Οι χριστιανικές αντιλήψεις των Διδασκάλων του Γένους!.. (6)

Κωδικός Πόρου: 00285-112904-1690
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 03/12/11 16:50
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Ελληνική Παιδεία, 00285-112904-1690




Περιγραφή:

 

Μια σειρά άρθρων, μελετών και ερευνών για τους Διδάσκαλους του Γένους οι οποίοι στην πλειονότητά τους πίστευαν ότι οι παιδαγωγικές αντιλήψεις που είχαν πρέπει να συμβαδίζουν με τον Χριστιανισμό και ιδίως με την Ορθοδοξία! Σήμερα συνεχίζουμε με τον Κωνσταντίνο Κούμα!

ΜΕΡΟΣ Β΄

ΟΙ ΕΥΡΥΤΕΡΕΣ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΕΣ
ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΩΝ. ΚΟΥΜΑ

«… όσο προοδεύαμε οι Γραικοί τόσο πιο σκληρός γινόταν ο βάρβαρος.» (Κ. Μ. Κούμας)

«Είπανε στην Πόλη και στη Σμύρνη πως οι διαβασμένοι είναι η πρώτη αιτία των συμφορών μας κι’ ότι ο Πατριάρχης έδωσε μυστικά τη διαταγή —δεν ξέρω αν τόκανε μόνος του ή τον ανάγκασε άλλος—να εγκαταλείψουμε την Ιωνία, εγώ, ο Βενιαμίν, ο Βόμβας κι' ο Θεόφιλος. Έτσι αναγκάστηκα να φύγω απ' την Σμύρνη, όσο πιο γρήγορα μπορούσα…» (Κ. Μ. Κούμας)

 

Οι επιστολές του Κωνσταντίνου Κούμα.

 

ΧΩΡΙΣ αμφιβολία ο Κωνσταντίνος Κούμας αισθανόταν ένας μορφωμένος Γραικός Ένας Έλληνας δηλαδή, που έχει τις ρίζες του στα πανάρχαια χρόνια. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός, ότι ο όρος Γραικός συναντάται για πρώτη στην αρχαία ελληνική γραμματεία (Πλούταρχος, Κικέρων Ε΄ 3, 1 Ηρωδιανός, Περί Καθολικής Προσωδίας 13,5 Στράβων, Γεωγραφικά Α΄2. 39, 30 κ.α.).
Να πούμε με την ευκαιρία ότι ο Γραικός, που τόσο άρεσε ως όρος στον Κωνσταντίνο Κούμα, ήταν ο μυθικός γενάρχης των Γραικών. Κατά τον Ησίοδο, ήταν γιος του Δία και της Πανδώρας, κόρης του Δευκαλίωνα, ενώ οι Γραικοί, κατά τον Αριστοτέλη, ήσαν οι Έλληνες που μετά τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα κατοικούσαν γύρω στη Δωδώνη και τον Αχελώο. Ο Ησίοδος στους καταλόγους του μιλάει για κάποιον επώνυμο ήρωα Γραίκο, γιο του Δία και της Πανδώρας. Ο Αλκμάν αναφέρει σε ένα στίχο του: Γραίκες των Ελλήνων μητέρες. Στο Πάριο μάρμαρο, επίσης, η λέξη Γραικοί αναφέρεται ως αρχαιότατο όνομα των Ελλήνων. Αργότερα η λέξη χρησιμοποιήθηκε για τους εκχριστιανισμένους Έλληνες. Ο Κάτων ονόμασε γραικά γερόντια, το 151 π.Χ. στη Σύγκλητο, τους επιφανείς Αχαιούς ομήρους που μεταφέρθηκαν στη Ρώμη έπειτα από 17 ετών βασανιστήρια, επειδή δήθεν η Αχαϊκή Συμπολιτεία είχε βοηθήσει το βασιλιά Περσέα στον πόλεμο κατά των Ρωμαίων. Οι όμηροι αφέθησαν ελεύθεροι με τη μεσολάβηση του Σκιπίωνα του Αφρικανού
Εν πάση περιπτώσει, ανατρέχοντας κανείς στον Αθηναϊκό Τύπο, θα βρει μία μεγάλη έρευνα που είχε δημοσιεύσει για τον Κωνσταντίνο Κούμα η εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» από της 25ης Δεκεμβρίου 1953 έως της 12ης Ιανουαρίου 1954.
Αξίζει τον κόπο να διαβάσουμε τι λέει γι’ αυτό το θέμα ο Πολυχρόνης Ενεπεκίδης, Καθηγητής του Πανεπιστημίου της Βιέννης:

