Οι χριστιανικές αντιλήψεις των Διδασκάλων του Γένους!.. (5)

Κωδικός Πόρου: 00285-112906-1555
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 10/11/11 16:07
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Ελληνική Παιδεία, 00285-112906-1555




Περιγραφή:

Οι χριστιανικές αντιλήψεις των Διδασκάλων του Γένους!.. (5)

Μια σειρά άρθρων, μελετών και ερευνών για τους Διδάσκαλους του Γένους οι οποίοι στην πλειονότητά τους πίστευαν ότι οι παιδαγωγικές αντιλήψεις που είχαν πρέπει να συμβαδίζουν με τον Χριστιανισμό και ιδίως με την Ορθοδοξία! Σήμερα συνεχίζουμε με τον Κωνσταντίνο Κούμα!..

«Αι μούσαι ομιλούσι σοι …»

Γι να μπορέσει ο αναγνώστης να εμβαθύνει καλύτερα στον ψυχισμό και την ελληνική παιδεία του Κωνσταντίνου Κούμα, δεν έχει παρά να διαβάσει δύο από τις επιστολές που έστειλε προς τον φλογερό φιλέλληνα του Μονάχου, Friedrich Thiersch, τον γνωστό φιλόλογο και περιφανή Ειρηναίο Θείρσιο, που έκανε τα πάντα για τον Αγώνα του Ελληνισμού.
Στις επιστολές αυτές, που φυλάσσονται σήμερα στη Bayerische Staatsbibliothek του Μονάχου και τις οποίες μπορεί να βρει κανείς αναδημοσιευόμενες στα «Θεσσαλικά Χρονικά», τεύχη 7-8, του 1958 θα δούμε, ένα είδος «προκηρύξεως» περί της εκδόσεως της «Ιστορίας των ανθρωπίνων πράξεων» του Κωνσταντίνου Κούμα. Μέσα σ’ αυτήν την έντυπη αγγελία, πέραν των άλλων, θα δούμε και τους λόγους οι οποίοι ώθησαν τον Κούμα να συγγράψει το περίφημο αυτό έργο:
«Θηρσίω τω σοφώ Κούμας χαίρειν!
Του αγαθού βασιλέως και προστάτου των Ελλήνων το κλέος και το αινετόν όνομα του Θειρσίου έλκουσιν εις Μυνιχίαν τους των Μουσών εραστάς νεανίσκους Έλληνας. Συ δε, κλεινέ Θείρσιε, μη κάμοις αγαθουργών ημίν, κάν είεν επίπονοι αι αγαθουργίαι. Χριστόδουλος και Ιωάννης Βρανάδαι, συγγενείς φιλτάτου μου φίλου των ενταύθα παροικούντων επιδιδόασί σοι την επιστολήν μου ταύτην. Δέξαι τα μειράκια ως πατήρ και δια της ελληνικής παιδείας και αρχαιομαθείας, ης εφίενται, οδήγησον επί τα καθ' υμάς ευκλεώς φιλοσοφούμενα, και τελευταίον επί την των νόμων επιστήμην. Εφοδίων ευμοιρούσιν οι παίδες, ως με επληροφόρησεν ο ενταύθα φίλος εμός και συγγενής εξ αγχιστείας τούτων. Μόνον της σης δέονται χειραγωγίας και παραινέσεως, ην ποιούμενοι περί πλείστου σπεύδουσιν επαπολαύσαι της σης Μούσης.
Ει τι οίδας συμφέρον αυτοίς περί οικίας, τροφής και της άλλης αυτών διαίτης, επίταττε αυτοίς ως άλλος πατήρ. Και σοι χάρις εναποκείσεται παρά τη χήρα μητρί των τέκνων, παρά τοις συγγενέσι και παρά τω πολλαχώς υπό σου ευεργεθέντι Κούμα. ΄Ιδοιμί σε, φίλον μοι ήτορ, εν Μουνιχία ποτέ, ή γουν εν ταις σαις Αθήναις, είπερ αι Αθήναι μη μάλλον σοι και τοις οίοις ού τοις νυν Αθηναίοις προσανήκουσιν. Έρρωσο και τη Θειρσία τη αγαθη και τοις καλοίς Θειρσιάδαις πρόσειπε εξ εμού τα εικότα!
Εκ Βιέννης, Ιουλίου 31 1829»

