Ιησούς Χριστός: Ελληνισμός-Χριστιανισμός (16)

Κωδικός Πόρου: 00285-112307-190
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 19/04/11 17:14
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Εκδόσεις Βιβλίων, 00285-112307-190




Περιγραφή:

Ιησούς Χριστός: Ελληνισμός-Χριστιανισμός (16)

Διαβάστε τη συνέχεια και το τέλος του κεφαλαίου: «Η Προσδοκία του Αναμενόμενου Μεσσία», του βιβλίου μας: «Ιησούς Χριστός: Ελληνισμός-Χριστιανισμός», όπου μιλάμε για τις μεγάλες προρρήσεις περί Ιησού Χριστού μέσα από τη Βίβλο! Και όχι μόνο!..


Απεικόνιση του Ιησού από οικογενειακή σαρκοφάγο του 5ου αιώνα μ.Χ. (Αρχαιολογικό Μουσείο Κωνσταντινούπολης)


ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΔΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΣΙΝ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Πιστεύωμεν ότι θα αφήναμε ένα μεγάλο κενό εάν ομιλούσαμε για προρρήσεις Αρχαίων Ελλήνων θεών και Αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, περί του Αναμενομένου Μεσσίου, και αγνοούσαμε τις προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης περί της Ελεύσεως του Θεανθρώπου.
Και τούτο όταν είναι γνωστό ότι ο Θεός επί τόσους αιώνες δεν έκανε τίποτα άλλο από το να εργάζεται για την προαπεικόνισιν δια των Προφητών της φυσιογνωμίας του Μεσσίου, τον οποίο έμελλε να αποστείλει εις τον κόσμον.
Είναι δε τόσο καταπληκτικές οι προφητείες, ώστε με την επαλήθευσίν τους να πει ο Πασκάλ ότι είναι ένα μόνιμο θαύμα από της ιδρύσεως του Χριστιανισμού μέχρι της συντελείας των αιώνων!
Σε γενικές γραμμές, λοιπόν, παραθέτομεν αμέσως την δια των προφητών αποκάλυψιν της περί του Ιησού Χριστού προφητείας:
1. «Θα γεννηθή εν Βηθλεέμ της Ιουδαίας» (Μιχαίας ε΄ 1 ) 740 π.Χ.
2. «Θα γεννηθή εκ Παρθένου» (Ησα. ζ΄ 14), 750 π.Χ.
3. «Θα ονομασθή Ισχυρός Θεός» (Ησα. θ΄ 6)
4. «Η έλευσίς Του θα είναι η έλευσις του Θεού εν μέσω των ανθρώπων, Εμμανουήλ» (Ησαϊας. ζ΄ 14).
5. «Θα γεννηθή 483 έτη, ήτοι 69 επτάδας ετών, από της εκδόσεως του Διατάγματος περί ανοικοδομήσεως της Ιερουσαλήμ, μετά την καταστροφήν της υπό του Ναβουχοδονόσορος» (Δαν. Θ΄ 25) 588 π.Χ.
6. «Θα έλθη προ της καταστροφής του ανοικοδομηθέντος ναού εν Ιερουσαλήμ» (Αγγ. β΄7-9), 536 π.Χ.
7. «Θα λατρευθή από βασιλείς οίτινες θα έλθουν απ’ Ανατολών» (Ψαλμ. οβ΄10-11), 1050 π.Χ.
8. «Θα φύγη εις Αίγυπτον, οπόθεν ο Θεός θέλει μετακαλέσει Αυτόν» (Ωσηέ ια΄ 1) 810 π.Χ.
9. «Θα προηγηθή της δημοσίας δράσεώς Του είς Πρόδρομος» (Ησ. μ΄ 3)
10. «Θα αρχίση το κήρυγμά Του εντός των ορίων των φυλών Ζαβουλών και Νεφθαλείμ» (Ησ. η΄23,2)
11. «Θα απευθυνθή κυρίως προς τους ταπεινούς, τους συντετριμμένους την καρδίαν και τους πενθούντας» (Ησ. ξα΄1)
12. «Το κήρυγμά Του θα συνοδεύεται με έκτακτα σημεία θεραπείας τυφλών, χωλών, κωφών, ασθενών» (Ησ. λε΄5 )
13. «Θα εισέλθη εις Ιερουσαλήμ θριαμβευτικώς καθήμενος επί πώλου όνου» (Ζαχ. θ΄ 9) 520 π.Χ.
