Με ποιον τρόπο η Γλυκέρα έπεισε τον Μένανδρο να μη πάει στην Αίγυπτο;

Κωδικός Πόρου: 00285-112449-917
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 12/08/11 20:48
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Ελληνίδα Γυναίκα, 00285-112449-917




Περιγραφή:

Η πανέμορφη Ελληνίδα τηλεπαρουσιάστρια και μοντέλο, Αγγελική Ματαλιωτάκη, σε μια εντυπωσιακή φωτογράφηση που θυμίζει πάρα πολύ σε ομορφιά τις αρχαίες Ελληνίδες!..

Διαβάστε την επιστολή που έστειλε η Γλυκέρα η Σικυωνία, η αρχαία Ελληνίδα εταίρα, στον εραστή της, Μένανδρο, τον γνωστό συγγραφέα της Νέας Κωμωδίας, ώστε να μη πάει στην Αίγυπτο «ίνα εν τινι μέτρω συμμετάσχη ούτος του ημίσεος της βασιλείας», δηλαδή να συμβασιλέψει με τον τότε βασιλιά Πτολεμαίο τον Σωτήρα, ουσιαστικά με τον Έλληνα Φαραώ της Αιγύπτου, κατόπιν προσκλήσεως που έλαβε απ’ αυτόν!...

Η Γλυκέρα από την Σικυώνα (γι’ αυτό και απεκλήθη Σικυωνία) ήτο μία ωραιοτάτη εταίρα, φίλη του μεγάλου ζωγράφου Παυσίου, ο οποίος την απεικόνισε στο έργο του «Ανθοπώλις», γύρω στον 4ον αι. π.Χ.
Η Γλυκέρα ήτο μία από τις ένδοξες εταίρες της αρχαιότητος, γνωστή για τον τρόπον που δημιουργούσε σφοδρότατον ερωτικόν πάθος και ακατανίκητον ορμήν.
Όπως διηγούνται οι ιστορικοί, όταν ο Άρπαλος, φίλος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, διορίσθηκε υπ' αυτού διοικητής της Βαβυλώνος, παρέλαβε μαζί του και την Γλυκέραν, για την οποίαν εσπαταλούσε εκεί μυθώδη ποσά. (Πάντα ταύτα, μετά τον θάνατον της Πυθιονίκης που ήτο, προ αυτής, ερωμένη του).
Ο Αθήναιος παρουσιάζει τον Άρπαλον ως νέον, φιλήδονον και σπάταλον. Η ζωή του στην Βαβυλώνα υπήρξεν ακόλαστος και δεν εδίσταζε να διασπαθίζη όλα τα χρήματα και τους θησαυρούς που του είχε εμπιστευθεί ο Αλέξανδρος. Ήταν δε τόσο πολύ ερωτευμένος με την Γλυκέρα, ώστε όταν εζήτησαν να τον ανακηρύξουν βασιλέα της Βαβυλώνος το αρνήθηκε εφ' όσον και η Γλυκέρα δεν εστέφετο βασίλισσα!
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο Άρπαλος έστησε προς τιμήν της Γλυκέρας εικόνα από χαλκό πλησίον της δικής του στην Ρωσσό της Συρίας, ενώ στην Ταρσό έστησε πολύτιμο άγαλμα επί του ιδίου βάθρου εις το οποίον επρόκειτο να στηθή ο ανδριάντας του Μ. Αλεξάνδρου!.. Είχε μάλιστα την αξίωσιν να αποδίδουν προς την Γλυκέραν τιμές βασιλίσσης ειδικώς μάλιστα, όταν προς τιμήν της απέστειλε προς τούς Αθηναίους, ως δώρον, φορτίον σίτου. Κατοικούσε δε πάντα στα ανάκτορα της Ταρσού.
Όταν, όμως, επέστρεψε ο Μ. Αλέξανδρος και πληροφορήθηκε τις σπατάλες αυτές, διέταξε την σύλληψιν, και φυλάκισιν του Αρπάλου, ο οποίος, όμως, κατώρθωσε να διαφύγη μετά της Γλυκέρας στην Αθήνα, παίρνοντας μαζί του όλους τους θησαυρούς που είχε στα χέρια του.
Στην Αθήνα, ο Άρπαλος, προσπάθησε να διεγείρη τούς Αθηναίους κατά του θρυλικού Στρατηλάτου, αλλά, επειδή δεν το επέτυχε, ηναγκάσθη να καταφύγη στην Κρήτη όπου και εδολοφονήθη!
Η Γλυκέρα τότε επιστρέφει στην Αθήνα, φτωχή και όχι τόσο ανθηρή σε ηλικία, που κατάφερε, όμως, να συνδεθή ερωτικώς με σημαίνοντα πρόσωπα. Ένας εξ αυτών ήτο ο θεατρικός ποιητής Μένανδρος (*) προς τον οποίον μάλιστα υπήρξε τόσο πιστή, ώστε να λέγη ότι προτιμά να είναι η βασίλισσα του Μενάνδρου, παρά η βασίλισσα της Ταρσού!...
Ας διαβάσουμε τώρα μια επιστολή που στέλνει η Γλυκέρα προς την Βακχίδαν, η οποία τότε ζούσε στην Κόρινθο, όπου μαρτυρεί την αγάπη της προς τον Μένανδρο και την οποίαν επιστολήν διασώζει ο Αλκίφρων:

