Τον καιρό που ο Σποριάς συγκινούσε τις καρδιές μας!..

Κωδικός Πόρου: 00285-112910-1384
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 17/10/11 23:31
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Ελληνική Παιδεία, 00285-112910-1384




Περιγραφή:

Τον καιρό που ο Σποριάς συγκινούσε τις καρδιές μας!..

«Τα πρωτοβρόχια εκαθάρισαν τη γη από τα ξηρόχορτα του καλοκαιριού και επότισαν τους διψασμένους αγρούς. Με τα πρωτοβρόχια εμπήκε «το μικρό καλοκαιράκι». Λάμπει πάλιν ο ήλιος με τις ζεστές του ακτίνες, τα χορταράκια ολοπράσινα στολίζουν με νέα άνοιξι τις άκρες των αγρών και τα χρυσάνθεμα τα χρυσά, του αγίου Δημητρίου τα άνθη στολίζουν τον μήνα Οκτώβριο, τον Αϊδημητρίτη, όπως τον λέγουν…». Αυτά διαβάζαμε εμείς μισό αιώνα πριν στα δημοτικά σχολεία μας!..

ΣΤΟΥΣ ΕΛΑΙΩΝΕΣ ΚΑΙ ΣΤΑ ΝΥΚΤΕΡΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

1. Πάνε, επέρασαν πια τα οπωρικά. Ο τρύγος ετελείωσε και αυτός. Τα νέα κρασιά βράζουν τώρα μέσα στα βαρέλια. Οι κληματόβεργες στ’ αμπέλια απομένουν γυμνές και οι συκές απλώνουν τώρα τα στακτιά κλαδιά των ωσάν απολιθωμένα ξηρόκλαδα.
Τα πρωτοβρόχια εκαθάρισαν τη γη από τα ξηρόχορτα του καλοκαιριού και επότισαν τους διψασμένους αγρούς. Με τα πρωτοβρόχια εμπήκε «το μικρό καλοκαιράκι». Λάμπει πάλιν ο ήλιος με τις ζεστές του ακτίνες, τα χορταράκια ολοπράσινα στολίζουν με νέα άνοιξι τις άκρες των αγρών και τα χρυσάνθεμα τα χρυσά, του αγίου Δημητρίου τα άνθη στολίζουν τον μήνα Οκτώβριο, τον Αϊδημητρίτη, όπως τον λέγουν.

2. Ακόμη δεν έφεξε και ο παπα - Κωνσταντής εσήμανε στους Τρεις Ιεράρχας. Και ο παπα - Οικονόμος της Παναγίας τον ηκολούθησε αμέσως ωσάν να τον επερίμενε από ώρα κρεμασμένος από την καμπάνα.
Την ώρα, που η Πούλια η αργυροκέντητη ευρίσκεται στο μεσουράνημα, την ώρα αυτή οι νησιωτοπούλες παίρνουν στους ώμους των τα κοφίνια με τ’ αδειανά σακκιά, περνούν και τα καλάθια στο χέρι και βγαίνουν πολλές μαζί στους ελαιώνες.
Στον ελαιώνα τώρα, τον μήνα τον Αϊδημητρίτη, συγκεντρώνεται κάθε ημέρα το χωριό. Εκεί τραγούδια και χαρά, εκεί εργασία και γέλια, εκεί όλο το χωριό «ξεσπιτωμένο». Εκεί και ο Γερο - Δήμος, ο πρώτος νοικοκύρης του χωριού, με τα περιβόλια τα αλογάριαστα και τους πολλούς υπηρέτες και τα πολλά μουλάρια.
Χωμένος στους ελαιώνές του με τις εργάτριές του μαζεύει ο γέρο - Δήμος τις ελιές, που έπεσαν καταγής. Βιάζεται να στείλη στην πόλι το πρώτο χέρι, το πρώτο λάδι του, με το καΐκι του καπετάν Νικόλα του Παυλάκη.
Και γελούν τα μάτια του γέρο - Δήμου, και γελούν τα χείλη του, γελούν και τα σταχτιά μουστάκια του, τα μικρά και αγκαθωτά.
Την ίδια ώρα η κυρά - Δήμαινα, η πρωτονοικοκυρά του χωριού, ετοιμάζει το φαγητό για τους εργάτες απέξω από το καλυβόσπιτο. Μαγειρεύει τα καβούρια, που εσύναξε τη νύκτα ο γέρο - Δήμος με το πυροφάνι κάτω στο ρέμα της Κεχριάς.
—Α, κορίτσια μου, γρήγορα και μας επήρε η νύκτα! παρακινεί ο γέρο - Δήμος τις εργάτριες στο μάζεμα με φωνή ζωηρή και αντηχεί όλο το βουνό και όλο το βαθύρρεμα.
—Α, κορίτσια, και έγινε το πιλάφι μας, και έγιναν και τα καβούρια!
Και οι εργάτριες, όλες χαρούμενες, ωσάν να είναι θυγατέρες του, δεν αργοπορούν. Μια - μια μαζεύουν τις ελιές γεμίζοντας την ποδιά των. Απ’ την ποδιά των έπειτα γεμίζουν τα καλάθια και τα αδειάζουν στα σακκιά. Και ο γέρο - Δήμος φορτώνει τα σακκιά, στα ζωα του και τα παραδίδει στους υπηρέτες του, να τα μεταφέρουν στο ελαιοτριβείό του, που είναι κάτω στη Χώρα.
Και αυτός μ’ ένα καλάθι στο χέρι περιμαζεύει τις ελιές, που εσκόρπισαν μακριά τ’ ανεμοβρόχια.
—Να, και άλλη μαυρομάτα, κορίτσια! φωνάζει μαζεύοντας την ελιά, που εσκόρπισεν ο αέρας.
Και τα κορίτσια όλα γελούν από τη χαρά τους και από τη χαρά του αφέντη των, που όλο και ξαναλέγει:
—Οι καημένες οι μαυρομάτες! που θέλετε να μου πάτε;
Σας αφήνω εγώ να μου φύγετε;
Όλος ο τόπος, θαρρείς, γελά και χαίρεται με τη χαρά και τα γέλια των εργατριών.