14. «Θα γίνει αντικείμενον αδίκου μίσους εκ μέρους του λαού Του» (Ψαλμ. ξθ΄4)
15. «Θα προδοθή υπό προσώπου οικείου Του» (Ψαλμ. νε΄12).
16. «Θα πωληθή αντί τριάκοντα αργυρίων, με τα οποία θα αγορασθή αγρός από ένα κεραμέα» (Ζαχ. ια΄12, 13).
17. «Οι άλλοι φίλοι Του θα εγκαταλείψουν Αυτόν» (Ψαλμ. λη΄11)
18. «Θα υποστή εξευτελισμούς και παθήματα ως ο έσχατος των ανθρώπων, άνθρωπος θλίψεων, ως σκώληξ της γης» (Ησ. νγ΄ 6)
19. «Θα ραπίσωσι Αυτόν» (Ησα. νγ΄ 6)
20. «Θα οδηγηθεί ως πρόβατον επί σφαγήν χωρίς να εκστομίση παράπονο» (Ησ. νγ΄ 7)
21. «Θα τρυπήσωσιν τους πόδας Του και τας χείρας Του, μεταξύ δύο κακούργων» (Ψαλμ. κβ΄ 16), (Ησ. νγ΄ 12)
22. «Θα υποφέρη δίψαν εις την οποίαν θα ποτίσουν Αυτόν όξος μετά χολής» (Ψαλμ. ξθ΄ 22)
23. «Οι εχθροί Του θα περιστοιχίζουν Αυτόν, θα χλευάζουν αυτόν και θα διαμοιρασθούν τα ενδύματά του˙ δια τον χιτώνα Του όμως θα ρίψουν κλήρον» (Ψαλμ. κβ΄18)
24. «Θα εκφράση αγωνίαν δια την από Θεού εγκατάλειψίν Του» (Ψαλμ. κβ΄ 1) και θα αποθάνη (Δαν. Θ΄ 26α) 588 π.Χ.
25. «Ο θάνατος όμως εκείνος θα είναι απολυτρωτικός˙ διότι ο Χριστός θα αποθάνη δια τας αμαρτίας του κόσμου (Ησ. νγ΄ 3-6) και η θυσία Του θα αντικαταστήση όλας τας θυσίας της Παλαιάς Διαθήκης, τας οποίας απορρίπτει του λοιπού ο Θεός» (Μαλ. α΄10,11), 445 π.Χ.
26. «Εξάλλου ο Χριστός δια των παθημάτων Αυτού θα αποκτήση δόξαν αιώνιαν˙ ο υπό των Ιουδαίων απορριφθείς λίθος, θα γίνη λίθος ακρογωνιαίος, του νέου θρησκευτικού οικοδομήματος» (Ησ. θ΄7, κη΄ 16, Ψαλμ. ριη΄ 22).
27. «Η ανύψωσίς Του αυτή θα γίνει μετά την Ανάστασιν Αυτού εκ των νεκρών (Ψαλμ. 15΄ 8, Ψαλμ. ξη΄ 18) και ο τάφος Αυτού θα δοξασθή δια της Αναστάσεως Αυτού» (Ησ. νγ΄ 9)
28. «Ο Χριστός θα είναι μεσίτης νέας Διαθήκης (Ιερ. λα΄ 31-33, 97 π.Χ.) κατά την οποίαν θα παρέχεται άφεσις αμαρτιών και έκχυσις Πνεύματος Αγίου (Ζαχ. ιγ΄ 1, Ιωήλ γ΄ 850 π.Χ.)
29. «Οι εθνικοί λαοί θα επιστραφώσιν τελικώς εις Αυτόν» (Ζαχ. β΄ 11), 520 π.Χ., (Ησ. μθ΄ 7).
30. «Θα γίνη Κύριος αυτών, Ποιμήν αυτών και θα απαρτίση εν ταις εσχάταις ημέραις Βασιλείαν εκ παντός λαού και φυλής και έθνους και γλώσσης, Βασιλείαν ήτις ουδέποτε θ’ ανατραπή» (Μιχ. δ΄ 1-16., Δαν. ζ΄ 13-14).

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Ιαμβλίχου , Περί του Πυθαγορείου βίου 6, 30
2. Ιαμβλίχου , Περί του Πυθαγορείου βίου 6, 31.
