Ιησούς Χριστός: Ελληνισμός-Χριστιανισμός (10)

Κωδικός Πόρου: 00285-112313-151
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 12/04/11 16:52
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Εκδόσεις Βιβλίων, 00285-112313-151




Περιγραφή:

 

Διαβάστε σήμερα το τελευταίο μέρος του κεφαλαίου: «Η ελληνική διείσδυση στην Παλαιστίνη» του έργου μας: «Ιησούς Χριστός: Ελληνισμός-Χριστιανισμός» με πλήθος ιστορικών και αρχαιολογικών αναφορών από μεγάλους πανεπιστημιακούς δασκάλους, όπως, για παράδειγμα, ο Λεωνίδας Ι. Φιλιππίδης κλπ.!...

ΟΙ ΕΥΡΥΤΕΡΕΣ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗΝ

Δεν είναι στις προθέσεις του γράφοντος να κάνη ολόκληρον ιστορικήν διαδρομήν με ανασκόπησιν της πολιτιστικής ιστορίας της Παλαιστίνης, που αποτελεί ασφαλώς, αντικείμενο μιας άλλης ιστορικής μελέτης. Πρέπει όμως επιγραμματικώς να πούμε ότι:
α) Μετά την Ασσυρίειον επί του Β. Βασιλείου των 10 φυλών (722) και την Βαβυλώνειον επί του Ν. Βασιλείου της Παλαιστίνης κατάκτησιν (588) ο ιουδαϊκός λαός απώλεσε την ανεξαρτησίαν του.
β) Τους Βαβυλωνίους διεδέχθησαν εις την κυριαρχίαν της Παλαιστίνης οι Πέρσες για 200 χρόνια.
γ) Από της αρχής της περσικής κυριαρχίας επετράπη εις τους Ιουδαίους να αναδιοργανωθούν ως θρησκευτική και πολιτική οντότης. Και για να κυριολεκτούμε: ως θρησκευτικοπολιτική κοινότης, δεδομένου ότι ο μετεξοριακός τύπος αναδιοργανώσεως του κράτους ήταν ιεροκρατικός.
δ) Η περιοχή του ιουδαϊκού κράτους, περιωρίζετο, πιθανότατα, εις την κυρίως Ιουδαίαν και την Σαμάρειαν, εις την οποίαν εναπέμεινε ως σχισματική μία μειονότης Σαμαρειτών, 24 εμμένουσα εις την λατρείαν του Θεού εις το όρος Γαριζείν.
ε) Η Γαλιλαία ήταν ανεξάρτητος επαρχία με αυτοτελή διοίκησιν (αυτοτελείς διοικήσεις αποτελούσαν και η Κοίλη Συρία, όπως και η Φοινίκη).
στ) Τις παραλιακές πόλεις κατείχαν αλλόφυλοι, Έλληνες και μη.
Μετά από όλους αυτούς, η Παλαιστίνη περιήλθε εις τους Έλληνες, τον Μέγαν Αλέξανδρον και τους διαδόχους του, 25 για να γραφή μια ολόκληρος σειρά ιστορικών γεγονότων, που αφήνουν κατάπληκτον τον αναγνώστην.
Για την παράδοσιν, λοιπόν της Ιερουσαλήμ εις τον Μ. Αλέξανδρον, την ελληνικήν διοίκησιν της Παλαιστίνης, την ίδρυσιν Ναού εις το Γαριζείν, αλλά και την αγνωμοσύνην των Σαμαρειτών προς τον Μ. Αλέξανδρον, ο Τακτικός Καθηγητής της Ιστορίας των Θρησκευμάτων της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Λεωνίδας Ιω. Φιλιππίδης, γράφει, επιγραμματικώς, τα εξής: 26
«…β. – Παράδοσις της Ιερουσαλήμ εις τον Μ. Αλέξανδρον. Μετά την κατάκτησιν της Τύρου (332) και της Γάζης, ο Μ. Αλέξανδρος εδέχθη την ειρηνικήν προσφοράν υποταγής της πόλεως Ιερουσαλήμ παρ’ επιτροπής υπό τον αρχιερέα Ιαδδούα.
Επί τη αιτήσει του Αρχιερέως ο Μ. Αλέξανδρος παρεχώρησεν εις τους Ιουδαίους απαλλαγήν από των φόρων κατά το σαββατιαίον έτος, δικαστικήν και θρησκευτικήν αυτοτέλειαν˙ αφ εαυτού δε παρεχώρησε τα αυτά προνόμια εις τους μέλλοντας να υπηρετήσωσιν εις τον στρατόν του.
γ. Ελληνική διοίκησης της Παλαιστίνης. Την διοίκησιν της Συριακής Παλαιστίνης ενεπιστεύθη ο Μ. Αλέξανδρος εις τον Ανδρόμαχον, μεθ’ ον απήλθεν εις Μέμφιδα της Αιγύπτου προς καθυπόταξιν αυτής και των εν αυτή Περσών σατραπών.
δ.- Η εν Σαμαρεία ίδρυσις Ναού εν Γαριζείν επί Μ. Αλεξάνδρου. –Ότε ο Μ. Αλέξανδρος κατέλαβε την Περσίαν, Σαναβαλλήτης, τελευταίος εν Σαμαρεία σατράπης του (Γοδομάνου) Δαρείου, εζήτησε την άδειαν παρά του Μ. Αλεξάνδρου προς ίδρυσιν Ναού, ήτις και επραγματοποιήθη.27
Ούτω, δια της ιδρύσεως του εν Γαριζείν ιδίου Ναού, συνεπληρώθη και λατρειακώς η θρησκευτική αυτοτέλεια των Σαμαρειτών, οίτινες ως γνωστόν, διέφερον των Ιουδαίων εν τοις εξής: απέρριπτον την Βίβλον, πλην της Πεντατεύχου, ηρνούντο την αυθεντίαν των προφητών και πάντα νόμον ή παν έθιμον, μη περιλαμβανόμενον εν τη Πεντατεύχω, επίστευον όμως εις τον Μεσσίαν28 εις τους αγγέλους και εις την ανάστασιν των νεκρών.
ε. – Η προς τον Μ. Αλέξανδρον αγνωμοσύνη των Σαμαρειτών. Καίτοι ο Μ. Αλέξανδρος είχεν ούτως αναγνωρίσει και δια του εν Γαριζείν Ναού ολοκληρώσει την θρησκευτικήν αυτοτέλειαν των Σαμαρειτών εν τω ελληνικώ πνεύματι της ανεξιθρησκείας, τω διέποντι την πολιτικήν του έναντι των μειονοτήτων, όμως οι Σαμαρείται έκαυσαν ζώντα τον υπ’ αυτού κατασταθέντα ως διοικητήν της Παλαιστίνης Ανδρόμαχον. Ο Μ. Αλέξανδρος επανελθών εξ Αιγύπτου, ετιμώρησε τους ενόχους δια θανάτου, διώξας δε τους Σαμαρείτας εκ της πόλεως Σαμαρείας, ώκισεν αυτήν δια Μακεδονικής αποικίας. Οι Σαμαρείται τότε συγκεντρώθηκαν εις την παρά τον Ναόν του Γαριζείν πόλιν Συχέμ.».
Πιο κάτω, ο Καθηγητής Λεων. Ιω. Φιλιππίδης αναφερόμενος εις την Παλαιστίνην υπό των Πτολεμαίων, των Σελευκιδών και την επίδρασιν που ήσκησε ο ελληνικός πολιτισμός εις την ζωήν του ιουδαϊκού λαού, γράφει τα εξής:


