ να αναφέρωμεν ότι: Εις το διήμερο συνέδριο της Παγκοσμίου Κινήσεως Ελληνοφώνων Γυναικών, που έγινε εις το Ζάππειο Μέγαρο53 κατά την Κυριακήν 28 Φεβρουαρίου και Δευτέραν 1 Μαρτίου 1999, ο Πανεπιστημιακός Καθηγητής της Θεολογίας κος Λουκάς Φίλης, απευθυνόμενος εις τον γράφοντα ετόνισε ότι η Ναζαρετ ήταν ελληνική πόλις και ότι οι πάντες εκεί ωμιλούσαν την ελληνικήν γλώσσαν! Υπάρχει άλλως τε το βιβλίο του: «Η «ΚΟΙΝΗ» ΩΣ ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ 27 ΒΙΒΛΙΩΝ ΤΗΣ Κ.Δ.», Αθήνα 1993, σελ. 97-107, όπου μπορεί κανείς να βρη τα στοιχεία.
• Η Δίκη του Ιησού και η συνεχής προσπάθεια των εξεταστών Του (Άννας, Καϊάφας, Πιλάτος, Ηρώδης) προς εξακρίβωσιν της ταυτότητός Του, εις τι απέβλεπε άραγε;
• Η Σταύρωσις του Κυρίου (που ήταν ένα πανάρχαιο ελληνικό έθιμο), αλλά και η ελληνική επιγραφή επί του Τιμίου Σταυρού τι ήθελαν – άραγε - να «αποκρυπτογραφήσουν»;
• Πολλά και ποικίλα τα ερωτήματα… Κι ακόμη περισσότερο οι υπαινιγμοί και τα υπονοούμενα του Ιησού, όπως εκείνο το περίφημο: «αρθήσεται αφ’ υμών (των Ιουδαίων) η βασιλεία του Θεού και δοθήσεται έθνει ποιούντι τους καρπούς αυτής.» 54.
Ποιο έθνος να εννοούσε άραγε ο Χριστός; Μήπως – άραγε - το ελληνικό;

ζ) Mιλούσε ο Χριστός ελληνικά;«Ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο Υιός του ανθρώπου» 55 , είχε πη ο Χριστός αντικρίζοντας τους Έλληνες. Και ποιος δεν γνωρίζει αυτήν την φράσιν «βγαλμένη μέσα από το στόμα» του ιδίου του Υιού του Θεού; Ήταν τότε που μερικοί προσήλυτοι Έλληνες, από εκείνους που συνήθως ανέβαιναν εις τα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσουν κατά την εορτή του Πάσχα, επλησίασαν ένα μαθητήν, τον Φίλιππον, που ήταν από την Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας και τον παρεκάλεσαν λέγοντας: «Κύριε, θέλομεν να ίδωμεν ιδιαιτέρως τον Ιησούν και να συνομιλήσωμεν μετ’ Αυτού». Επειδή δε ο Φίλιππος εδίσταζε να αναγγείλη τούτο εις τον Διδάσκαλον, ήλθε και ανακοίνωσε αυτό εις τον συμπολίτην και συμμαθητήν του, τον Ανδρέα. Και πάλιν ο Ανδρέας και ο Φίλιππος λένε εις τον Ιησούν ότι οι Έλληνες προσήλυτοι θέλουν να Τον ιδούν προσωπικώς. Ο Ιησούς δε απεκρίθη προς αυτούς και είπε: «Ηλθε η ώρα που θα δοξασθή ο Υιός του ανθρώπου», εννοώντας ασφαλώς το γεγονός ότι το κήρυγμά Του, μέσω της ελληνικής γλώσσης, θα διαδοθή προς πάσαν την Οικουμένην!...
Ωμιλούσε, λοιπόν, ο Χριστός ελληνικά; Πλήθος καθηγητών Πανεπιστημίου, όχι μόνο υποστηρίζουν ότι ο Χριστός ωμιλούσε ελληνικά, αλλά πως αγαπούσε ιδιαιτέρως τους Έλληνες.