Ο Μένανδρος.

«Ο Μένανδρος ηθέλησε να μας αφήση ίνα μεταβή εις Κόρινθον και ίδη τους αγώνας των Ισθμίων. Δεν ήμουν της γνώμης αυτής. Γνωρίζεις πόσον είναι σκληρόν να στερείται τις εραστού τοιούτου, έστω και δι’ ελάχιστον χρονικόν διάστημα. Αλλά και δεν ήτο εύκολον να τον εμποδίσω εφ' όσον ταξιδεύει τόσον ολίγον. Δεν γνωρίζω πώς να σου τον εμπιστευθώ και πώς να μη σου τον συστήσω κατά το διάστημα της αυτού παραμονής του. Δεν θα θελήση να σου είναι αγαπητός; Δικαιολογημένη, λοιπόν, η ζηλοτυπία μου. Γνωρίζω, φιλτάτη μου, ότι συ είσαι ευγενής και χρηστή και δια τούτο δεν φοβούμαι τόσον σε, όσον εκείνον όστις είναι ερωτομανής. Άλλως τε τις δύναται να αντιστή εις τα θέλγητρα της Βακχίδος; Και ο σοβαρώτερος υποκύπτει. Η επιθυμία του άλλωστε να σε γνωρίσει είναι μάλλον η αιτία του ταξιδίου και όχι τα Ίσθμια. Ίσως με κατηγορείς δια την υποψίαν μου αυτήν, συγχώρησον όμως, φιλτάτη μου, τας ζηλοτυπίας μιας ερωτευμένης. Να χάσω, όμως, τον Μένανδρον θα ήτο δι’ εμέ τελεία καταστροφή. Άλλως τε εάν και η ελαχίστη διαφορά παρατηρηθεί εις αυτόν, ασφαλώς θα με αναβιώσουν επί της σκηνής προς χλευασμόν η ο Δίφιλος η ο Χρέμης. Εάν δε επανέλθη προς εμέ όπως έφυγε, θα σου χρεωστώ μεγάλην χάριν. Χαίρε».

Βεβαίως και ο Μένανδρος επανήλθε όπως ακριβώς έφυγε για την Κόρινθο. Αλλά και όταν ο Πτολεμαίος, βασιλεύς της Αιγύπτου, έστειλε μίαν πρόσκλησιν στον Μένανδρο για να επισκεφθή την χώρα των Φαραώ, η Γλυκέρα φοβούμενη το γεγονός ότι ο καλός της θα δελεασθή από τις όμορφες γυναίκες του Νείλου, αντιδρά με γυναικείο "νάζι", ώστε ο Μένανδρος, σύμφωνα με τον Πλίνιο («Φυσική Ιστορία»), να της στείλη μία επιστολή γεμάτη ερωτισμό και στην οποίαν της εξηγεί γιατί αρνήθηκε την πρόσκλησιν του βασιλέως. Η Αίγυπτος χωρίς εσένα, της λέγει, είναι «ερημία πολυάνθρωπος»!