3. Όταν περάση η εβδομάδα του ελαιώνα, ώσπου να φυσήξη πάλι νέος βοριάς και να ρίξη νέο ελαιόκαρπο, το «δεύτερο χέρι», αρχίζουν τότε τα όμορφα βράδια των νυκτεριών στο φίλεργο χωριό, που κάθεται επάνω στους βράχους της ακρογιαλιάς ωσάν κλώσσα.
Σχίζες από δαδί, αναμμένες στο παραγώνι, βγάζουν λαμπρές φλόγες. Καθισμένες εκεί κοντά οι νησιωτοπούλες άλλες πλέκουν, άλλες γνέθουν, άλλες κεντούν. Και η γρια, έχοντας τα πόδια της ίσια απλωμένα, βάζει επάνω τα λανάρια, της και αρχίζει να λαναρίζη τα μαλλιά. Με αυτά θα υφάνη αργότερα τα υφαντά του χειμώνα τα χονδρά.
Μα ο Γερο - Δήμος άλλη εργασία ετοίμασε για τις εργάτριές του μέσα στις αποθήκες του σπιτιού του. Οι σωροί από το αραποσίτι, που εσύναξε από τους αγρούς του, θέλουν ξεκόκκισμα και χρειάζονται γι’ αυτό πολλά νυκτέρια. Βιάζεται να ετοιμάση γρήγορα τον καρπό για τους μύλους, που έχει στου Αγά το ρέμα, να μην κάθωνται τώρα με τα πολλά νερά. Και η κυρά Δήμαινα ετοιμάζει να προσφέρη σε όλους από το ωραίο πετιμέζι, που έκαμε τον καιρό του τρύγου.
Τα κορίτσια κάθονται στο πάτωμα και με τα δάκτυλα των ποδιών στηρίζουν μια χονδρή σιδερένια λεπίδα. Την κρατούν ίσια και παίρνοντας καλαμπόκια τα κτυπούν ένα - ένα με δύναμι επάνω στην κόψι της λεπίδας. Και πέφτουν σωρός οι σπόροι του καλαμποκιού, κατακίτρινοι ωσάν κόκκοι κεχριμπαριού με ένα μοναχά λευκό ματάκι.
Η μονότονη αυτή εργασία με τους μονότονους κτύπους του αραποσιτιού επάνω στη λεπίδα εξακολουθεί έως τα μεσάνυκτα, ώσπου να λαλήση ο πρώτος πετεινός και πέραν ακόμη. Γιατί οι ιστορίες και τα παραμύθια του γέρο - Δήμου δεν τελειώνουν τόσον γρήγορα και κάμνουν τα κορίτσια να γελούν με την καρδιά των.

4. Στο μεταξύ εφύσηξε πάλι ο βοριάς και έρριξε καταγής νέο ελαιόκαρπο. Και πάλι οι εργάτριες με τα καλάθια στα χέρια βγαίνουν στους ελαιώνες να συνάξουν τον καρπό, το «δεύτερο χέρι».
Πριν βραδυάση, σειρά ολόκληρη από ζώα φορτωμένα κατεβαίνει τον κατηφορικό ελαιώνα. Είναι του γέρο - Δήμου τα μουλάρια, που κουβαλούν στο χωριό φορτώματα από ελιές. Και βιάζονται τα ζώα αγκομαχώντας στον κατήφορο, εδώ να πέσουν, εκεί να σταθούν, ωσάν μεθυσμένα. Καταϊδρωμένα φυσομανούν, κοντοστέκονται. Και ηχούν τα κουδουνάκια στο λαιμό των και πλαταγούν τα μαστίγια των αγωγιατών, που βιάζονται να φθάσουν στο χωριό, να κουβαλήσουν τον ελαιόκαρπο, μην έμπη ο Σποριάς με ανεμοβρόχια. (*)

----------------------------------
(*) Γ. ΜΕΓΑ, Κ. ΡΩΜΑΙΟΥ Σ. ΔΟΥΦΕΞΗ, Θ. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΥ: ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟΝ Δ’ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ - ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ ΑΘΗΝΑΙ 1959