Και μόνον το γεγονός ότι τα Ευαγγέλια εγράφησαν εις την ελληνικήν γλώσσαν θα μας αρκούσε ως επιχείρημα.
Ωστόσο, ο Καθηγητής της Εισαγωγής και Ερμηνείας της Καινής Διαθήκης του Πανεπιστημίου Αθηνών, Βασίλειος Χ. Ιωαννίδης, εις το έργο του: «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΑΙΝΗΝ ΔΙΑΘΗΚΗΝ» (Αθήναι 1960), υποστηρίζει ότι όχι μόνο τα Ευαγγέλια της Καινής Διαθήκης εγράφησαν απ’ αρχής εις την ελληνικήν, εις την οποίαν και εκηρύχθη ο λόγος του Θεού (!), αλλά πως «ουδόλως αποκλείεται η πιθανότης να έγινε η επί του Όρους Ομιλία εις την Ελληνικήν»! Ακόμη και ο διάλογος μετά του Πιλάτου και η δίκη του Ιησού διεξήχθησαν ασφαλώς εις την ελληνικήν, «διότι εκ των εν τοις ιεροίς ευαγγελίοις ιστορούμενων δεν διαφαίνεται η χρήσις διερμηνέως.»!
Ο άλλος μεγάλος Καθηγητής της Ιστορίας των Θρησκευμάτων της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Λεωνίδας Ιω. Φιλιππίδης, εις το έργο του: «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗς ΕΠΟΧΗΣ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΕΞ ΑΠΟΨΕΩΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΚΑΙ ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑΚΗΣ» (Αθήνα 1958) υποστηρίζει ότι: «Ο Καίσαρ ευρίσκει ελληνικήν γραφήν και γλώσσαν». Και πιο κάτω: «άρα και εν Παλαιστίνη ήτο η ελληνική». Εις την σελίδα 539 του εν λόγω βιβλίου του υποστηρίζει, πέραν των άλλων ότι: «Ο Πιλάτος εγνώριζε την ελληνικήν, ήτις ήτο τότε η κρατούσα εν τη οικουμένη γλώσσα, της λατινικής περιοριζόμενης μόνον εν τω στρατώ, 56 αλλ’ η μετά των αραμαϊστί λαλούντων Εβραίων χρησιμοποίησις υπ’ αυτού της ελληνικής είναι απίθανον μόνον κατά τον εν τω εσωτερικώ του Πραιτωρίου διάλογον του Πιλάτου μετά του Ιησού, 57 όστις εν τη παγγνωσία αυτού εγνώριζε και ηδύνατο λαλείν πάσαν γλώσσαν και την ελληνικήν άρα, δεν αποκλείεται η χρησιμοποίησις της ελληνικής ή της λατινικής υπ’ αμφοτέρων.»
Αλλά και άλλοι διακεκριμένοι Καθηγητές Πανεπιστημίου, ακαδημαϊκοί, επιστήμονες και άλλοι ιστορικοί ερευνητές, όπως επί παραδείγματι, ο Μιχαήλ Στασινόπουλος, ο Παναγιώτης Μπρατσιώτης, ο Ιάκωβος (Γεώργιος) Πηλίλης, Επίσκοπος Κατάνης, ο Μάρκος Σιώτης («η γνώσις της Ελληνικής γλώσσης υπό του Ιησού Χριστού πρέπει να θεωρηθεί ως απολύτως βέβαια») και τόσοι άλλοι διανοούμενοι υποστηρίζουν, με συγκλονιστικά στοιχεία ότι ο Ιησούς Χριστός μιλούσε την ελληνικήν γλώσσαν. Μάλιστα, ο Λουκάς Φίλης, εις το έργο του περί της γλώσσης του Ιησού Χριστού γράφει: «Αδιάσειστα ιστορικά ντοκουμέντα πείθουν, πως η μητρική γλώσσα όλων των κατοίκων της Γαλιλαίας, κατά την εποχή του Χριστού ήταν η Κοινή Ελληνική διάλεκτος. Επομένως και ο Ιησούς Χριστός μιλούσε την Ελληνική, την οποία χρησιμοποιούσε στις καθημερινές Του σχέσεις και εμφανίσεις και επικοινωνίες!».