Ιδού τώρα η απάντησις της Γλυκέρας, σ' επιστολή που στέλνει προς τον Μένανδρον:

«Μόλις έλαβον τας επιστολάς του βασιλέως, τας ανέγνωσα αμέσως. Μα την Καλλιγένειαν, εις τον Ναόν της οποίας ευρίσκομαι, κατέχαιρον, Μένανδρε, καταληφθείσα υπό ανεκφράστου ηδονής, την οποίαν ήτο αδύνατον να αποκρύψω από τας παρισταμένας, μεταξύ των οποίων η μήτηρ μου, η άλλη αδελφή μου, η Ευφρόνιον, και η φίλη την οποίαν εγνώρισες. Εδείπνησε πολλάκις μαζί μας και (συ) εξυμνείς μάλιστα τον εντόπιον αττικισμόν της, αλλά την οποίαν εφοβείσο να επαινέσης «ότε και μειδιάσασα θερμότερον σε κατεφίλησα». Δεν τα ενθυμείσαι, Μένανδρε; Βλέπουσαι δε, ότι παρά την συνήθειάν μου και το πρόσωπον και οι οφθαλμοί μου έχαιρον, «ω Γλυκέριον», μου λέγουν, τι τόσο μεγάλο καλό σου συμβαίνει ώστε και η ψυχή σου και το σώμά σου και τα πάντα μας φαίνονται, ότι ήλλαξαν όψιν;
Και το σώμα σου το φανερώνει και συ διαλάμπεις επιχαρίτως, ως να συνετελέσθη το ευκταίον. Και εγώ είπον τότε, ότι «τον Μένανδρον μου ο βασιλεύς της Αιγύπτου Πτολεμαίος καλεί πλησίον του ίνα εν τινι μέτρω συμμετάσχη ούτος του ημίσεος της βασιλείας» αναβιβάσασα μάλιστα τον τόνον της φωνής ίνα όλαι αι παρευρισκόμεναι ακούσουν. Συγχρόνως έτεινα τας χείρας μου επιδεικνύουσα την επιστολήν με την βασιλικήν σφραγίδαν.
-Χαίρεις, λοιπόν, διότι σε εγκαταλείπει; μου εφώναξαν.
Τι πλάνη Μένανδρε! Διότι, μα τας θεάς, πώς είναι δυνατόν να θέλη ή να δύναται ο Μένανδρος να εγκαταλείψη εν Αθήναις την Γλυκέραν του και μόνος να βασιλεύη εν Αιγύπτω, έστω μεθ' όλων των αγαθών; Αλλά τούτο γίνεται φανερόν και από τας επιστολάς που ανέγνωσα. Εξ’ άλλου, φαίνεται από την επιστολήν του βασιλέως, ότι ούτος δεν αγνοεί τας σχέσεις μας εφ' όσον κάμνει υπαινιγμούς, προσπαθών ματαίως να σε θίξη δι' αττικισμών. Είμαι κατενθουσιασμένη δια τούτο, εφ' όσον και εις την Αίγυπτον και προς τον βασιλέα κατέπλευσαν οι έρωτές μας και πείθεται πάντως εξ' όσων ήκουσεν, ότι ματαιοπονεί επιθυμών να μεταφέρη τας Αθήνας προς αυτόν. Διότι τι θα είναι αι Αθήναι χωρίς τον Μένανδρον; Τι δε ο Μένανδρος χωρίς την Γλυκέραν η οποία και τας προσωπίδας των ηθοποιών διασκευάζω και τα φορέματα δοκιμάζω, παραμένουσα δε εις τα παρασκήνια πιέζω τούς δακτύλους μου έως ότου χειροκροτήση το κοινόν; Και τρέμουσα τότε, μα την Άρτεμιν, αναπνέω. Περιβάλλουσα δε την ιεράν των δραμάτων εκείνων κεφαλήν, την εναγκαλίζομαι.
Ταύτα μαθούσαι αι φίλαι εχάρησαν, Μένανδρε. Διότι αποδεικνύεται, ότι δεν σε ερωτεύεται, η Γλυκέρα μόνον, αλλά και βασιλείς «υπερθαλάσσιοι». Φήμαι δε «διαπόντιοι» εκήρυξαν τας αρετάς σου. Και η Αίγυπτος και ο Νείλος και τα ακρωτήρια του Πρωτέως και αι Φάριαι σκοπιαί τα πάντα τέλος ευρίσκονται την στιγμήν ταύτην μετέωρα, επιθυμούντα να ίδουν τον Μένανδρο και ακούσουν περί των φιλαργύρων, των ερώντων, των δεισιδαιμόνων, των απίστων, των πατέρων, των υιών, των θεραπόντων, και παντός τέλος θεατρικού έργου το οποίον ανεβίβασες επί της σκηνής. Περί τούτων θα ακούσουν μεν, δεν θα ίδουν δε τον Μένανδρον ειμή εις τας Αθήνας και εις της Γλυκέρας, ίνα και την ιδικήν