3. Ιαμβλίχου , Περί του Πυθαγορείου βίου 27,31
4. Ευριπίδου, Βάκχαι, 4 εξ
5. Ευριπίδου, Βάκχαι, 4 εξ
6. Ψ΄ Καλλισθένης 2 ,14 : παρά Caralus Clemen, Fontes historicae Religionis Persicae (Iστορικές πηγές των Περσικών Θρησκειών, Bonnae 1920, σελ. 71).
7. Πράξ. 14, 8- 18, Πρβλ. 28, 6 – τέλος.
8. Λεων. Ιω. Φιλιππίδου: «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΕΞ ΑΠΟΨΕΩΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΚΑΙ ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑΚΗΣ», Αθήναι, 1958, σελ. 789.
9. Ο όρος αυτός ασφαλώς δεν έχει την πονηράν σημασίαν που αποδίδουν σήμερον οι νέοι, αλλά του ευπλάστου, κατά την γνώμην ανδρός.
10. Πλάτωνος, Απολογία Σωκράτους 18 (31Α ).
11. Η κατά την σταύρωσιν αναστάτωσις της κυκλοφορίας του αίματος εν συνδυασμώ προς την μη φυσιολογικήν στάσιν του σώματος και τους φρικτούς καθ’ όλον το σώμα πόνους συνεπήγετο, συν άλλοις και την υπέρμετρον και επώδυνον φλόγωσιν των οφθαλμών! (΄Ίδε βιβλίο Λεων. Ιω. Φιλιππίδη, σημειώσεις υπ’ αρ. 8 σελ. 791).
12. Πλάτωνος, Πολιτεία Β΄, IV-V (361 C-362 A).
13. Κλήμεντος Αλεξανδρέως. Στρωματείς. 5,14 εν Mine ΕΠ. 9.164 Β.
14. Σίβυλλα η Ερυθραία: Το όνομά της κατά πάσαν πιθανότητα ελήφθη από την πόλιν Ερυθραί, που ήταν μία από τις 12 ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας. Η πόλις αυτή εκτίσθη, κατά την παράδοσιν , από τους Κρήτες, αποβιβασθέντες εκεί με αρχηγόν τον Ερυθρόν, του οποίου το όνομα εφέρετο και επί νομισμάτων, ως Ερυθρός Κτίστης.
Κατά μίαν άλλην εκδοχήν η ως άνω πόλις ήταν αποικία των Ερυθρών της Βοιωτίας. Η πόλις αυτή είχε γνωρίσει μεγάλην ακμήν, για να ακρωτηριασθή εδαφικώς, μετά από ένα μέγαν πόλεμον με την Μίλητον.
Ερείπια των Ερυθρών διεσώθηκαν παρά την νεωτέραν κωμόπολιν Λυθρί, της οποίας το όνομα είναι παραφθορά του αρχαίου ονόματος. Μεταξύ άλλων υπάρχει μέγας ναός του Ηρακλέους (Ηράκλειον) ο οποίος περιέκλειεν άγαλμα του τιμωμένου ήρωα και προστάτου της πόλεως. Υπάρχουν ομοίως ερείπια ναών της Αθηνάς και της Αφροδίτης, ο πρώτος των οποίων περιέκλειε ξόανο της θεάς καθημένης επί θρόνου. Εις καλυτέραν κατάστασιν διατηρούνται το θέατρο και ένα τμήμα υδραγωγείου. Ανευρέθησαν, επίσης, πολλά και αρχαιότατα νομίσματα, τα οποία εις συνδυασμόν και με πολυάριθμες περιγραφές, δίνουν μιαν εικόνα της ακμής της άλλοτε μεγάλης πόλεως.
Κατά την παράδοσιν, λοιπόν, εντός ενός σπηλαίου, κοντά εις τις Ερυθρές, είχε γεννηθή η μάντις Ερωφίλη (η Ηροφίλη), που θεωρείται μια από τις αρχαιότερες Σίβυλλες.
Το όνομα «Ερυθραί» το έφεραν και άλλες πόλεις της αρχαιότητος, κυριώτερες των οποίων ήταν:
α) Μια πολίχνη της Βοιωτίας, κτισθείσα, κατά την παράδοσιν υπό του Ερύθρα, υιού του Λεύκωνος και εγγονού του Αθάμαντος. Έκειτο παρά τους πρόποδας του Κιθαιρώνος και πλησίον των Υσίων, είναι δε γνωστή κυρίως από την μάχην των Πλαταιών, η πρώτη φάσις της οποίας εξελίχθη πλησίον των Ερυθρών. Η πολίχνη αυτή, την οποίαν όταν επεσκέφθη ο Παυσανίας την βρήκε ερειπωμένην, ευρίσκεται πλησίον του σημερινού Κριεκουκίου, που επισήμως φέρει την ονομασίαν Ερυθραί, έχει την δική της ιστορίαν. Οι Βοιωτικές Ερυθρές, μνημονευόμενες και υπό του Ομήρου, εθεωρούντο ως μητρόπολις των ιωνικών πόλεων.