Πλήθος άλλων διακεκριμένων προσωπικοτήτων (Ελλήνων και ξένων) βεβαιώνουν με τον καλύτερο δυνατόν τρόπον, που δεν είναι άλλος από τον επιστημονικόν, ότι ο Ιησούς όχι μόνο εγνώριζε, αλλά και μιλούσε την ελληνικήν γλώσσαν.
Άλλως τε και οι τελευταίες λέξεις του Ιησού Χριστού επί του Σταυρού ελληνικές ήσαν:
-Διψώ!
-Τετέλεσται!...

η) Έγραφε ο Χριστός ελληνικά; Δεν μπορούμε (και δεν έχομεν το δικαίωμα) να αρνηθώμεν το γεγονός ότι, ως Παντογνώστης, ο Ιησούς Χριστός όχι μόνον εγνώριζε, αλλά και έγραφε ελληνικά. Είναι γνωστή άλλως τε η συζήτησις διδασκάλου του Ιησού, ο οποίος, σύμφωνα με τ’ Απόκρυφα Ευαγγέλια, Τον εδίδασκε ελληνικά και όχι εβραϊκά.
Η επιστολή του Ιησού Χριστού προς τον ΄Αγβαρον, που αναφέρει ο Ευσέβιος Καισαρείας58 εις το κεφάλαιον «Ιστορία περί του των Εδεσσηνών δυνάστου» οι συγκλονιστικές αναφορές πολλών ιστορικών και χρονικογράφων (όπως του Labubna, του Κων/νου Πορφυρογέννητου και τόσων άλλων) αλλά, κυρίως τα βιβλία της κ. Ειρήνης Οικονομίδου και της Μαγδαληνής Μοναχής με τον αυτόν τίτλον ("Το Άγιον Μανδήλιον"), παράλληλα με τα καταπληκτικά αρχαιολογικά ευρήματα εις τους Φιλίππους της Μακεδονίας και ιδίως εις την «Πύλην της Νεαπόλεως» με το κείμενο και των δύο επιστολών, του Χριστού και του Αγβάρου (ή Αβγάρου, όπως συνήθως λέγεται), δεν αφήνουν πλέον καμμίαν αμφιβολίαν ότι ο Χριστός όχι μόνο εγνώριζε, όχι μόνον μιλούσε, αλλά και (ως παντογνώστης τουλάχιστον) έγραφε ελληνικά.

Τελειώνοντας την Εισαγωγήν μου θα ήθελα να σημειώσω τα εξής:
Είναι γνωστόν ότι η Αλήθεια χωρίς την έρευνα της Αλήθειας, είναι η μισή Αλήθεια. Ωστόσο:
α) Ζητώ εκ των προτέρων συγγνώμη από τους καλόπιστους ιερωμένους, θεολόγους και τους πάσης φύσεως αναγνώστες του βιβλίου αυτού για τα όποια αθέλητα λάθη ή τις όποιες παραλείψεις μου. Δεν είμαι σοφός. Δεν είμαι παντογνώστης. Και ως μη θεολόγος πιστεύω ότι οι άγιοι ιερωμένοι θα μου συγχωρήσουν τις όποιες θεολογικές ή δογματικές παρερμηνείες, μιας και το έργο είναι ιστορικό και όχι θεολογικό. Ελπίζω εις την καλόπιστον κριτικήν και οι όποιες παρατηρήσεις των αναγνωστών θα αποτελέσουν δι’ εμέ «χρυσούν κανόνα» για την νέαν έκδοσιν του βιβ