Φιλισταίοι αιχμάλωτοι επί βασιλείας Ραμσή του Γ΄
(Εκ φωτογραφίας αναγλύφου της Medinet-Habu)

στ. Η Παλαιστίνη υπό τους Πτολεμαίους.- Η μετάφρασις της Π. Διαθήκης υπό των Ο΄. Μετά τον θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου (323), η Παλαιστίνη περιήλθε κατ’ αρχάς υπό τους Πτολεμαίους, συνεσφίγχθησαν δ’ αι μεταξύ Ελλήνων και Ιουδαίων σχέσεις: αι ελληνικαί επιστήμαι εκαλλιεργήθησαν υπό των Ιουδαίων, ιδία της Αιγύπτου, και οι Έλληνες επεδόθησαν εις την μελέτην της Ιστορίας και του πολιτισμού των Ιουδαίων.
Οι Ιουδαίοι της Αιγύπτου, καίπερ πιστοί εις την θρησκείαν των, παρέλαβον τα ήθη και την γλώσσαν των Ελλήνων και, εντός ολίγου δεν ήσαν πλέον εις θέσιν να εννοούν τα ιερά των βιβλία εις το κείμενον και εις την γλώσσαν των πατέρων των˙ διο και ησθάνθησαν την ανάγκην μεταφράσεως αυτών εις την Ελληνικήν.
Ούτως ήλθεν εις φως η μετάφρασις των Ο΄ επί Πτολεμαίου Φιλαδέλφου (284- 247) όστις, τη συμβουλή Δημητρίου του Φαληρέως, εζήτησε παρά του Αρχιερέως Ελεάζαρ άνδρας αξίους προς μετάφρασιν της Παλαιάς Διαθήκης, ήτις τότε έφερε την επιγραφήν: «Τωρά, Νεβιέμ ουκεθωβείμ» (= Νόμοι, Προφήται και Αγιόγραφα). Ο Αρχιερεύς Ελεάζαρ απέστειλε πράγματι εις Αίγυπτον προς τον Πτολεμαίον άνδρας 72, τ.ε. 6 εξ εκάστης φυλής, οίτινες και συνετέλεσαν το μνημειώδες έργον της μεταφράσεως. 29
ζ. Η Παλαιστίνη υπό τους Σελευκίδας. – Λόγω της γεωγραφικής της θέσεως, η Παλαιστίνη εγένετο αντικείμενον έριδος μεταξύ των εν Αιγύπτω διαδόχων Πτολεμαίων και των εν Συρία διαδόχων Σελευκιδών, εναλλάξασα τύχην. Διαρκούντος του 3ου αι. π.Χ. ανήκε μετά διαλειμμάτων εις το κράτος των Πτολεμαίων. Αλλ’ εν αρχή του β΄ αι., Αντίοχος ο Μέγας επέτυχε ν’ αποσπάση την Φοινίκην και την Παλαιστίνην ούτω δ’ εις την θέσιν των Πτολεμαίων υποκαθίστανται οι Σελευκίδαι ως κυρίαρχοι του Ιουδαϊκού λαού.
η. – Επίδρασις του Ελληνικού πολιτισμού επί την ζωήν του Ιουδαϊκού λαού. – Η πολιτική αυτοτέλεια του εν Παλαιστίνη Ιουδαϊκού πληθυσμού υπήρξε κατά την Ελληνικήν επικυριαρχίαν μεγαλυτέρα της επί των προγενεστέρων κυριάρχων, ο δ’ Ελληνικός πολιτισμός ήσκησεν ισχυροτάτην επίδρασιν επί τον Ιουδαϊκόν πολιτισμόν.
Καθ’ όλην την χώραν μνημονεύονται «πόλεις Ελληνίδες». 30 Η Γάζα ήδη κατά την προελληνιστικήν εποχήν, ετέλει εις ζωηράν εμπορικήν επικοινωνίαν μετά της Ελλάδος από δε της κατακτήσεώς της δια του Μ. Αλεξάνδρου κατέστη μακεδονικόν οπλοστάσιον. Πόλις «Ελληνίς» χαρακτηρίζεται αυτή παρ’ Ιωσήπω. 31 –Η Ανθηδών ήτο Ελληνική, ως εκφαίνει το όνομά της.32 Εν Ασκάλωνι εκόπησαν νομίσματα του Μ. Αλεξάνδρου – Η Ιόπη, παλαιά πόλις του μύθου του Περσέως και της Ανδρομέδας, ήτο επί των διαδόχων μακεδονικόν οπλοστάσιον. – Η Απολλωνία (σημιτιστί: Αρσούφ) εθεμελιώθη πιθανώς εις Ελληνικήν εποχήν, διότι ο Απόλλων εθεωρείτο φυλετικός θεός των Σελευκιδών. – Ο Πύργος Στράτωνος φέρει ελληνικό όνομα, καίπερ ιδρυθείς υπό των Σιδωνίων. – Η Δώρα33 ήδη από του 5ου αι. π.Χ. ήτο φόρου υποτελής εις τους Αθηναίους. – Εν Άκη (Πτολεμαϊδι) ήδη επί των ρητόρων Ισαίου και Δημοσθένους, υπήρχεν ελληνική εμπορική παροικία, πολυάριθμα νομίσματα εκόπησαν εκεί, επί δε των διαδόχων ήτο σπουδαίον οπλοστάσιον˙ ο κυρίως εξελληνισμός της και η εκ νέου ίδρυσίς της συνετελέσθη επί Πτολεμαίου Β΄ Φιλαδέλφου, ότε και εκλήθη Πτολεμαϊς – Η Σαμάρεια ήδη διά του Μ. Αλεξάνδρου, επωκίσθη υπό Ελλήνων. – Η Σκυθόπολις εμφανίζεται ελληνώνυμος ήδη κατά τον γ’ αιώνα.- Παρά τη λίμνην Γεννησαρέτ ανθεί υπό Αντιόχου του Μεγάλου (218 π.Χ.) η Φιλωτερία ή Φιλωτέρα, 34 ομώνυμος πόλις εν Άνω Αιγύπτω, ούτω καλουμένη από τίνος αδελφής Πτολεμαίου Β’ Φιλαδέλφου. 35 – Εκείθεν του Ιορδάνου αναφέρονται ως «Ελληνίδες» πόλεις 36 αι: Ίππος και Γάδαρα. Η Πέλλα και το Δίον, 37 ομώνυμοι Μακεδονικών πόλεων, ιδρύθησαν πιθανώς υπό του Μ. Αλεξάνδρου το βραδύτερον επί των διαδόχων. -. Η Φιλαδέλφεια, παλαιά πρωτεύουσα των Αμμωνιτών, εξελληνίσθη υπό Πτολεμαίου Β΄ του Φιλάδελφου.
Από τόσον εξελληνισμένου περιβάλλοντος υπέστη ισχυράν επίδρασιν και η Ιουδαία. Εν πρώτοις ωκειώθη την παγκόσμιον τότε Ελληνικήν γλώσσαν, απαραίτητον δια το εμπόριον και δια την μετά του εξωτερικού επικοινωνίαν. Οι Παλαιστίνοι λόγιοι, οι κληθέντες εις Αλεξάνδρειαν προς μετάφρασιν της Πεντατεύχου, ήσαν εγκρατείς και της Ελληνικής. 38 Συν τη γλώσση εισήλθον εις την χώραν η φιλοσοφική σκέψις, τα έθιμα των Ελλήνων και ο όλος Ελληνικός πολιτισμός.
Εκ της αντιθέσεως του εις τον Νόμον και εις τα πάτρια καθόλου προσκεκολλημένου Ιουδαϊσμού προς τον ειδωλολατρικόν Ελληνισμόν διεμορφώθησαν εν τοις κόλποις του Ιουδαϊκού λαού δύο αντιμαχόμεναι μερίδες: η των Ελληνοφίλων, ή και επικρατεστέρα, υπό τον Ιησούν ή Ιάσωνα αρχιερέα και έπειτα τον αρχιερέαν Μενέλαον και ή των Χασιδείμ (Ασιδαίων) των συντηρητικών, των πιστών, των ευσεβοφρόνων εθνικιστών υπό τον Ονίαν Γ΄.
Η οξύτης Αντιόχου του Επιφανούς προς ριζικήν κατάργησιν της Ιουδαϊκης θρησκείας και λατρείας και επιβολήν της Ελληνικής, κατά πρόδηλον παρέκκλισιν από της υπό του Μ. Αλεξάνδρου κεχαραγμένης πολιτικής της ανεξιθρησκείας, εξήγειρεν ου μόνον τους Χασιδείμ, αλλ’ όλον τον λαόν εις αγώνας υπέρ της πατρώας πίστεως υπό τον ιερέα Ματταθίαν και τους πέντε υιούς του: Ιωάννην, Σίμωνα, Ιούδαν, Ελεάζαρ και Ιωνάθαν, τους ούτω καλουμένους Μακκαβαίους…»39