«Ανδρών άριστε,

Αί μούσαι ομιλούσι σοι εν πάσαις ταις γλώσσαις και πολλώ μάλλον εν τη Ελικωνιάδι. Υπόφερέ μοι τοίνυν προσλαλούντα σοι ελληνιστί ως και άλλοτε, ει και μη δια της Καλλιόπης. Ει μη ην μοι γνωστόν το φιλάνθρωπον ήθος σου, ουκ αν ετόλμησα τόλμημα βαρύ σοι ίσως και αη­δές. Αλλ' ίστω Ζευς ο πανθ' ορών, ανάγκης μη καταπιεζούσης ουτ’ ενοχλείν τινί ούτε προσλιπαρείν πέφυκα, ΄Ακουε τοίνυν, αγαθέ Θείρσιε, και γενού μοι βοηθός κατά την φιλάνθρωπόν σου καρδίαν.
Οίσθα, ότι κατεχόμενος ενταύθα δειν ηγησάμην ως οίον τε τω γένει συνεισφέρειν τι των εκ της παιδείας καλών και αποζήν εκ των αυτών εστερημένου απάσης άλλης παραμυθίας. Δια ταύτα εξέδωκα το Λεξικόν εκ κοινού εράνου και μετά ταύτα επεχείρησα έκδοσιν ιστορικής βίβλου, ης αμοιρεί πάμπαν η Ελλάς. Επεξειργασάμην το όλον εν δώδεκα τεύχεσι κατά Βέκκερον και άλλους Γερμανούς ιστοριογράφους, και του τύπου ηρξάμην, τελευτώντος του 1828 έτους, ελπίσας εκ κοινής συνεισφοράς συνάξεσθαι τα της δαπάνης· αλλά φρούδα μοι τα της ελπίδος εγένετο! Ουδείς εκ της Ελλάδος (ταρασσομένης, ως οίσθα, υπό του παγχαλέπου Άρεως), ουδείς εκ των Ιονίων νήσων, ουδείς εκ των Βλαχομολδαυϊκών χωρών ηθέ­λησε επακούσαι μου των δεκάκις περίπου επαναληφθεισών μου δεήσεων, αγνοούντες πάντως οίον το χρήμα της ιστορίας. Μικρά δε και η εν τη πόλη ταύτη συνδρομή, του πλούτου ενασμενιζομένου μάλλον άρμασι και ίπποις και τω άλλω συβαριτισμώ ή τοις ανθρωποποιοίς των έργων. Εγώ δε εχώρησα ήδη μέχρι της εκτυπώσεως του εννάτου τόμου μηδέν σκεψάμενος κατά τον κακόν εν ευαγγελίοις οικονόμον, ότι χρήζω περίπου μυρίων φλωρινίων αργυρών εις την του όλου εκτύπωσιν εκ πεντακοσίων τετραδίων (Βoven) συμπληρουμένου. Πάνθ' όσα μοι περιήσαν εκ του Λεξικού κατηνάλωσα το μεν τρεφόμενος, το δε αποδιδούς κατά τόμον τα τυπωτικά τω τεχνίτη. Τις ου γεννώμαι τελευταίον πρεσβύτης ήδη και πάσχων μεν οφθαλμούς, πάσχων δε την γαστέρα, εγγονής δε πολλοίς και μηρί και θυγατρί απόροις περιστοιχούμενος; Μετά Θεόν επί Λουδοβίκον απέβλεπα τον θεοείκελον βασιλέα, τον φιλάνθρωπον και φιλέλ­ληνα, και δια σου θεσπέσιε Θείρσιε, του αγαθοϋ δαίμονος των Ελλήνων, τεύξεσθαι πέπειθα της φιλάνθρωπου αυτού κηδεμονίας.
Προς ταύτα ουν δέομαί σου, σεβάσμιε Θείρσιε, ανενεγκείν τη αυτού μεγαλειότητι την έγκλειστόν μου επιστολήν, με' ης και τα εφεξής μετά το εκγερμανίσαι αυτά προς ευκρινεστέραν κατάληψιν.