μου ευδαιμονίαν αντιληφθούν, και τον γνωστότατον εις όλους δια την φήμην του Μενάνδρου ίδουν ευρισκόμενον νύκτα και ημέραν πλησίον μου. Εν τούτοις εάν πόθος τις σε ωθεί προς τα εκεί αγαθά, εάν επιθυμής να ίδης τας πυραμίδας της Αιγύπτου, τα ομιλούντα αγάλματα, τον περιβόητον λαβύρινθον και όσα ευρίσκονται εκεί αριστουργήματα τέχνης από των παναρχαιοτάτων χρόνων, σε ικετεύω, Μένανδρε, μη μου δημιουργήσης καμμίαν πρόφασιν δια να αποκρύψης την αλήθειαν. Μη με εκθέσης προς τούς Αθηναίους, οίτινες θα υπολογίζουν ήδη επί των μεδίμνων (= αττικόν μέτρον σίτου) τους οποίους θα αποστείλη εις αυτούς ο βασιλεύς προς χάριν σου. Αλλά φύγε με την βοήθειαν των θεών, την ευμενή τύχην, τους ευτυχείς ανέμους, τον ούριον Δία, διότι εγώ δεν θα σε εγκαταλείψω. Μη μου είπης ποτέ τούτο, διότι και αν το θέλω δεν δύναμαι να το πράξω. Αλλά αφήνουσα την μητέρα μου και τας αδελφάς, θα συνταξειδεύσω μαζί σου και θα υποστώ όλας τας συνεπείας ενός τόσο μακρινού ταξειδίου, χωρίς ουδόλως να ενοχληθώ. Θα σου καταπραΰνω την ναυτίαν. Θα οδηγήσω χωρίς νήμα, ως νέα Αριάδνη, εις Αίγυπτον, όχι τον Διόνυσον, αλλά τον θεράποντα και τον προφήτην του Διονύσου. Αλλ' ούτε θα εγκαταλειφθώ εις Νάξον ή άλλας ερημικάς ακτάς κλαίουσα τας απιστίας σου και επικαλουμένη βοήθειαν. Παρήλθεν η εποχή των Θησέων και τα άπιστα των προγόνων μας αμαρτήματα. Δι' ημάς βεβαιούν όλοι και το Άστυ και ο Πειραιεύς και η Αίγυπτος. Κανένα χωρίον δεν δύναται να μη δεχθή τους έρωτάς μας πλήρεις. Και μίαν απλήν πέτραν εάν κατοικήσωμεν θα μεταβληθή αύτη εις τόπον ηδονής
Είμαι πεπεισμένη, ότι ούτε τα χρήματα, ούτε αι περιουσίαι, ούτε ο πλούτος είναι ικανά να σε επηρεάσουν. Μόνον εις εμέ και εις τα δράματά σου ευρίσκεις την ευδαιμονίαν. Αλλ’ οι συγγενείς, η πατρίς, οι φίλοι, όλοι έχουν ανάγκην των πάντων, επιθυμούν δε να πλουτίζουν και να χρηματίζονται. Συ βεβαίως δεν θα με κατηγορήσεις ποτέ, το γνωρίζω, αφού με αγαπάς τόσον πολύ. Δεν φοβούμαι πλέον, Μένανδρε, την κατάληξιν του αποτόμου και σφοδρού έρωτος όστις κατ’ αρχήν είναι ολιγοχρόνιος. Διότι η αποτόμως δημιουργούμενη και με πάθος εμφανιζομένη φιλία είναι και ευδιάλυτος. Αλλ' εάν συ ουδέποτε θα με μεμφθής, αλλ' ούτε θα με κατηγορήσης, φοβούμαι όμως «τους Αττικούς σφήκας» οίτινες θ' αρχίσουν να περιβομβούν εναντίον μου ως αφαιρεσάσης από την πόλιν των Αθηναίων, τον πλούτον. Σε παρακαλώ λοιπόν, Μένανδρε μου, μη βιασθής να απαντήσης εις τον βασιλέα. Ας σκεφθώμεν ωριμότερον. Περίμενε έως ότου συναντηθώμεν μετά των φίλων και μετά του Θεοφράστου και Επικούρου. Διότι τα πράγματα συζητούμενα και με εκείνους, ίσως παρουσιασθούν και εις σε διαφορετικά. Μάλλον δε πρέπει να θύσωμεν και ίδωμεν τι λέγουν τα ιερά και τι είναι το καλλίτερον : να μεταβώμεν εις Αίγυπτον η να μείνωμεν εδώ; Επίσης πρέπει να αποστείλωμεν και συμβουλευθώμεν το μαντείον των Δελφών. Ο θεός είναι προπάτωρ μας. Θα πορευθώμεν ή θα μείνωμεν, αναλόγως της γνώμης των θεών. Μάλλον εγώ θα κάμω όλα αυτά. Τούτο δε διότι έχω εις την διάθεσίν μου μίαν γυναίκα, μόλις ελθούσαν εκ της