« Μεγάλην ιστορικήν αξίαν έχει εκείνο που έγραψεν ο Κοραής εις την κλασικήν του πλέον αυτοβιογραφίαν. Είπεν ότι είναι πολύ δύσκολον να συντάξη κανείς την ιστορίαν του βίου του. με τας λέξεις αυτάς εξέφραζε, νομίζω, συγχρόνως και μίαν αμφιβολίαν ως προς την αξίαν μιας αυτοβιογραφίας από ιστορικής απόψεως. Διότι ο χρόνος τας μεν πληροφορίας του συγγραφέως θα τας συμπληρώση δια της ερεύνης, η δε Ιστορική Κριτική θα μεταβάλη οπωσδήποτε την εικόνα του συγγραφέως απέναντι των γεγονότων και του περιβάλλοντός του. Ώστε εκείνο που θα εθεώρει κανείς ως κάτι αποτελειωμένο, είναι ακριβώς το μάλλον ευμετάβλητον: Η ιστορική αυτοβιογραφία.
Μετά τον Κοραήν μας έδωσε μίαν αυτοβιογραφίαν του ο Λαρισαίος λόγιος και διδάσκαλος του Γένους Κωνσταντίνος Κούμας (1777—1836). Την εδημοσίευσεν εις τον δωδέκατον τόμον του έργου του «Ιστορία των ανθρωπίνων πράξεων»26 όχι αυτοτελή, όπως ο Κοραής, αλλά την παρήνειρε εις την ιστορίαν των συγχρόνων του και της εποχής του. Θα επίστευε κανείς ότι και η αυτοβιογραφία του Κούμα είναι «κλειστή», δηλαδή δεν επιδέχεται προσθαφαιρέσεις και ότι θα ήτο μάταιος κόπος— έστω και δια φοιτητήν — ν' ασχοληθη πλέον με την ζωήν του Κούμα.
Η παρούσα μελέτη έχει και τον σκοπόν να θέση εν αμφιβολία την απρόσβλητον ιστορικήν αξίαν μιας αυτοβιογραφίας και να ενισχύση έτι περισσότερον τα όσα σχετικώς εξέφρασεν και ο Κοραής. Βεβαίως η αυτοβιογραφία του Κούμα υπήρξεν αναγκαστικώς ατελής. Παρεσιώπησεν ηθελημένως ωρισμένα γεγονότα της ζωής του, τα οποία θα εμεγάλωναν την δόξαν του και τούτο διότι έγραφε όχι εις το Παρίσι αλλά εις την Βιέννην του Μέττερνιχ, όπου κάθε γραμμή έπρεπε να περάση από χίλια μάτια και τον άγνωστον δια τους πολλούς μυστικόν μηχανισμόν της Λογοκρισίας του διπλωματικού νου της Ευρώπης, των αρχών του 19ου αιώνος.
Η έκρηξις της Ελληνικής Επαναστάσεως εύρε τον Κούμαν εις το Γυμνάσιον της Σμύρνης όπου εδίδασκε και εζούσε το μεγάλο Όνειρον. Δίχως πολλούς ενδοιασμούς τα άφησεν όλα και ηλθεν εις την Τεργέστην.