Ελληνική Χριστιανική Εκκλησία, που ανακαλύφθηκε στην Γάζα.
(Βυζαντινό κτίσμα του 6ου αιώνος)


ΤΟ ΑΠΑΣΤΡΑΠΤΟΝ ΦΩΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΠΟΛΕΩΝ!..

Θ’ αφήσωμεν εδώ, κατά μέρος, την επανάστασιν των Μακκαβαίων, ως αντίδρασιν κατά του θρησκειακού εξελληνισμού, εις την Παλαιστίνην˙ θα παρακάμψωμεν το κεφάλαιο της Παλαιστίνης υπό των Ρωμαίων και θα προσπεράσωμεν το θέμα του Ηρώδου του Μεγάλου ή του Αρχελάου, του βασιλέως της Ιουδαίας της Σαμαρείας και της Ιδουμαίας (4 π.Χ.- 6 μ.Χ.).
Θα έλθωμεν, για να κλείσωμεν το κεφάλαιο αυτό, εις το θέμα με το οποίο ξεκινήσαμε: Τις ευρύτερες επί την Παλαιστίνην επιδράσεις από του ελληνιστικού και του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού, για να δώσωμεν μία απάντησιν εις τα ερωτήματα:
• Ποίες ήταν οι ελληνώνυμες πόλεις εις την Παλαιστίνην;
• Ποία ήταν η ελληνική λατρεία εις την Παλαιστίνην;
• Ποίες ήσαν οι ελληνικές εορτές εις την Παλαιστίνην;

