Οι χριστιανικές αντιλήψεις των Διδασκάλων του Γένους!.. (4)

Κωδικός Πόρου: 00285-112908-1487
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 31/10/11 20:59
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Ελληνική Παιδεία, 00285-112908-1487




Περιγραφή:

Οι χριστιανικές αντιλήψεις των Διδασκάλων του Γένους!.. (4)

Μια σειρά άρθρων, μελετών και ερευνών για τους Διδάσκαλους του Γένους οι οποίοι στην πλειονότητά τους πίστευαν ότι οι παιδαγωγικές αντιλήψεις που είχαν πρέπει να συμβαδίζουν με τον Χριστιανισμό και ιδίως με την Ορθοδοξία! Σήμερα συνεχίζουμε με τον Κωνσταντίνο Κούμα!..


 

« … εις γλώσσαν την οποίαν λαλεί…»

Δεν θα μπορούσαμε να πούμε ότι αισθανόμεθα και τόσο ευτυχείς με τις πλούσιες ελληνικές βιβλιογραφικές πηγές, σχετικώς με την παιδαγωγική αντίληψη του Κωνσταντίνου Κούμα και την ελληνική γλώσσα. Πολλοί μεγάλοι ιστορικοί τηρούν «σιγήν ιχθύος» γι’ αυτό το μεγάλο και τόσο σοβαρό ζήτημα, όπως είναι η γλώσσα.
Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, μέσα στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, αναφερόμενος στην γλώσσα εις την οποίαν «έγγραφον οι γραμματικοί των σουλτάνων τας ελληνιστί δήθεν συντασσομένας διεθνείς αυτών συνθήκας», παραδέχεται ότι : «Μόνον τα πατριαρχικά έγγραφα έσωζον έτι ευπρέπειάν τινα και κοσμιότητα αλλ’ οι αρχιερείς, και αυτοί πολλάκις οι των επιφανεστέρων μητροπόλεων αρχιερείς, ήσαν ως επί το πλείστον εντελώς απαίδευτοι. Ο Κούμας βεβαιοί ότι εμελέτησε τον αρχιερατικόν της Λαρίσης κώδικα ον εύρεν ανατρέχοντα μέχρι του τέλους της 16 εκατονταετηρίδος και συγκεφαλαιοί ούτω πως την μελέτην αυτού ταύτην. «Γράμματα με βαρβαρικήν σύνταξιν, με ανορθογραφίαν απίθανον και εις αυτάς των μητροπολιτών τας υπογραφάς, γεμίζουσι τον ειρημένον κώδηκα21 έως της αρχιερατείας του Ιακώβου όστις έλαβε την μητρόπολιν εκείνην το 1730 έτος ….. Τώρα ερωτώ, εάν οι μητροπολίται και οι επίσκοποι δεν ήξευραν να υπογράψωσι τα ονόματά των εάν ο πλούσια εισοδήματα έχων πάντοτε μητροπολίτης της Λαρίσης δεν εύρισκε γραμματέα να του γράφη τα πρακτικά της μητροπόλεως, εάν οι συνυπογραφόμενοι εις πολλά συμφωνητικά γράμματα προκριτώτεροι της επαρχίας, ήσαν αγράμματοι πού ευρίσκετο τότε η παιδεία του γένους;»22