0ι Τούρκοι εδήμευσαν την περιουσίαν του και την πλουσίαν βιβλιοθήκην του εις την Σμύρνην. Από την Τεργέστην επέρασεν εις την Βιέννην εις τον σταθμόν της οποίας τον υπεδέχθησαν γαλήνιοι... οι αστυνομικοί του Μεττερνιχ! Ερρίφθη εις τας φυλακάς της αστυνομίας «δια μίαν μικράν ανάκρισιν». Εκεί τον ανέμεναν παλαιοί φίλοι και συμπατριώται: Ο εκ Χίου Πανταλέων Βλαστός, ένας ένθερμος όσον και άγνωστος Φιλικός, ο ποιητής Κωνσταντίνος Κοκκινάκης, ωσαύτως από την Χίον, και ο εκ Σιατίστης Θεόδωρος Μανούσης, ο κατόπιν καθηγητής της Γενικής Ιστορίας εις το Πανεπιστήμιον Αθηνών. Εις τας αυτάς φυλακάς είχον μείνει εγκάθειρκτοι προ 23 ετών ο Ρήγας και οι μάρτυρες σύντροφοί του.
Ο ίδιος ο Κούμας ήτο υποχρεωμένος δια τον φόβων της λογοκρισίας να παρασιωπήση την ηρωϊκήν αυτήν περίοδον της ζωής του. Αναφέρει εις την αυτοβιογραφίαν του απλώς ότι εις την Βιέννην τον εκράτησαν κατά το 1821 απρόοπτοι περιστάσεις…»
Αφού ο ως άνω καθηγητής λέει ότι «θ’ ασχοληθώμεν κάπως λεπτομερέστερον με την ζωήν του Κούμα εις τας φυλακάς του Μέττερνιχ, δια να δώσωμεν ένα τυπικόν παράδειγμα των υπερανθρώπων αγώνων πτωχών Ελλήνων λογίων, οι οποίοι κατηναλώθησαν κυριολεκτικώς δια να επιτύχουν όσα ημείς θεωρούμεν σήμερον σχεδόν αυτονόητα», συνεχίζει:

«Ιδού λοιπόν το «ημερολόγιον ενος φυλακισμένου» βάσει των επισήμων αγνώστων μέχρι τούδε εγγράφων της αστυνομίας της Βιέννης. Είναι η πρώτη φορά που ακούμε μίαν φωνήν «εκ βαθέων», ακριβώς από εκείνα τα σκοτεινά κελλιά όπου έμεινε και ο ίδιος ο Ρήγας με τους συντρόφους του».