Φρυγίας, λίαν έμπειρον εις πάντα ταύτα. Είναι γαστρομάντις δεινή και φαίνεται, ότι γνωρίζει παν ό,τι σχετίζεται με αυτά. Θα την ειδοποιήσω λοιπόν διότι, ως λέγει, όχι μόνον παρίσταται ανάγκη να κάμη προηγουμένως κάποιαν κάθαρσιν, αλλά και να προπαρασκευάση δια την θυσίαν ζώα τινα, άρρενα, λιβανωτόν και τα λοιπά απαραίτητα. Ελπίζω να φθάση προτού ακόμη ανέλθης εκ Πειραιώς, ή εν ανάγκη δήλωσέ μου σαφώς έως πότε ημπορείς να βλέπεις την Γλυκέραν, ίνα εγώ σπεύσω προς σε, προετοιμάσω δε την Φρυγίαν.
Ήδη και αν μελετάς να λησμονήσης τον Πειραιά και το αγρίδιον και την Μουνυχίαν και σιγά-σιγά να εκφύγουν ταύτα της μνήμης σου, εγώ, μα τούς θεούς, δεν δύναμαι να πράξω τούτο. Συ δε δεν δύνασαι επίσης να με εγκαταλείψης. Ας σου γράψουν όλοι οι βασιλείς• εγώ εξ όλων είμαι δι' εσέ βασιλικωτέρα, έχουσα εν τω προσώπω σου εραστήν ευσεβή και μνήμονα των ιερών όρκων. Ώστε προσπάθησε να επιστρέψης γρήγορα εις Αθήνας, ίνα εάν αλλάξης γνώμην και αποφασίσης να μεταβής προς τον βασιλέα, έχης εν τάξει τα δράματα εκείνα, τα οποία δυνατόν να αρέσουν εις τον Πτολεμαίον. Να προτιμήσης την «Θαΐδα», τον «Μισούμενον» είτε την «Ραπιζομένην» ή το «Σικυώνιον». Μην εκπλαγής εάν έχω το θάρρος και την τόλμην να κάμνω διάκρισιν των έργων του Μενάνδρου μου. Έχω οδηγόν τον έρωτάν σου. Συ άλλωστε με εδίδαξες - και επωφελήθην της διδαχής - ότι οι έρωτες αναπτύσσουν και μορφώνουν το πνεύμα. Θα ήτο εντροπή, μα την Άρτεμιν, να είμεθα ανάξιοι ημών και να μη κατορθώνωμε να διδαχθώμεν το ταχύτερον.
Πάντως επιθυμώ και εύχομαι, Μένανδρε, να ετοιμάσης και το δράμα εκείνο εις το οποίον έχω τον πρωτεύοντα ρόλον, ίνα εάν δεν έλθω μαζί σου, πλεύσω όμως δια σου προς τον Πτολεμαίον και ίδη ο βασιλεύς, την επί σου βασιλείαν μου και ότι μετέφερες εκεί τούς έρωτάς σου, εγκαταλείψας εδώ τούς αληθινούς. Αλλά τι λέγω; Ούτε αυτούς θα αφήσης.
Αναμένουσα την επάνοδόν σου εκ Πειραιώς θα προσπαθήσω να μάθω να κυβερνώ και να πηδαλιουχώ, ίνα δια των ιδίων μου χειρών σε οδηγήσω προς ήσυχον και ατάραχον βίον. Θα αποκαλυφθή δε το καλλίτερον δια των θεών και θα μαντεύση τούτο η Φρυγία. Καίτοι ουδεμία άλλη, πλην εμού, δύναται να ίδη καθαρότερον τα συμφέροντά σου, φωτιζομένη υπό του Έρωτος, του ισχυροτέρου των θεών. Έρρωσο».
Τις επιστολές αυτές, που αποτελούν μνημεία αφοσιώσεως και ερωτικής πίστεως, τις διέσωσε ο Αλκίφρων. Αλλά και ο Αθήναιος κάμνει αναφοράν για την πανέξυπνη Γλυκέρα, η οποία είχε την ικανότητα να απαντά με εκπληκτικήν ευστροφίαν όχι μόνον σε φίλους, αλλά και σε πολέμιους, φιλοσόφους και μη.
Η Γλυκέρα, χωρίς αμφιβολία, υπήρξε μία εκ των πλέον διάσημων Εταιρών της εποχής της, ενώ όσοι ησχολήθησαν με την ζωήν της, ωμίλησαν με ιδιαίτερον ενθουσιασμό.
Το δυστύχημα γι' αυτήν ήτο το γεγονός, ότι είδε τον μεγάλο έρωτα της ζωής της, τον Μένανδρον, να πνίγεται στην θάλασσα, πλησίον ενός κτήματός του στον Πειραιά, σε ηλικία 52 ετών, χωρίς να γνωρίζωμε πώς εγκατέλειψε η ίδια τον μάταιον τούτον κόσμον, που τόσο πολύ εξύμνησε και εγκωμίασε με πάθος ιερόν. (Λουκιανός, Εταιρικοί διάλογοι 1, 1).