Γνωρίζομεν, βεβαίως, πού ευρίσκετο η παιδεία του γένους την εποχή που έζησε ο Κωνσταντίνος Κούμας και πόσα δεινά πέρασε η ελληνική γλώσσα. Είναι γνωστόν ότι στην Ελλάδα το γλωσσικό ζήτημα ακολούθησε ιδιότυπη εξέλιξη κυρίως εξαιτίας της μακραίωνης δουλείας υπό τον οθωμανικό ζυγό. Η γλώσσα του λαού φυσικά εξελισσόταν σε όλο αυτό το διάστημα. Καθώς όμως ωρίμαζαν οι συνθήκες για την απελευθέρωση, αναπτυσσόταν η παιδεία και προέβαλε επιτακτική η ανάγκη να μεταφραστούν ξένα συγγράμματα, δημιουργήθηκε αυτόματα το γλωσσικό ζήτημα: ποια γλώσσα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί;
Το θέμα αυτό έθεσε για πρώτη φορά το 1761, επί εποχής Κωνσταντίνου Κούμα, ο Ιώσηπος Μοισιόδακας, όταν μεταφράζοντας ένα ξένο βιβλίο μίλησε για κοινόν ύφος. Η εκλογή ήταν ανάμεσα στην αρχαία αττική (Βούλγαρης, Θεοτόκης) και στο κοινόν ύφος του Μοισιόδακα. Όσο πλησίαζε η Επανάσταση, τόσο οξυνόταν ο γλωσσικός αγώνας που εκφραζόταν στα διάφορα μαχητικά φυλλάδια ή στους προλόγους βιβλίων. Ανάμεσα στους αρχαϊστές (Νεόφυτος Δούκας, Παναγιώτης Κοδρικάς, Αθανάσιος Πάριος) και στους δημοτικιστές ή, όπως τους αποκαλούσαν οι αντίπαλοι, χυδαϊστές (από τον κύκλο του Καταρτζή οι περισσότεροι), ο Κοραής το 1804 προσέφερε μια μέση λύση (να χρησιμοποιηθεί ως βάση η νέα γλώσσα, αλλά να αποκατασταθούν οι λαϊκές λέξεις στους αρχικούς τύπους) που την υποστήριξε και την εφάρμοσε με φανατισμό, για να δεχτεί όμως χτυπήματα και από τις δύο μερίδες. Τελικά επικράτησε η προσφυγή στην αρχαία ελληνική γλώσσα. Πολλοί λόγιοι μάλιστα πίστευαν πως ήταν δυνατή μία συνολική επιστροφή στην αρχαία γλώσσα.
Θα μπορούσε – άραγε- να φαντασθή ο Κωνσταντίνος Κούμας, ότι λίγα χρόνια μετά τον θάνατό του το 1845, ο πρώτος πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών, Κ. Σχινάς, προέβλεψε πως σε μια εκατονταετία γλώσσα «κοινή των οπωσούν λόγου μετόχων» θα ήταν η γλώσσα του Στράβωνα. Φυσικά δεν έπαψαν οι κινήσεις υπέρ της δημοτικής. Ως επακόλουθο, το χάσμα μεταξύ της γλώσσας που μιλούσε ο λαός και αυτής που χρησιμοποιούσαν οι λόγιοι - οι οποίοι επιπλέον κατείχαν καίριες κρατικές θέσεις από τις οποίες επέβαλαν τις αντιλήψεις τους - μεγάλωνε. Συγχρόνως, ενώ η λόγια γλώσσα με την επίδραση των εξελιγμένων ευρωπαϊκών γλωσσών και κυρίως της γαλλικής, αναπτυσσόταν σε πλήρες εκφραστικό όργανο, η γλώσσα του λαού, η δημοτική, εξακολουθούσε να μένει στο ίδιο στάδιο από την πλευρά αυτή. ΄Ομως και αυτή βελτιωνόταν και πλουτιζόταν όλο και περισσότερο στον τομέα της λογοτεχνίας, ιδίως από τους ποιητές και πεζογράφους της Επτανησιακής σχολής, που είχαν περισσότερη επαφή με τη Δυτική Ευρώπη. Έτσι οι δύο γλώσσες αναπτύσσονταν έχοντας μεταξύ τους εξαιρετικά μεγάλη απόσταση.