Α'. Πεντακισχιλίων φλωρινίων Αυστριακών συνθήκης νομίσματα (Conventions -Muntze) χρήζω έτι προς το αποπληρώσαι την όλην δαπάνην, ης το ήμισυ απέδωκα εκ του εμού υστερήματος. Ταύτην ουν την χάριν αιτούμαι ταπεινώς παρά του ευεργετικού Άνακτος.
Β'. Αντί δε τούτων προσφέρω ταπεινός τη αυτού Μεγαλειότητι τετρακόσια αντίτυπα της δωδεκατόμου ιστορίας, ερραμμένα (τιμωμένης άλλως του διπλού), ιν' εξ αυτών τα μεν χαρίζηται τοις πένησι των Ελ­λήνων παισίν, τα δε και πωληθέντα εν τη Ελλάδι αποδώσιν ίσως το καταβαλλόμενον αργύριον και ούτως η πηγή του βασιλικού ελέους μηδεμίαν, είπερ είη, υπελάττωσιν εξ εμού πάθη. Τούτου τεθέντος
Γ'. Ικετεύω θερμώς την αυτού Μεγαλειότητα ην’ επίνευση ευμε­νώς και επιτρέψει μι φιλανθρώπως την βίβλον αφοσιώσασθαι τω πανευκλεεί αυτού ονόματι καί μοι τα της ευδοκίας ταύτης επιτάξη δια του ενταύθα πρεσβευτού ή όπως άλλως.
Δ'. Αποσταλήναι μοι αυτόθεν γνησίαν χαλκότυπον εικόνα του βα­σιλέως, ή γουν νεωστί αυτόθι χαλκευθήναι και πεμφθήναι μοι 1000 αντίτυπα ίνα προτάξω εκάστου πρώτου τόμου της ιστορίας το τοις Έλλησι πολύτιμον πρόσωπον του ευεργέτου αυτών.
Ε'. Εις την περί του πράγματος πληροφορίαν επιταχθήναι τον γραμ­ματέα της ενταύθα πρεσβείας ιδείν αυτοψεί τους τετυπωμένους εννέα τό­μους και του όγκου εκάστου και, ει και τούτο αναγκαίον κριθείη, λα­βείν τα 400 εννεάτομα μέχρι τούδε αντίτυπα ενέχυρον αντί του χορηγηθησομένου αργυρίου.
ΣΤ'. Εάν μεν το χρεών φθάσαι κωλύση της του έργου τελειώσεως, δίδωμι εγγυητήν ασφαλή τη ενταύθα βασιλική πρεσβεία του αποδούναι αυτή το τέταρτον του καταβληθησομένου αργυρίου, ως έστιν εύλογον και δίκαιον. Εί τινος άλλου επιλέλησμαι, υπόμνησόν με και τούτου, και ποιήσω πάντως ως αν κελεύσειας.
Ταύτα δεομαί σου, φίλε Θείρσιε· βαρέα οίδα και χαλεπά, αλλά φιλανθρώπω και φιλοσόφω τίθει οικεία. Αβίωτος έσεταί μοι ο βίος αποτυχόντι της ευποιΐας ταύτης. Πένης, κατάχρεως, πρεσβύτης, οδυνηροίς προσπαλαίων πάθεσι, τις γένωμαι εν τη Ελλάδι χρηζούση δικαίως ανδρών ισχυρών και εργατικών; Αλλ' ην άχρεως απέλθω δια της βασι­λικής ευμενείας, ελπίς ιλαρά με παραμυθείται τον βίον τελευτήσαι ησύχως εν ολιγαρκεία ζώντι και τοις εμοίς εκ των ενόντων βοηθούντι και εξυμνούντι τον εΰϋμνον βασιλέα.
Προσμένω την πραγματικήν παραμυθίαν σου, Θείρσιε φιλάνθρωπε, δι’ επιστολής σου διευθυνομένης εις το εμόν όνομα οικούντος επί του Stuben – Thor –Bastai Νο 1186. Θεός ο των αγαθών προστάτης δοίη όλβια Σοι και τοις Σοις!

Ο σος Κ. Μ. Κούμας
Εν Βιέννη, τη 20 Ιουνίου 1830»