β) Μία παράλιος αρχαία πολίχνη των Οζαλών Λοκρών, μνημονευομένη κατά τον μεταξύ του Φιλίππου του Ε΄ της ς και των Αιτωλών πόλεμον, ως ανήκουσα εις τους τελευταίους.
γ) Ερυθραί ωνομάζοντο, επίσης, άλλοτε η Πάφος της Κύπρου, μία πολίχνη της Λιβύης και άλλες πόλεις.
Ανατρέχοντας τώρα εις το όνομα «Σίβυλλα» εις τα διάφορα ιστορικά κείμενα και τα λεγόμενα «σιβύλλεια βιβλία» έχομεν να παρατηρήσωμεν τα εξής:
α) «Σίβυλλαι» ωνομάζοντο ορισμένες γυναίκες της αρχαιότητος, οι οποίες είχαν την υποτιθεμένην «θείαν έμπνευσιν». Το όνομά τους το έδωσαν οι Έλληνες.
β) Ως προς τον αριθμό των Σιβυλλών και τον τόπον γεννήσεώς τους, οι Αρχαίοι Έλληνες και Λατίνοι συγγραφείς διαφωνούν. Κατά τους σχετικούς αρχαίους θρύλους υπήρξαν 12 Σίβυλλαι. Περισσότερο γνωστές ήταν η Ιδαία, η Σαμία, η Ερυθραία, η Δελφική και η Κυμαία.
γ) Το βέβαιον είναι ότι ούτε ο Όμηρος, ούτε ο Ηρόδοτος αναφέρουν κάτι περί των Σιβυλλών.
δ) Ο Ηράκλειτος (535- 475 π.Χ.) ένας εκ των μεγαλυτέρων φιλοσόφων της ελληνικής αρχαιότητος, ο οποίος προηγήθη του Ηροδότου, κάνει αναφοράν εις μίαν Σίβυλλαν. (Συγκεκριμένως: «στην Σίβυλλα την Ερυθραία… Η Σίβυλλα προμαντεύει δια της δυνάμεως των θεών γεγονότα χιλίων ετών…» Απόσπασμα αρ. 92).
ε) Ο μέγας κωμωδιογράφος της αρχαιότητος Αριστοφάνης, ο θείος Πλάτων και ο συγγραφεύς του βιβλίου: Θαυμαστές Ιστορίες, το οποίο κατά την αρχαιότητα απεδίδετο εις τον Αριστοτέλη, φαίνεται ότι εγνώριζαν μόνο μίαν Σίβυλλαν η οποία όπως συμπεραίνουμε, ήταν Ελληνίδα (προφανώς η Σίβυλλα εκ της Κύμης της Ευβοίας, ίσως και της Κάτω Ιταλίας, περιοχής αποικισθείσης υπό Ελλήνων).
στ) Ο Ουάρρων απαριθμεί δέκα Σίβυλλες από διάφορους χώρας, μεταξύ των οποίων, η Φρυγία, η Λιβυή, η Τιβουρτίνη κ.α. Οι ως άνω Σίβυλλες κατά τον Παυσανίαν, ζούσαν εις διαφόρους εποχάς, ο ίδιος δε εθεωρούσε ως αρχαιοτέραν την Λυβικήν.
ζ) Την Σίβυλλαν την Ερυθραίαν οι Αρχαίοι Έλληνες την ανάγουν εις την εποχήν του Τρωϊκού πολέμου!
η) Η Σίβυλλα της Ιταλίας ήταν η διασημοτέρα όλων. Ο Ουάρρων διηγείται ότι αυτή η Σίβυλλα μεταβαίνοντας εις την Ρώμην επώλησε εις τον Ταρκύνιον Πρίσκον τα βιβλία της, τα οποία ανέφεραν αρχαιότατους χρησμούς και προφητείες, αντί υπερόγκου χρηματικού ποσού.