Και εις τα τρία αυτά ερωτήματα την απάντησιν την δίνει ο Τακτικός Καθηγητής της Ιστορίας των Θρησκευμάτων της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Λεωνίδας Ιω. Φιλιππίδης, ο οποίος μεταξύ άλλων, γράφει και τα εξής:
«α. Ελληνώνυμοι πόλεις, Ελληνική λατρεία και Ελληνικαί εορταί. – Η Παλαιστίνη εξ’ όλων των πλευρών περιεβάλλετο υπό ελληνικού και ελληνίζοντος κόσμου, όστις είχεν εισδύσει και εις αυτήν (παραλιακή περιοχή, Σαμάρεια, Σκυθόπολις κ.λ.π.), εξ ου διαρκής ο συγχρωτισμός.
Οι άρχοντες της χώρας (Πτολεμαίοι, Σελευκίδαι, Ηρωδιανοί, Ασμοναίοι εν μέρει) είχον ελληνικήν μόρφωσιν, ελληνικής δε προελεύσεως (θρακικά) ή ελληνομαθή ήσαν και τα εν αυτή ξένα στρατεύματα ( του Ηρώδου).
Εις πανηγύρεις εν Ιερουσαλήμ επί Ηρώδου και εις μεγάλας ιουδαϊκάς εορτάς συνέρρεον πανταχόθεν της ελληνικής οικουμένης ελληνισταί (ελληνόφωνοι και ελληνικής μορφώσεως) Ιουδαίοι˙ άλλα και Έλληνες (δηλ. Έλληνες το γένος, προσήλυτοι εις τον Ιουδαϊσμόν) ήρχοντο εις τον Ναόν των Ιεροσολύμων, ίνα προσεύχωνται και προσφέρωσι θυσίας. Και Ιουδαίοι, τυχόντες εν τω εξωτερικώ ελληνικής μορφώσεως, εγκαθίσταντο εν Ιερουσαλήμ μονίμως, πηγνύντες μάλιστα και ιδίας κοινότητας.
Ούτως ευρίσκομε επί των Αποστόλων εν Ιερουσαλήμ ελληνόφωνων συναγωγή των Λιβερτίνων, Κυρηναίων, Αλεξανδρινών, Κιλικίων και Ασιατών (μίαν ή πέντε).
Εν Γαλιλαία αι μεγαλύτεραι πόλεις (Τιβερίας, Καισαρεία Φιλίππου κ.α.) είχον επιτομήν Ελλήνων κατοίκων.
Πόλεις της ελληνιστικής περιόδου, ων πλείσται αναφέρονται εν τη Κ.Δ. έχουσιν ελληνικόν χαρακτήρα, αι: Ραφία, Γάζα, Τύρος, Δαμασκός, Ανθηδών, Ασκάλων, Άζωτος (Ασδώδ), Ιόπη, Απολλωνία, Στράτωνος Πύργος, Δώρα, Πτολεμαϊς, Δαμασκός, Ίππος, Γάδαρα, Άβιλα, Ραφάνεια, Κάνατα, Σκυθόπολις, Πέλλα, Δίον, Γέρασα, Φιλαδέλφεια, Γάβα, Εσεβών, Αντιπατρίς, Φασαηλίς, Πάνειον, Ιουλιάς (Βηθσαϊδά), Σέπφωρις, Τιβερίας κ.α. Αι πόλεις αυταί είχον ελληνικόν πολίτευμα και ελληνικούς ναούς.
Αι θρησκευτικαί επιδράσεις επί την Παλαιστίνην από του εν ταις μη ιουδαϊκαίς περιοχαίς Ελληνορωμαϊκού πολιτισμού, του περιβάλλοντος τον ιουδαϊκόν κόσμον της Παλαιστίνης, ήσαν ισχυραί, εξικνούμενοι μέχρι και της προσοικειώσεως καθαρτηρίων διατάξεων των κατά την ελληνιστικήν εποχήν συνεχιζομένων αρχαιοελληνικών μυστηρίων μετά του νοήματος αυτών. Κατ’ επίδρασιν των ελληνικών «θιάσων» εγίνοντο σαββατιαία «σύνδειπνα», θεωρούμενα ως εφελκύοντα την ευλογίαν του Θεού και συνεπαγόμενα στενήν μυστηριακήν μετά του Θεού κοινωνίαν. Ο Φίλων καλεί «ιεροφάντην» τον Μωϋσήν40 ως εκαλείτο ο τελετουργός των ελληνικών μυστηρίων. 41 Και άλλαι ελληνικαί επιδράσεις μαρτυρούνται εν αυτή τη Παλαιστίνη, απομακρύνουσαι τους Ιουδαίους από των πατρίων διατάξεων και εθίμων (42).
Ελατρεύοντο:
Εν Ραφία: Ο Απόλλων και η Άρτεμις
Εν Ανθηδόνι: Η Αστάρτη
Εν Γάζη: Ο Ήλιος, η Αφροδίτη, ο Απόλλων, η Περσεφόνη (Κόρη), η Εκάτη, η Τύχη, Ο Κρηταγενής Ζευς.
Εν Ασκάλωνι: Η Αφροδίτη ουρανίη (=Αστάρτη), η Ατάγαρτις ή Δερκετώ (ζωανθρωπόμορφος: γυνή με ουράν ιχθύος) = Αφροδίτη, οι : Ασκληπιός, Ζευς, Ποσειδών, Απόλλων, η Ήρα και η Αθηνά.
Εν Πανιάδι (= Καισαρεία Φιλίππου): ο Παν (Πάνειον ή Πανείον), ο Αύγουστος (καισαρολατρεία).
Εν Αζώτω (Ασδώδ): ο Φιλισταίος θεός Δαγών.
Εν Καισαρεία της Παλαιστίνης οι: Απόλλων, Ηρακλής, Διόνυσος, Παν, Αθηνά, Νίκη, Αστάρτη, Ζευς, Ποσειδών, Αύγουστος, Ρώμη, Σάραπις.
Εν Καναθά: Απόλλων, Άρτεμις.
Εν Σκυθοπόλει: Διόνυσος.
Εν Γαδάροις: Ηρακλής, Αστάρτη.
Εν Γεράσοις: Άρτεμις (= Τύχη Γεράσων) κυρία, «Ζευς Ποσειδών ενοσίχθων σωτήρ» και αραβικός τις θεός.
Εν Φιλαδελφεία: Ηρακλής, Τύχη.
Εν Πτολεμαϊδι: Ζευς, Τύχη, ΄Αρτεμις, Πλούτων – Περσεφόνη, Περσεύς – Μέδουσα, Σέραπις (Αιγυπτ.), Κυβέλη (Φρυγ.), Αφροδίτη, Αύγουστος, Ρώμη.
Εν Δαμασκώ: Άρτεμις, Αθηνά, Ζευς, Νίκη, Τύχη, Ήλιος, Διόνυσος.
Εν Τραχωνίτιδι, Βαταναία, Αυρανίτιδι: Ατάγαρτις (Συρ.), Διόνυσος (Δούσαρις), Ζευς, Κρόνος, Ηρακλής, Ερμής, Αθηνά, Τύχη, Αφροδίτη, Νίκη, Ειρήνη, Ήλιος (εις ον οι Χριστιανοί υποκατέστησαν τον προφήτην Ηλίαν).
Ελληνικαί εορταί αναφέρονται:
Εν Τύρω: πενταετηρικός αγών.
Εν Ιερουσαλήμ: τα Διονύσια
Εν Γάζη: Πανήγυρις Αδριανή και Παγκράτιον
Εν Ασκάλωνι: Ταλαντιαίος Αγών.
Εν Καισαρεία: Ίππων δρόμος.
Εν Δαμασκώ: Παγκράτιον, Σεβάσμια.
Εν Γαδάροις: Ναυμαχία κ.α….».