--------

(*) Ο Μένανδρος είναι ο αρχαίος Έλληνας συγγραφέας κωμωδιών, ο κορυφαίος της νέας αττικής κωμωδίας. Γεννήθηκε στην Κηφισιά το 342 π.Χ. Θείο του είχε το διάσημο κωμωδιογράφο Άλεξι, που του στάθηκε πολύτιμος δάσκαλος στα πρώτα του βήματα. Πλούσιος από καταγωγή, ο Μένανδρος, έζησε με πολυτέλεια και με ηδονές, σύμφωνα με τις θεωρίες του Επίκουρου.
Στα είκοσι χρόνια του κάνει την εμφάνισή του στο θέατρο με την "Οργή". Σ' όλη του τη ζωή έγραψε 108 έργα μα μόνο οχτώ φορές βραβεύτηκε, παρόλο που ήταν ο αγαπημένος των κριτικών. Η φήμη του έφτασε ως την Αίγυπτο κι ο Πτολεμαίος ο Σωτήρ τού έστειλε το πιο ωραίο του καράβι, για να τον φέρει στην αυλή του, αλλά ο Μένανδρος αρνήθηκε ν' αφήσει τις ηδονές και την Αθήνα. Πνίγηκε, ενώ κολυμπούσε στη θάλασσα το 292.
Ο Μένανδρος έζησε στην εποχή που άρχιζε η παρακμή της Αθήνας, με τα χαλαρωμένα ήθη, τα εγωιστικά πάθη και το κυνήγι της ηδονής Το έργο του, λοιπόν, αυτήν την εποχή αντιπροσωπεύει και καθρεφτίζει. Οι Οιδίποδες, οι Ιππόλυτοι και οι Αντιγόνες δίνουν πια τη θέση τους στα δάκρυα των απογοητευμένων εραστών, των πεινασμένων δούλων, των εταίρων και των μαγείρων. Οι θεοί και οι ήρωες εξαφανίζονται και κάνουν την εμφάνισή τους κουτοπόνηροι δούλοι, επιπόλαιοι και τσιγκούνηδες γέροι και κυριαρχεί παντού ο έρωτας.
Από τις 108 κωμωδίες του σώθηκαν ελάχιστες κι αυτές όχι πλήρεις. Γνωρίζουμε τους τίτλους μόνο 96 έργων του και ορισμένα αποσπάσματα. Πλήρης σχεδόν είναι μόνο ο "Δύσκολος" και κατά μεγάλο ποσοστό η "Σαμία" και η "Ασπίς". Τις υποθέσεις των περισσότερων έργων του γνωρίζουμε από τους Λατίνους Τερέντιο και Πλαύτο, που τον είχαν διασκευάσει στις δικές τους κωμωδίες, κατακλέβοντάς τον κυριολεκτικά.