θ) Εις την Ελλάδα ως πατέρας της Σιβύλλης φέρεται ο Απόλλων (ή και ο Τειρεσίας), ενώ μητέρα της ήταν η Λαμία (θυγατέρα του Ποσειδώνος, που εγέννησε εκ του Διός την Σίβυλλαν την Ιεροφίλην).΄
Η πίστης και η μεγάλη αφοσίωσις που έτρεφαν εις την Σίβυλλαν οι Αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι ήταν τόσο μεγάλη, ώστε να την συμβουλεύονται ακόμη και εις τους πιο σοβαρούς κινδύνους που απειλούσαν την πολιτείαν. (Μια ειδική δεκαπενταμελής επιτροπή συνεβουλεύετο τα βιβλία της για να εύρη τα μέσα, τα οποία θα απεμάκρυναν τον κίνδυνον, καθώς και τις προσφορές, όπως και τις θυσίες, που έπρεπε να γίνουν για να εξευμενίσουν την οργισμένη θεότητα!).
ι) Τα βιβλία της Σιβύλλης ήσαν γραμμένα εις ελληνικούς εξαμέτρους στίχους! (Δύο Έλληνες διερμηνείς εχρησιμοποιούντο για την μετάφρασιν των ελληνικών στίχων).
ια) Η Χριστιανική Τέχνη, στηριζόμενη εις το γεγονός ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας είχαν ερμηνεύσει προφητείες της Σιβύλλης ως αναφερόμενες εις την Έλευσιν του Ιησού Χριστού επί της Γης, περιέλαβε τις προφητείες αυτές εις τον κύκλον των θεμάτων που χρησιμοποιεί. Καλό είναι να θυμηθώμεν τις αφθάστου κάλλους και υψίστης δημιουργικής τέχνης εικονογραφήσεις, όπως είναι οι 5 Σίβυλλες του Μιχαήλ Άγγελου εις το Σίξτειο παρεκκλήσιο (Καπέλα Σιξτίνα του Βατικανού) και οι 4 του Ραφαήλ εις τον ναόν της Παναγίας της Ειρήνης εις την Ρώμην.
Εις το σημείο αυτό θα πρέπει να καταγράψωμεν την άποψιν που εξέφρασε ο εκ Κύμης Ευβοίας καταγόμενος πατήρ Σωσθένης, ηγούμενος της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως Σωτήρος Κύμης, όστις αργότερον μετέβη εις τον Ωρωπόν, όπου εμόνασε και απεβίωσε. Σύμφωνα λοιπόν με τον πατέρα Σωσθένη μερικές προφητείες του Αμώς και του Ιωήλ αποδίδονται εις την Σίβυλλαν την Κυμαίαν!
Την ως άνω πληροφορίαν διασώζουν πολλοί Αγιορείτες Πατέρες και χάριν της ιστορίας θα ήθελα να πω ότι προσωπικώς έλαβα γνώσιν επί του θέματος τούτου από την γνωστήν Ελληνίδα φιλόλογον και ιστορικόν – ερευνήτριαν Πόπη (Καλλιόπη) Μπούνια – Πασπαλιάρη η οποία μου υπέδειξε και τα συγκεκριμένα χωρία των προφητειών που είναι τα ακόλουθα:
«…Ιδού ημέραι έρχονται εφ’ υμάς και λήψονται υμάς εν όπλοις, και τους μεθ’ υμών εις λέβητας υποκαιομένους εμβαλούσιν έμπυροι λοιμοί… (αθρόοι γενόμενοι εν πάσαις ταις πόλεις και ένδεια άρτων και πνεύματος εν πάσι τοις τόποις ανθρώπων. ΄Ηχοι δε από πόλεων εις πόλιν θέλουσι προμηνύσει τέλος αιώνων και υετοί απομακρυνθήσονται και δίψα καταλάβει πάντα τον κόσμον)».
Η ως άνω προφητεία του Αμώς αποδίδεται εις την Σίβυλλαν την Κυμαίαν, η οποία ανέφερε τον χρησμόν αυτόν. Ο Αμώς, όπως διαπιστώνεται, ετροποποίησε τον χρησμόν και έκανε δικήν του προφητείαν (Κεφάλαιο Δ, 2-8).