Πράγματι. Η αίτηση του Κούμα που ακολουθεί φέρει την γνησίαν υπογραφήν του. Το γερμανικόν κείμενον φαίνεται ότι εγράφη καθ' υπαγόρευσιν του Κούμα από τον γραμματέα των φυλακών 27 :
«Προς το Σεβαστόν Υπουργείον της Αστυνομίας.
Ο υποφαινόμενος λαμβάνει την τιμήν να υποβάλη ευσεβάστως την κάτωθι επείγουσαν αίτησιν.
Αι εξαιρετικώς αντίξοοι περιστάσεις με ηνάγκασαν ν’ απομακρυνθώ επειγόντως από την Σμύρνην, μαζί με την οικογένειάν μου αποτελουμένην από την μητέρα μου, την θυγατέρα μου, τον γαμβρόν μου, μίαν εγγονήν και τρεις μαθητάς των οποίων μου ανέθεσαν την εκπαίδευσιν. Εκ Σμύρνης μετέβην εις την Τεργέστην δια να ευρίσκωμαι υπό την σοφήν και ευμενή προστασίαν της καισαροβασιλικής αυστριακής Κυβερνήσεως.
Επειδή έφυγα εσπευσμένως από την Σμύρνην δεν μου έμεινε καιρός να διευθετήσω τα ζητήματα της οικογενείας μου και των μαθητών μου. ΄Όντως μην υποχρεωμένος ν’ αφήσω εις την Τεργέστη την μητέρα μου, την θυγατέρα, τον γαμβρών και την εγγονή μου και να έλθω εις την Βιέννη μόνον με τους τρεις μαθητές μου, και τούτο διότι ο γαμβρός μου ως γνωστός έμπορος μεταξύ των Ελλήνων ηπατήθη ως προς τας ελπίδας του, ότι θα εύρισκεν εκεί χρήματα και υποστήριξιν».
Βεβαίως ο σκοπός του ταξιδιού του Κούμα εις την Βιέννη ήταν εντελώς διαφορετικός. Αλλ’ ας τον αφήσουμε πρώτα να συνεχίσει :
«Προς μεγάλην μου έκπληξιν άμα τη αφίξει μου εδώ συνελήφθην υπό της ευσεβάστου Αστυνομίας και εφυλακίσθην δια να ανακριθώ. Δεν γνω­ρίζω μέχρι σήμερον διατί συνέβη αυτό. Έχω την συνείδησίν μου καθαράν και λέγω ότι είμαι αθώος και ότι και μετά εξονυχιστικήν έρευναν θα αποδειχθή ότι κατά την μακράν και επανειλημμένην μου διαμονήν εις την Βιέννην ή εις την Τεργέστην και την Σμύρνην, δεν ευρισκόμην και δεν ευρίσκομαι εις ουδεμίαν σχέσιν ή συνεννόησιν με ανήσυχα ή εκτός νόμου στοιχεία».
Ο ισχυρισμός αυτός είναι βεβαίως όχι μόνον τολμηρός αλλά και αφελής απέναντι ενός ανακριτή, ο οποίος θα χαμογελούσε, ασφαλώς, διαβάζοντας την αίτηση αυτή και συγχρόνως τα έγγραφα του φακέλου Κούμα αποδεικνύοντα, όπως θα δούμε, την ενεργόν του συμμετοχήν εις την Φιλικήν Εταιρείαν. Άλλ' ας ακούσουμε ακόμη το «εκ βαθέων εκέκραξα» του Κούμα :
«Επειδή λοιπόν — γράφει — η ανάκρισίς μου συνεχίζεται από μα­κρόν, εμποδίζομαι εις την διευθέτησιν των εργασιών μου και δεν ημπο­ρώ να κάμω τίποτε δια την αγωγήν των μαθητών που ανέλαβα. Και συγκεκριμένως: Δεν ημπορώ να διευθετήσω τας εργασίας μου, διότι δεν ημπορώ να υπάγω κάπου ή να γράψω κάπου, επομένως στερούμαι των πάντων. Κατά την άφιξίν μου είχα ενοικιάσει ένα κατάλυμα δι' ένα μήνα, το οποίον τέλος του τρέχοντος μηνός πρέπει ν’ αφήσω, ενώ το άλλο που θα ενοικίαζα δι’ εξ μήνας ημπορώ να το έχω σύμφωνα με τους νόμους μόλις την 14ην Οκτωβρίου, επομένως πρέπει δύο εβδομάδας να περάσω κάπου αλλού. Δεν έχω ούτε έπιπλα, τα οποία πρέπει ο ίδιος ν’ αγοράσω, αλλά και δεν έχω και χρήματα, αφού δεν ημπορώ να τρέξω δια τον μισθόν μου ή τέλος πάντων δια να εύρω άλλους πόρους. Η εργασία μου απαιτεί την επίσκεψιν των Δημοσίων Βιβλιοθηκών, πράγμα που εμποδίζομαι τώρα να κάμω, ενώ η κατεστραμμένη μου υγεία απαιτεί κίνησιν, την οποίαν ούτε ημπορώ ούτε μου επιτρέπεται να κάμω. Τέλος η κατάστασίς μου αυτή μ’ εμποδίζει να φροντίσω δια τα τρία παιδιά που μου ανετέθησαν και αυτό φέρει εις κίνδυνον την αγωγήν και την συντήρησίν των.
Εις αυτήν την εξαιρετικώς άτυχη και απελπιστικήν θέσιν απευθύ­νομαι ικετευτικώς προς το σεβαστόν Υπουργείον της Αστυνομίας μ ε την επείγουσαν παράκλησιν, όπως η άνακρισίς μου επισπευσθή και περατωθή συντόμως και όπως αφεθώ ελεύθερος δια να είμαι εις θέσιν να φροντίσω δια την οικογένειάν μου και τους τροφίμους μου μαθητάς. Είμαι έτοιμος να ακολουθήσω προθυμότατα όλας τας διατάξεις, αι οποίαι θα συνεδέοντο εις το μελλον ίσως με την εδώ διαμονήν μου και υπόσχομαι να συμμορφωθώ κατά γράμμα προς αυτάς και να ζήσω αυστη­ρότατα κατά το πνεύμα των.
ΚΩΝΣΤ. ΜΙΧ. ΚΟΥΜΑΣ
Καθηγητής
Βιέννη, 24 Σεπτεμβρίου 1821».

 Συνεχίζεται…