Άλλη γλώσσα ήθελε ο Κωνσταντίνος Κούμας, έστω κι αν στα κατοπινά χρόνια, η ανάγκη μιας λύσης εμφανιζόταν επιτακτική. Το γλωσσικό ζήτημα δεν άργησε να συσχετιστεί με πολιτικές και άλλες επιδιώξεις, με αποτέλεσμα να επικρατήσει μεγάλος φανατισμός, που οδήγησε σε επεισόδια πρωτοφανή στην ιστορία των γλώσσας όλης της Ευρώπης: τον Νοέμβριο του 1901 με αφορμή τη δημοσίευση στην εφημερίδα «Ακρόπολις» μιας μετάφρασης του Ευαγγελίου στη δημοτική από τον Αλέξανδρο Πάλλη προκλήθηκαν αιματηρά επεισόδια, τα Ευαγγελικά, με αποτέλεσμα την αναστάτωση της πόλης, για έναν περίπου μήνα από συλλαλητήρια και συμπλοκές και την παραίτηση της κυβέρνησης. Ακριβώς δύο χρόνια αργότερα (Νοέμβριος 1903) έλαβαν χώρα νέες οχλοκρατικές εκδηλώσεις, τα Ορεστειακά, όταν στο Βασιλικό Θέατρο ανέβηκε η «Ορέστεια»,που είχε μεταφραστεί στη δημοτική από τον καθηγητή Γ. Σωτηριάδη: στις 8 Νοεμβρίου διαδηλωτές επιτέθηκαν στο θέατρο και ο στρατός απάντησε με πυροβολισμούςη σύγκρουση κατέληξε σε δύο νεκρούς και επτά τραυματίες.23
Ωστόσο, στεντόρεια υψώνεται η φωνή του Κωνσταντίνου Κούμα, που λέει:
«Κάθε επιστήμη για να γίνει κτήμα σ' όσους «επιθυμούσι φιλομαθείς» είναι ανάγκη να γράφεται «εις γλώσσαν την οποίαν λαλεί και καταλαμβάνει το έθνος όλον», επειδή «έθνος δεν εμπορεί να ονομασθή, όταν δεν έχη γλώσσαν καταλαμβανομένην απ' όλα του έθνους τα πρόσωπα».24
Πάντα ταύτα διότι ο Κωνσταντίνος Κούμας ήτο γνώστης της διδακτικής της γλώσσης, αφού, ως γνωστόν, είναι το πρόβλημα της διδασκαλίας της γλώσσας παρουσιάζεται σε όλους τους ανεπτυγμένους πολιτισμούς, αν και με διαφορετικές μορφές και λύσεις, ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες που καθορίζουν την αντιμετώπιση του (υφή της γλώσσας, ηλικία του διδασκομένου). Μετά τη φάση που αφορά την εκμάθηση της ανάγνωσης και της γραφής με τις ειδικές διδακτικές μεθόδους, το πρόβλημα της γλώσσας παρουσιάζεται ως πρόβλημα έκφρασης και επικοινωνίας. Για την ανάπτυξη της πρώτης θεωρείται χρήσιμο να επιτρέπεται ο μεγαλύτερος δυνατός αυθορμητισμός. Ταυτόχρονα όμως πρέπει να αναγνωρίζεται η ανάγκη της επικοινωνίας, μια ανάγκη που καθορίζεται από τις πραγματικές σχέσεις των μελών της γλωσσικής κοινότητας. Έτσι για την εκμάθηση της γραπτής γλώσσας χρησιμοποιείται η τεχνική του ελεύθερου κειμένου ή ελεύθερης έκθεσης, των σχολικών εφημερίδων, της αλληλογραφίας και, για τον πλουτισμό των προφορικών εκφράσεων, οι αφηγήσεις, οι κατευθυνόμενες συζητήσεις, οι απαγγελίες και οι θεατρικές παραστάσεις. τον σκοπό που επιδιώκει, καθώς και έως έναν βαθμό με τον χαρακτήρα της ίδιας της γλώσσας.

Συνεχίζεται…