«΄Εθετο την άμπελόν μου εις αφανισμόν και τας σύκας μου εις συγκλασμόν… (Θρηνώ ως νύμφη περιεζωσμένη παρθενία τε και οδύνην. Ότι άνθρωπος θέλει τεταλαιπωρήσει τα πεδίου Κυρίου. Και αύθις πενθήσεται η γη ότι ολίγος ο σίτος, ξηραινόμενος ο οίνος, και το έλαιον θέλει ολιγωθή. Και θρηνούσι γεωργοί κτήματα υπέρ πυρού και κριθής και απολείται τρυγητός εξ αγρού. Άμπελοι θέλουσι ξηρανθή και συκαί ολιγωθήσονται. Ρόα άμα, και φοίνιξ και μήλον και πάντα τα εν τοις αγροίς. Θάλασσα δε θέλει εκβαλή νεκρόν τον λαόν της εν ταις ακταίς και εξ ανθρώπων την αβλεψίαν)».
Και εις αυτήν την περίπτωσιν διαπιστώνεται μία τροποποίησις της προφητείας της Σιβύλλης της Κυμαίας (εντός παρενθέσεων το συμπληρωματικό κείμενο) που έκανε ο προφήτης Ιωήλ για να υιοθετήσει τα όσα προελάλησε η Ελληνίδα προφήτις. (Ιωήλ. Α΄, 7-20).
15) Ο Ευσέβιος Παμφίλου, Επίσκοπος της εν Παλαιστίνη Καισαρείας, εις τα βιβλία της Εκκλησιαστικής Ιστορίας του και συγκεκριμένως εις το κεφάλαιο ΙΗ΄ του έργου, αναφερόμενος εις την Σίβυλλαν την Ερυθραίαν (Περί της Σιβύλλης της Ερυθραίας εν ακροστιχίδι των της μαντείας επών, τον Κύριον και το πάθος δηλούσης έστι δε η ακροστιχίς Ιησούς Χριστός, Θεού Υιός, Σωτήρ, Σταυρός), μεταξύ άλλων γράφει και τα εξής:
«…Παρίσταται δε μοι και των αλλοδαπών τι μαρτυριών της του Χριστού Θεότητος απομνημονεύσαι˙ εκ γαρ τοι τούτων δηλονότι και η των βλασφημούντων αυτόν διάνοια, και οίδεν αυτόν Θεόν όντα Θεού παίδα, είπερ γουν τοις εαυτών λόγοις πιστεύωσιν. Η τοίνυν Ερυθραία Σίβυλλα, φάσκουσα εαυτήν έκτη γενεά μετά τον κατακλυσμόν γενέσθαι, ιέρεια ην του Απόλλωνος διάδημα επίσης των θρησκευομένω υπ’ αυτής Θεώ φορούσα, και τον τρίποδα περί ον ο όφις ειλείτο, περιέπουσα, αποφοιβάζουσά, τε τοις χρωμένοις αυτή, ηλιθιότητι των γονέων επιδεδωκότων αυτήν τοιαύτη λατρεία, δι’ ην ασχήμονες θυμοί, και ουδέν σεμνόν επιγίνεται, κατά τα αυτά τοις ιστορουμένοις περί της Δάφνης. Αύτη τοίνυν είσω των αδύτων ποτέ της ακαίρου δεισιδαιμονίας προαχθείσα, και θείας επιπνοίας όντως γενόμενη μεστή, δι’ επών περί του Θεού τα μέλλοντα προεθέσπισε, σαφώς ταις προτάξεσι των πρώτων γραμμάτων, ήτις ακροστιχίς λέγεται, δηλούσα την ιστορίαν της του Ιησού Χριστός, Θεού, Υιός, Σωτήρ, Σταυρός τα δ’ έπη αυτής ταύτα…» (Βασιλέως Κωνσταντίνου λόγος…»)