ΤΙ ΛΕΝΕ Ο ΗΣΑΪΑΣ ΚΑΙ ΟΙ «ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ» (Ο΄)

Δεν θα μνημονεύσωμεν το γεγονός ότι για τους Έλληνες εις την Παλαιστίνην κάνουν αναφορά, πολλοί ξένοι συγγραφείς (όπως ο Γερμανός αρχαιολόγος Lichtenbherg, ο οποίος ταυτίζει τους Φιλισταίους με τους Πελασγούς), ούτε τους αρχαίους συγγραφείς, όπως οι: Ιώσηπος, Ηρόδοτος, Στράβων, Διόδωρος Σικελιώτης, Πτολεμαίος, Λουκιανός και άλλοι. Ούτε θα εστιάσωμεν την προσοχήν μας εις το γεγονός ότι αρχαιολογικά ευρήματα υπάρχουν εις την Κρήτην, την Παλαιστίνην και εις αυτά ακόμη τα αιγυπτιακά μνημεία, που αποδεικνύουν την ελληνικήν επίδρασιν εις τα μέρη αυτά.
Θα κλείσωμεν με δύο αναφορές που κάνουν ο Ησαϊας και οι λεγόμενοι «Εβδομήκοντα»:
α) Ο Ησαϊας (Θ: 12) κάνει αναφοράν εις τους Έλληνες της Παλαιστίνης, λέγοντας επακριβώς: «Συρίαν αφ’ ηλίου ανατολών και τους Έλληνας αφ’ ηλίου δυσμών, τους κατεσθίοντας το Ισραήλ όλω τω στόματι, επί πάσι τούτοις ουκ απεστράφη ο θυμός, αλλ’ έτι η χειρ υψηλή» (Αναφέρεται εις την οργήν του Θεού).
β) Η Μετάφραση των Ο΄ χαρακτηρίζει τους Έλληνες της Παλαιστίνης «αλλοφύλους» («δι’ ου υποδηλούται η μεταξύ του λαού τούτου και του Ισραήλ ιστορική αντίθεσις, άπαξ δε χαρακτηριστικώς δια τους Έλληνες», όπως υποστηρίζει ο Καθηγητής Παν. Μπρατσιώτης εις το προαναφερθέν έργο του).43