16.Ο Επίσκοπος Καισαρείας, συνεχίζοντας την αναφοράν του εις την Σίβυλλαν την Ερυθραίαν και δη την μετάφρασιν της περί Ιησού Χριστού προφητείας της, υπό του Κικέρωνος εις το ΙΕ΄ Κεφάλαιο υπό τον τίτλο: «Ότι η περί του Σωτήρος μαντεία παρ’ ουδενός των της Εκκλησίας πέπλασται, αλλά της Ερυθραίας Σιβύλλης εστίν, ης τας βίβλους Κικέρων ο ποιητής προ της επιδημίας του Χριστού Ρωμαϊστί μετέφρασε˙ και ότι Βιργίλιος μέμνηται αυτής, και του παρθενικού τόκου, δι’ αινιγμάτων, φόβω των κρατούντων, υμνήσας το μυστήριον», μεταξύ άλλων γράφει και τα εξής:
«…Αλλ’ οι πολλοί των ανθρώπων απιστούσι, και ταυθ’ ομολογούντες Ερυθραίαν γεγενήσθαι Σίβυλλα μάντιν, υποπτεύουσι δε τινα των της ημετέρας θρησκείας, ποιητικής μούσης ουκ άμοιρον, τα έπη ταύτα πεποιηκέναι, νοθεύεσθαί τε αυτά, και Σιβύλλης θεσπίσματα είναι λέγεσθαι, έχοντα βιωφελείς γνώμας, την πολλήν των ηδονών περικοπτούσας εξουσίαν, και επί τον σώφρονά τε και κόσμιον βίον οδηγούσας εν προφανεί δ’ αλήθεια, της των ημετέρων ανδρών επιμελείας συλλεξάσης τους χρόνους ακριβέστερον, ως προς το μηδένα τοπάζειν, μετά την του Χριστού κάθοδον και κρίσιν γεγενήσθαι το ποίημα, και ως πάλαι προλεχθέντων υπό Συβίλλης των επών ψεύδος διαφημίζεσθαι. Ομολόγηται γαρ Κικέρωνα εντετυχηκότα τω ποιήματι, μετενεγκείν τε αυτό εις την Ρωμαίαν διάλεκτον και συντάξαι αυτό τοις εαυτού συντάγμασι τούτον αναιρείσθαι κρατήσαντος Αντωνίου Αντωνίου δ’ αυ πάλιν Αύγουστον περιγεγενήσθαι, ος εξ και πεντήκοντα έτη εβασίλευσε. Τούτον Τιβέριος διεδέξατο καθ’ όν χρόνον ή του Σωτήρος εξέλαμψε παρουσία, και το της αγιωτάτης θρησκείας επεκράτησε μυστήριον ή τε νέα του δήμου διαδοχή συνέστη˙ περί ης οίμαι λέγειν τον εξοχώτατον των κατά την Ιταλίαν ποιητών˙
Ένθεν έπειτα νέων πληθύς ανδρών εφαάνθη. Και πάλιν εν ετέρω τινί των Βουκολικών τόπω Σικελίδες Μούσαι, μεγάλην φάτιν υμνήσωμεν. Τι τούτου φανερώτερον; Προστήθισι γαρ˙ ΄Ηλυθε Κυμαίου μαντεύματος εις τέλος ομφή. Κυμαίαν αινιττόμενος δηλαδή την Σιβύλλαν. Και ουκ ηρκέσθη τούτοις, αλλά περαιτέρω προεχώρησεν, ως της χρείας την αυτού μαρτυρίαν επιποθούσης τι λέγων αύθις;
Ούτος αρ’ αιώνων ιερός στίχος ώρνυται ημίν˙ Ήκει παρθένος αύθις, άγουσ’ ερατόν βασιλήα.
Τις ουν άρα είη παρθένος ή επανήκουσα; Αρ’ ουχ η πλήρης τε και έγκυος γενομένη του θείου Πνεύματος; Και τι το κωλύον την έγκυον του θείου Πνεύματος, κόρην είναι αεί και διαμένειν παρθένον; Επανήξει δε εκ δευτέρου (και) την οικουμένην παραγενόμενος επικουφίσει. Και προστίθησιν ο ποιητής˙ Τον δε νεωστί πω τεχθέντα φαεσφόρε μήνη, αντί σιδηρείης χρυσήν γενεήν οπάσαντα, προσκύνει.
Τούδε γαρ άρχοντος, μενοεικέα πάντα βρότεια. ΄Αλγεά τε στοναχαί τε κατευνάζονται αλιτρών.
Συνίεμεν δη φανερώς τε άμα και αποκρύφως δι’ αλληγοριών τα λεχθέντα τοις μεν βαθύτερον εξετάζουσι την των επών δύναμιν υπ’ όψιν της του Χριστού θεότητος, όπως δε μη τις των δυναστευόντων εν τη βασιλευούση πόλει, εγκαλείν έχη τω ποιητή, ως παρά τους πατρώους νόμους συγγράφοντι, εκβάλλοντί τε τα πάλαι υπό των προγόνων περί των θεών, νομιζόμενα, επικαλύπτεται την αλήθειαν ηπίστατο γαρ, οίμαι, την μακαρίαν και επώνυμον του Σωτήρος τελετήν, ίνα δε το άγριον της ωμότητος εκκλίνοι, ήγαγε τας διανοίας των ακουόντων προς την εαυτών συνήθειαν, και φησι, χρήναι βωμούς ιδρύσθαι και νεώς κατασκευάζειν, θυσίας τ’ επιτελείσθαι τω νεωστί τεχθέντι ακολούθως δε και τα λοιπά επήγαγε τοις φρονούσι. Φησί γαρ…»
Πάντα ταύτα τα διαβάζομεν εις τον 20ον Τόμον της Ελληνικής Πατρολογίας ( «PATROLOGIA GRAECA», του Κέντρου Πατερικών Εκδόσεων, (σελίδες 1285- 1293) του ιερέως Ιωάννου Κ. Διώτη, θεολόγου και εφημερίου του εν Αθήναις Ιερού Ναού Αγίου Παντελεήμονος Αχαρνών και συγκεκριμένως εις το βιβλίο της Εκκλησιαστικής Ιστορίας του Ευσεβίου Παμφίλου υπό τον τίτλο: Βασιλέως Κωνσταντίνου λόγος, ον έγραψε «τω των αγίων Συλλόγων» εις κεφάλαια κς΄».
Δεν αρκεί ο χώρος ενός βιβλίου, όπως αυτό που κρατούμε εις τα χέρια μας, για να συνεχίσωμεν και με άλλες προφητείες, Ελλήνων, Λατίνων, και ξένων, όπως επί παραδείγματι του Βιργιλίου Μάρωνος, που ο ίδιος ο Ευσέβιος Καισαρείας μνημονεύει για τα όσα λέει περί Ιησού Χριστού (Βιργιλίου Μάρωνος: «έτερα περί Χριστού έπη, και η τούτων ερμηνεία εφ’ οις δείκνυται δι’ αινιγμάτων, ως παρά ποιητού μηνυθέν το μυστήριον») και τόσων άλλων…
17.΄Ίδε βιβλίο: Λεωνίδας Παν. Δούβος (Αντισυνταγματάρχης Πεζ. ε.α):» Ο Πανσλαυισμός, αι μεταμορφώσεις και οι επιδιώξεις του», του Εκδοτικού Οίκου «ΕΡΜΟΥ» (Μενάνδρου 49), Αθήναι 1949.
Το ως άνω βιβλίο φέρει και άλλον τίτλον εις το εσώφυλλο: Λεωνίδας Π. Δούβος, Αντισυνταγματάρχης Πεζ. ε.α. «Οι δημιουργοί του Σλαυοκομμουνιστικού μηδενισμού".
18 Όπως παραπάνω. Όπως παραπάνω
19 Όπως παραπάνω.
20 Όπως παραπάνω
21 Όπως παραπάνω
22 Όπως παραπάνω
23 Όπως παραπάνω
24 Όπως παραπάνω
25 Όπως παραπάνω
26 Ό,τι ακριβώς έπαθε και ο Χριστός (= πάσχων για το καλό της ανθρωπότητας).Τούτο συμβαίνει εάν λάβωμεν υπ’ όψιν μας το γεγονός ότι κάθε γενιά υπολογίζεται μεταξύ 30-35 ετών.
27 Τούτο συμβαίνει εάν λάβωμεν υπ’ όψιν μας το γεγονός ότι κάθε γενιά υπολογίζεται μεταξύ 30-35 ετών.
28 «Το Ντοκουμέντο της Εβδομάδας» εις τον τηλεοπτικόν δίαυλον της «ΤΗΛΕΤΩΡΑ» με θέμα: «Η πίστις των Ελλήνων από την αρχαιότητα ως σήμερον».
29 Την πληροφορίαν αυτήν μου ενεχείρισε δια προσωπικού της χειρογράφου της η γνωστή Ελληνίδα φιλόλογος και ιστορικός Πόπη (Καλλιόπη) Μπούνια - Πασπαλιάρη (Χιμάρας 14, Μοσχάτο).
30 ΄Ίδε βιβλίο: Δαμιανός Μ. Στρουμπούλης: «Το πρόβλημα της Θείας Δικαιοσύνης», Πειραιεύς 1994, σελίδα 12, με τον οποίον, αείμνηστον πλέον καθηγητήν, είχαμε κάνει και σχετικήν εκπομπήν εις τον τηλεοπτικόν δίαυλον της «ΤΗΛΕΤΩΡΑ» όπως «Το Ντοκουμέντο της Εβδομάδος» της 21ης Απριλίου 1993, με θέμα το πρόβλημα της Θείας Δικαιοσύνης.
31 Ίδε βιβλίο της υπ’ αριθ. 17 σημειώσεως του κεφαλαίου τούτου.