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΧΡΗΣΤΟΥ: «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗ», Εκδοτικός Οίκος «ΚΥΡΟΜΑΝΟΣ», Θεσσαλονίκη.
2. Ο Κωνσταντίνος Γεωργακόπουλος, Καθηγητής της Ιστορίας της Επιστήμης, παρέδωσε εις τον γράφοντα ανέκδοτον χάρτην της Παλαιστίνης εις τον οποίον καταγράφει 115 ελληνικές πόλεις, πολλές από τις οποίες είχαν ιδρύσει οι Έλληνες πολύ πριν την Έξοδόν τους από την Αίγυπτον. Ο χάρτης αυτός εχρησιμοποιήθη εις την εκπομπήν «Το Ντοκουμέντο της Εβδομάδας» η οποία μετεδόθη εις την «ΤΗΛΕΤΩΡΑ» την Κυριακή 22.11.98 με θέμα την «Καταγωγήν του Ιησού Χριστού». Ο ίδιος χάρτης εδημοσιεύθη εις την εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΩΡΑ της Κυριακής», 13 Δεκεμβρίου 1998, με θέμα: «Έλληνες οι Παλαιστίνιοι;» εις άρθρο του υπογράφοντος.
3. Ότι οι Φιλισταίοι ήσαν ελληνικής προελεύσεως το εδήλωνε και επισήμως ο Παλαιστίνιος ηγέτης Γιασέρ Αραφάτ στις τελευταίες συναντήσεις του με τον αείμνηστον σήμερον Πρωθυπουργόν της Ελλάδος Ανδρέα Παπανδρέου: «Γνωρίζομεν την ιστορία μας. Οι Παλαιστίνιοι είναι Κρητικοί και οι Κρητικοί είναι Παλαιστίνιοι» είχε δηλώσει εις συνέντευξίν του εις τα Μ.Μ.Ε. («ΕΤ1», κ.λ.π.)
4. Το γεγονός τούτο ανέφερε εις την τηλεοπτικήν εκπομπήν «Το Ντοκουμέντο της Εβδομάδος» ο Καθηγητής της Ιστορίας της Επιστήμης κ. Κων/νος Γεωργακόπουλος, εις την «ΤΗΛΕΤΩΡΑ», την Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 1998.
5. Η ναυτική επιδρομή εις το Δέλτα του Νείλου, ανατολικώς ή από την ξηράν νοτίως της Γάζας.
6. Επειδή οι ανατολικές γραφές ήσαν συλλαβικές, σημειώνουν μόνον τα σύμφωνα των ονομάτων και η σημερινή ανάγνωσις των φωνηέντων είναι καθ’ υπόθεσιν.
7. Υπάρχει σχετικό βιβλίο του Ακαδημαϊκού Ι. Δ. ΖΗΖΙΟΥΛΑ υπό τον τίτλον: «Η Συμβολή της Καππαδοκίας στη Χριστιανική Σκέψη» εις δίγλωσσον μορφήν (ελληνιστί και αγγλιστί), μέσα εις το οποίον ο αναγνώστης μπορεί να βρη σημαντικά ιστορικά στοιχεία.
8. Ο Καθηγητής της Ιστορίας της Επιστήμης κ. Κων/νος Γεωργακόπουλος, όπως αναφέρωμεν και εις την υπ’ αρ. 2 σημείωσιν, παρέδωσε εις τον γράφοντα ένα χάρτη ( οποίος και δημοσιεύεται εις το βιβλίο αυτό) που εμφανίζει τουλάχιστον 115 ελληνικές πόλεις, πολλές από τις οποίες ιδρύθηκαν πολύ πριν διεισδύσουν οι Εβραίοι εις την Παλαιστίνην, μετά την Έξοδον τους από την γην του Φαραώ, πράγμα που σημαίνει ότι και εις την Ιουδαίαν υπήρχε ελληνικό στοιχείο και ίσως αυτό να είχε υπ’ όψιν του ο Τάκιτος.
9. Οι Εβδομήκοντα μεταφράζουν «Νότος των Χαλθί» κατά σύγχυσιν μεταξύ των συμφώνων ρω και λάμδα.
10. Ιωήλ 4,6.
11. Ησ. 9,12
12. Ο Σαργών (712) και ο Σενναχερίβ (701) κατόπιν επιτυχών εκστρατειών έκαμαν υποτελείς τις πόλεις της Φιλιστίας.
13. Η εβραϊκή κατάληξις εις τον πληθυντικόν είναι «σερανίμ».
14. Νεεμ. 13,2
15. ΄Ίδε ε.α. Pritchard: The Ancient Near East in Pictures relating to Old Testament, Princeton 1954 (Η αρχαία Εγγύς Ανατολή εις εικόνες σχετικές με την Παλαιάν Διαθήκην, Εικών αρ. 57).
16. Ο Δαβίδ εβασίλευε κατά τα έτη 1010- 970 π.Χ.
17. Δεν είναι τυχαία η καθ’ ολοκληρίαν μεταστροφή του βασιλέως Σολομώντος από τον ιουδαϊκόν εις τον ελληνοπρεπή φιλοσοφικόν στοχασμόν του- κάτι το οποίο πολλοί ηθέλησαν να ερμηνεύσουν ως… ειδωλολατρικό, επειδή, ίσως, επηρεάσθηκε από τους Έλληνες φρουρούς που εκράτησε και αυτός κοντά του, υιοθετώντας την πολιτικήν του πατρός του.
18. Εξ. 13, 17 κ. εξ.
19. Οδύσσεια τ, 175-177
20. Ο Καθηγητής της Βιβλικής Ιστορίας Παναγιώτης Ι. Μπρατσιώτης, εις την μελέτην του υπό τον τίτλον: «Οι Φιλισταίοι και ο Αιγαιοκρητικός πολιτισμός εν Παλαιστίνη», δέχεται την κρητικήν καταγωγήν των Φιλισταίων και μάλιστα, εις υποσημείωσίν του γράφει τα εξής: «Διαφωτιστική οπωσδήποτε επί του προκειμένου είναι και η παρ’ Ομήρω (Οδύσσεια Τ 177) μαρτυρία καθ’ ην μεταξύ άλλων λαών κατοικούντων την παλαιάν Κρήτην ήσαν και οι Πελασγοί»!...
21. «Γλωσσολογικά» η Κάρπαθος μπορεί αβίαστα να θεωρηθή ως η Εβραϊκή Καφτόρ και η Ρόδος με το αρχαίο όνομά της Οφιούσα ως η πρόσκαιρη πατρίδα του Βασάσα. Ακόμη και οι Τεύκροι (Τιεκάρα) είχαν κατά την παράδοσι σχέσεις με την Κρήτη και την Κύπρο», υπσημειώνει ο Παν. Χρήστου εις το σχετικό βιβλίο του.
22. Απηγγέλθη ως εναρκτήριο μάθημα εις την Αίθουσαν των Τελετών του Πανεπιστημίου Αθηνών κατά την 8ην Φεβρουαρίου 1926.
23. Κάνει αναφοράν εις τον κορυφαίον του φιλισταϊκού πανθέου, όπως είναι ο Δαγών ή Δαγάν, του οποίου ιερά υπήρχαν εις την Γάζαν και την Άζωτον, για τον «Κρηταγενή Δία» («Κρητογενής Ζευς») όπου υπήρχε και το ιερό, το λεγόμενο «Μαρνείον» μιας και ο Μαρνάς υπήρξε η μέγιστη παλαιστινιακή θεότης τους, που ο Στέφανος Βυζάντιος θεωρεί κρητικής καταγωγής. Περί της Γάζης μάλιστα ο Στέφανος Βυζάντιος μας πληροφορεί ότι εκαλείτο και Μινώα «ότι Μίνως συν τοις αδελφοίς Αιακώ, Ραδαμάνθει… εκάλεσεν».
24. Δεν είναι τυχαία η έκπληξις της Σαμαρείτιδος όταν ο Ιησούς Χριστός της εζήτησε νερό: «λέγει ουν αυτώ η γυνή η Σαμαρείτις πως συ Ιουδαίος ων παρ’ εμού πιείν αιτείς, ούσης γυναικός Σαμαρείτιδος; Ου γαρ συγχρώνται Ιουδαίοι Σαμαρείταις» (Ιω. 4, 9).
25. Πηγές για τα γεγονότα της περιόδου αυτής είναι η Παλαιά Διαθήκη και η Καινή Διαθήκη, ο Φίλων, ο Ιώσηπος, η ραββινική γραμματεία, τα λεγόμενα «Απόκρυφα Ευαγγέλια» τα ψευδεπίγραφα της Παλαιάς Διαθήκης, οι επιγραφές, οι κλασσικοί συγγραφείς, Έλληνες και Λατίνοι, κ.λ.π.
26. ΛΕΩΝΙΔΟΥ Ι. ΦΙΛΙΠΠΙΔΟΥ, Τακτικού καθηγητού της Ιστορίας των Θρησκευμάτων εν τη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών: «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΕΞ ΑΠΟΨΕΩΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΚΑΙ ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑΚΗΣ», Αθήναι 1958.
27. Εις υποσημείωσίν του ο Καθηγητής Λεων. Ιω. Φιλιππίδης γράφει τα εξής: «Πόθεν το ενδιαφέρον τούτο του Πέρσου σατράπου προς ίδρυσιν εν Γαριζείν ιδίου Ναού των Σαμαρειτών;
α. – Τον Αρχιερέα Ιωανάν (Γιοχανάν) είχε διαδεχθή εις την Αρχιερατείαν ο υιός του Ιαδδουά ή Ιαδδός, κατά το γήρας του οποίου έπεσεν η Περσική Αυτοκρατορία.
Ο Αρχιερεύς ούτος, κατά τον Ιώσηπον (Ιουδ. Αρχαιολ. 11, 302) είχεν αδελφόν καλούμενον Μανασσή, ιερέα του εν Ιερουσαλήμ Ναού, όστις ενυμφεύθη την θυγατέρα του τελευταίου Πέρσου σατράπου Σαναβαλλήτου ονόματι Νικάσω.
Αλλ’ ο Αρχιερεύς και ο λαός, αντιταχθέντες εις τον γάμον Μανασσή του Εβραίου μετά της Περσίδος, ηξίωσαν παρά του Μανασσή να εγκαταλείπη την σύζυγόν του ή να παραιτηθή της ιερωσύνης από του εν Ιεροσολύμοις Ναού.
Προ του διλήμματος τούτου ευρεθείς ο Μανασσής, καίπερ αγαπών την σύζυγόν του εδήλωσεν εις τον Πέρσην σατράπην πατέρα της Σαναβαλλήτην, ότι θα την διαζευχθή ίνα μη στερηθή των από της ιερωσύνης του εν Ιεροσολύμοις Ναού δικαιωμάτων.
Τότε ο Σαναβαλλήτης, δια να συγκρατήση τον Μανασσή εν Σαμαρεία, υπεσχέθη εις αυτόν να επιτύχη παρά του Δαρείου την άδειαν ανεγέρσεως επί του όρους Γαριζείν, πλησίον της Συχέμ, ιδίου των Σαμαρειτών Ναού, εφαμίλλου του των Ιεροσολύμων, όπου ο Μανασσής ν’ ασκή τα καθήκοντα Αρχιερέως.
Αλλ΄ εν τω μεταξύ κατέκτησε την Περσίαν ο Μ. Αλέξανδρος, παρ’ ου ο Σαναβαλλήτης εζήτησε και έλαβε την άδειαν προς ίδρυσιν Ναού των Σαμαρειτών εν Γαριζείν.
β. –Την κατασκευήν του Ναού εν Γαριζείν ανάγουσι πλείστοι εις τους χρόνους Δαρείου του Νόθου, διατεινόμενοι, ότι ο Ιώσηπος συγχέει αυτόν προς τον Δαρείον Γοδομάνον.
Οι τούτο ισχυριζόμενοι στηρίζονται εις το χωρίον Νεεμ. 13,28 όπου λέγεται ότι είς των υιών του Αρχιερέως Ιωϊδά εξωρίσθη υπό του Νεεμίου, διότι συνεζεύχθη θυγατέρα Σανβαλλάτ του Χορανίτου.
Τον Σανβαλλάτ τούτον ταυτίζουσιν οι ταύτα διατεινόμενοι προς τον Σαναββαλήτην του Ιωσήπου διότι – λέγουσι- δεν είναι πιθανόν να υπήρξαν εις δύο εποχάς δύο σατράπαι της Περσίας εν Σαμαρεία, ονόματι Σανβαλλάτ και Σαναβαλλήτης, έχοντες έκαστος ως γαμβρόν Ιουδαίον ιερέα.
Εν τούτοις, ο Ιώσηπος ομιλεί τόσον εκδήλως περί της ιδρύσεως του εν Γαριζείν Σαμαρειτικού Ναού επί του Μ. Αλεξάνδρου (Ιουδ. Αρχ. 11,8, 4. 13,3,4 και 13,9,1) γνωρίζει δ’ εξάλλου τόσον καλώς την συνέχειαν των Περσών Βασιλέων, ώστε θα ήτο τολμηρόν να αμφισβητήσωμεν την ακρίβειαν της πληροφορίας του και να θεωρήσωμεν αυτήν ως προϊόν χρονολογικής πλάνης, διότι θα έδει τότε να υποθέσωμεν, ου μόνον ότι ο Ιώσηπος συνέχεε δύο Δαρείους, αλλά και ότι παν ό,τι λέγει περί σχέσεων Σαναβαλλήτου και Μ. Αλεξάνδρου είναι επινόησίς του.
Εξ άλλου, γεγονός τοιούτο ώφειλε να σημειώται επακριβώς εν τοις Χρονικοίς των Σαμαρειτών˙ ο δε Ιώσηπος 4 μόλις αιώνας απέχων της εποχής του Μ. Αλεξάνδρου, ηδυνήθη να συμβουλευθή αυθεντικάς πηγάς, ων στερούμεθα σήμερον.
Και ναι μεν η ομοιότης περιστατικών τινών της αφηγήσεως του Ιωσήπου προς την αφήγησιν του Νεεμίου ευνοεί την υπόθεσιν συγχύσεως τινός αλλ’ η πλάνη του Ιωσήπου περιορίζεται ίσως εις το όνομα του σατράπου του Δαρείου Γοδομάνου και προήλθεν ακριβώς εκ του χωρίου του Νεεμίου, όπερ ο Ιώσηπος εφήρμοσεν εις τας μεταξύ του ιερέως Μανασσή και του σατράπου του τελευταίου Δαρείου υφισταμένας σχέσεις ή όπερ ίσως εθεώρησεν ως εμβόλιμον.
Όπως ποτ’ αν ή δέον δεχθώμεν ως ιστορικόν γεγονός την επί του Μ. Αλεξάνδρου ίδρυσιν του εν Γαριζείν Ναού των Σαμαρειτών, καν θεωρηθή ότι υπάρχει πλάνη εις το όνομα του σατράπου, ον αναφέρει ο Ιώσηπος.
γ. – Οικοδόμησιν επί Μ. Αλεξάνδρου του εν Γαριζείν Ναού δέχεται και το αραβικόν Χρονικόν, προφανώς εξ αρχαίων πηγών, χωρίς να αναφέρει μήτε Σανβαλλάτ μήτε Μανασσή˙ πλανάται μόνον κατά τίνα έτη, όταν λέγη, ότι ο Ναός των Σαμαρειτών εκτίσθη το 2ον έτος της 111ης Ολυμπιάδος (= 335- 334 π.Χ.) διότι η πολιορκία της Τύρου εγένετο τω 332».
28. Πρβλ. Ιω. 4,25
29. Η υποσημείωσις του Λεων. Ιω. Φιλιππίδη έχει ως εξής:
«Πρβλ. την αμφιβόλου γνησιότητος Επιστολήν Αριστέα, λοχαγού του Πτολεμαίου, ήτις πάντως ανήκει εις ελληνιστήν Ιουδαίον της Αλεξανδρείας: Αριστέα, Επιστολή προς Φιλοκράτη (Lipsiae Teubner 1900) επί του περιεχομένου της οποίας ίδε Λεωνίδου Ιω. Φιλιππίδου: «Κριτικαί παρατηρήσεις εις το κείμενον Πλούταρχου περί Ίσιδος και Οσίριδος’ (Ανακοίνωσις εις την Ακαδημίαν Αθηνών κατά την συνεδρίαν της 15-17 Ιουνίου 1944. Έτος 1944. τόμος 19) Αθήναι (Ανατύπωσις εκ της «Θεολογίας» τομ. ΙΘ΄, 1941, 1948) 1948, σελ. 24 εξ.:Exercus: Αριστέα επιστολή προς Φιλοκράτη και το εν Αιγύπτω έθος των μεταγραφών. – Πρβλ. και Κωνσταντίνου του εξ Οικονόμων: Περί των Ο΄ ερμηνευτών της Παλαιάς Θείας Γραφής, βιβλία Δ, Τομ. 1-4 (Αθήνησι 1849).- Hody contra Iristeae de Lxx interpretibus dissertario (Oxford 1865), του αυτού – De bibliorum textibus originalibus (Αυτόθι 1865) – Daehne Geschichliche Darstellungen II Halle 1834), σελ. 205-215. Ο Φίλων (Βίος Μωϋσέως ΙΙ, 5-7) δεν ομιλεί περί Αριστέα˙ αποδίδει όμως την προέλευσιν της ελληνικής μεταφράσεως εις αίτησιν του Πτολεμαίου προς τον Αρχιερέα των Εβραίων, χωρίς να αναφέρει τους 72 ερμηνευτάς. – Πρβλ. και Wilhelm Bousset: Die Religion des judentums im spaathellenistischen Zeilalter (Tubingen 1962), σελ. 27 κ. εξ. – Ιωσήπου, Ιουδ. Αρχ. 12, 2, 11 εξ. – Ειρηναίου 3, 21, 2 παρ’ Ευσεβίω, Εκκλ. Ιστ. 5, 8, 11 εξ.- Ειρηναίου 3, 21, 2 παρ. παρ. Ευσεβίω, Εκκλ. Ιστ. 5, 8, 11 εξ. – Κλημ. Αλεξ. Στρωμ. 1,22 (Migne ΕΠ, 8, σελ. 889 εξ.) – Ευσεβ. Ευαγγελ. Προπαρ. 8, 1, 5. – Κυρίλλου Ιεροσ. Κατηχ. 4, 34 (Migne 33, σελ. 497). – Iω. Χρυσοστ. Ομιλ. Εις Γεν. 4, 4 (Migne EΠ, 53, 42) και εις Ματθ. Ομιλ. 5,2 (Migne ΕΠ, 57, σελ. 57) κ.α., περί ων ίδε: Αριστέα Επιστολή προς Φιλοκράτη (Lipsaie, Teubner 1900), σελ. 85 εξ: Veterium testiomonia de origine versionis LXX interpretum- Johannes Hermann und Friedrich Baumgartel: Beitrage zur enstehungsgeschichte der septuaginta (Berlin, Stuttgart, Leipzig 1923).
Ο Ψ΄ Ιουστίνος (Λόγος παραινετικός προς Έλληνας, 13 εν Βιβλιοθήκη Ελλήνων Πατέρων και Εκκλησιαστικών συγγραφέων – Έκδοσις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1955, τομ. Δ΄, σελ. 23 εξ.) και το Βαβυλωνιακόν Ταλμούδ (Μeghilla I, 8, 9α εν: Lazarus Goldsmidt, Der babylonische Talmud, Bd IV, Berlin 1931 σελ. 33-34) πληροφορούσιν, ότι οι 70 (72) ερμηνευταί, κεκλεισμένοι εις ισάριθμα κελλία, εφιλοτέχνησαν έκαστος ιδίαν μετάφρασιν, πάσαι δ’ αι ούτω προελθούσαι μεταφράσεις ευρέθησαν έπειτα συμφωνούσαι. Τούτο δέχεται και ο αγ. Ιερώνυμος (εν τω Προλόγω του εις την Πεντάτευχον: PL 28, 181 εξ.) θεωρών ως αυθεντικάς τας αφηγήσεις των Αριστέα και Ιωσήπου. – Γεγονός πάντως είναι ότι η μετάφρασις έγινεν επί Πτολεμαίου Φιλαδέλφου ως βεβαιοί και ο επί Φιλομήτορος (180- 145) ακμάσας Ιουδαίος φιλόσοφος Αριστόβουλος (παρ’ Ευσεβίω, Ευαγγ. Προπ. 13, 12, 2, 644)».
30. 2. Μακκ. 6,8
31. Ιουδ. Πολ. 2,6,3
32. Πρβλ. Ομήρου Ιλ. Β 508, Στράβ. 1,2,3 (16) 9.2.2 (400) εξ. ΄Ίδε και Ευαγγ. Κ. Κοφινιώτου: Παλαιστίνη, ήτοι ιστορία και Γεωγραφία της Αγ. Γης, (Αθήναι 1981) σελ. 244
33. ΄Ίδε Ευαγγ. Κοφινιώτου, ως άνω, σελ. 236
34. Πολυβίου 5, 70, 3 (εξ.)
35. Στράβ. 16, 769
36. Ιωσήπου, Ιουδ. Πόλ. 2, 6, 3
37. Ιωσήπου, Ιουδ Αρχ. 13, 15, 3. 14, 3, 3
38. Πρβλ. Κλήμεντος Αλεξανδρέως, Στρωμ. Ι, 22, εν Migne ΕΠ, 8, σελ. 889 εξ. Πρβλ. και σελ. 893: «Θεού γαρ ην βούλημαι μεμελετημένον εις ελληνικάς ακοάς» Πρβλ. και Ι. Χρυσόστομον εν Migne EΠ, 53, σελ. 42.
39. Περί Μακκαβαίων, ίδε Ιωσήπου, Ιουδ. Αρχ. 13, 1, 1
40. Φίλωνος, Νόμων ιερών αλληγορίας 3, 60 (173, ρ121 Μ).
41. Δ. Ν. Γουδή: Τα μυστήρια της Ελευσίνος (Αθήναι 1935, σελ. 86).
42. Πρβλ. Τα ιστορούμενα (Ι. Μακκ. 1, 14 εξ. 2 Μακκ. 4,9 εξ. Πρβλ. και Ιωσήπου Ι.Α., 12, 5, 1, 241) περί των συμβάντων επί Αντιόχου Δ’ Επιφανούς (175 π.Χ.) μέχρι και της τεχνητής αποκρύψεως της περιτομής ως και γυμνής εμφανίσεως: «τα τ’ άλλα πανθ’ όσα ην αυτοίς πάτρια παρέντες εμιμούντο τα των άλλων εθνών έργα» (Ιώσ. ενθ. Αν). Υπαινιγμόν περί τούτων πρβλ. 1 Κορ. 7, 18.
43. Ίδε άρθρο του γράφοντος υπό τον τίτλον: «ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΗΣ ΒΙΒΛΟΥ» και υπότιτλον: «ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΕΣ ΑΠΕΣΙΩΠΗΣΑΝ ΤΟΝ ΟΡΟΝ «ΕΛΛΗΝΕΣ» ΑΠΟ ΤΟΝ ΗΣΑΪΑΝ!...», το οποίο εδημοσιεύθη εις την εβδομαδιαίαν εφημερίδα «ΝΕΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ» του δημοσιογραφικού συγκροτήματος Γρηγορίου Α. Μιχαλοπούλου, την Παρασκευήν, 16 Ιουλίου 1999.