Χρηστάκος: Ένας άγνωστος ήρωας του 1821!..

Κωδικός Πόρου: 00285-114000-53
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 25/03/11 15:59
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Νεώτερη Ελλάδα, 00285-114000-53




Περιγραφή:

 
Σ’ αυτό το αγέρωχο βουνό, του Βεσινίου Καλαβρύτων, που φαίνεται η κορυφή του Προφήτη Ηλία (του Αϊ-Λιά) γεννήθηκε ο περίφημος αγωνιστής Χρηστάκος Πανουτσακόπουλος, που πολέμησε με τόσο πάθος τις ορδές του Ιμπραήμ πασά!.. (Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη από το χωριό Νάσια Καλαβρύτων που μπορεί να τη δει κανείς και στο facebook του ομώνυμου χωριού). 

Μάθαμε για πολλούς και ένδοξους ήρωες του 1821, όπως τον Κολοκοτρώνη, τον Καραϊσκάκη, τον Ανδρούτσο, τον Μιαούλη και τόσους άλλους!.. Ποιος γνωρίζει όμως για τον Χρηστάκο, έναν άγνωστο ήρωα που έδωσε σκληρούς αγώνες κατά του Ιμπραήμ για την ελευθερία της πατρίδας μας;


Ο Ιμπραήμ πασάς, τις ορδές του οποίου πολέμησε σχεδόν με τα δόντια ο γενναίος Έλληνας πολεμιστής, Χρηστάκος!.. Να σημειωθεί με την ευκαιρία ότι ο Ιμπραήμ το 1824, κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 στάλθηκε απο τον πατέρα του στην Πελοπόννησο για να βοηθήσει τους Οθωμανούς. Αφού κατέλαβε την Κρήτη, τον Φεβρουάριο του 1825 αποβιβάστηκε στον Μοριά. Κυρίευσε αρχικά την Τρίπολη και το Ναυαρίνο, ωστόσο επίθεσή του τον Ιούνιο στην Αργολίδα αποκρούστηκε από τον Δημήτριο Υψηλάντη. Το 1826 κατέλαβε το Μεσολόγγι και το 1828, και αφού ο στόλος του είχε καταστραφεί στο Ναβαρίνο, αποχώρησε από την Ελλάδα μετά την παρέμβαση των Γάλλων με την Εκστρατεία του Μοριά.

ΟΤΑΝ το 1970 έγραφα την ιστορία του τόπου μας, με ιστορική πηγή έναν θυμόσοσοφο γέροντα, τον Ιωάννη Πανουτσακόπουλο (Καρυδόγιαννης, όπως ήταν το παρατσούκλι του), μου δόθηκε η ευκαιρία να ρωτήσω περισσότερα πράγματα για έναν θρύλο ης περιοχής μας, τον ήρωα Χρηστάκο (ή Χριστάκο), ο οποίο είχε λάβει μέρος στην Επανάσταση του 1821, μαζί με έναν άλλο τοπικό ήρωα, τον θρυλικό Κατσιαβόγιαννη*, ο οποίος όμως, επειδή μετά την Επανάσταση δεν ήθελε να παραδώσει τα όπλα, βγήκε και πάλι στο κλαρί.
Για τον Χρηστάκο, λοιπόν, μέσα στο ανέκδοτο βιβλίο μας «Το Βεσίνι και η ιστορία του» λέμε επί λέξει τα εξής (διατηρώ το συντακτικό και την ορθογραφία, αλλά και το ύφος της «ζωντανής» περιγραφής του γερο-Καρυδόγιαννη):

 

ΧΡΙΣΤΑΚΟΣ 


«Μέσ’ το Βεσίνι στη κορφή,
στου Άϊ-Λια τη ράχη,
όπου έχει σύγνεφα πολλά.
στη ρίζα και στα πλάγια,
συλλογισμένος κάθεται
και κλαίει ο Χριστάκος.
- Τί έχεις Χριστάκο μου και κλαις
και βαριαναστενάζεις;
Μη σούλειψε η αντρειά,
το καριοφύλι τόχεις.
Κι αν σούλειψε ο πόλεμος
ρίξε και στον αγέρα,
ν’ ακούση ο κόσμος τη βροντή
και τη βαριά φωνή σου…
- Δεν κλαίω για την αντρειά
που έχασα σταις μάχαις
μόν’ κλαίω που δεν έχω πλια
οχτρούς για να σκοτώσω!…»

ΕΝΑΣ ΑΛΛΟΣ ΚΛΕΦΤΗΣ, ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ κλέφτης, από ’κείνους που  δόξασαν το χωριό τους και το Έθνος ολόκληρο ήταν και ο Χριστάκος ή Χρίστος Πανουτσακόπουλος!
(Με την ευκαιρία αναφέρω ότι το όνομα Πανουτσακόπουλος λέγεται από το γεγονός ότι οι Πανουτσακαίοι πηγαίνανε πάντοτε στο πιο ψηλό μέρος του Βεσινίου. Όταν το χωριό Βίσος δηλαδή ήταν στα Βριτσούλια, οι άνθρωποι αυτοί ήσαν στο πάνω χωριό, όπου σήμερα το λέμε: Κάτω Χωριό. Όταν δε το χωριό κτίσθηκε στο Βεσίνι ξαναπήγανε στην επάνω μεριά πάλι. Πανουτσακόπουλος λοιπόν ίσον Πάνου-τσάκας, τσακώνανε, δηλαδή πιάνανε το πάνω μέρος!)
Το μεγάλο παλληκάρι του χωριού μας γεννήθηκε γύρω στα 1800 με 1805.
Μεγάλωσε με την ιδέα της ελευθερίας της χώρας μας φυτρωμένη στα πλατιά φυλλοκάρδια του!
Είχε άριστα προσόντα ως άτομο, ψυχικά και σωματικά: Αγαπούσε πολύ τους χωριανούς του και τους υποστήριζε με κάθε τρόπο.
Ήταν αλάθητος στο σημάδι. Περνούσε, λέγουν, το βόλι μέσα από το δαχτυλίδι. Τόσο αλάθητος που οπωσδήποτε θα τον μεγαλοποίησαν στη φαντασία τους οι απόγονοί του. Λέγουν ότι καθότανε στη κορφή της Αγίας Τριάδος και όταν περνούσε από τον κάμπο ο πασάς, τον χαιρετούσε παίρνοντας το φέσι του με ένα βόλι (!!!). Ο πασάς δε τότε καταλάβαινε ότι ήταν ο Χριστάκος και σήκωνε το χέρι του για να τον χαιρετίση. Ο Χριστάκος όμως του φώναζε:
- Αν θέλεις πέσε μου πιο από τα δάκτυλά (!!!) σου να σου κόψω με το βόλι ή αν θέλης άνοιξε το στόμα σου να το περάσω… μέσα!!…
Ήταν πολύ γερός και τόσο γρήγορος στο τρέξιμο που ξεπερνούσε και τον λαγό!
Το δε σπαθί του το έπαιζε στα χέρια του με τόση σιγουριά όση εμείς σήμερα παίζουμε τα… δάκτυλά μας!
Η θέλησίς του ήταν πολύ μεγάλη και δεν φοβόταν κανέναν.
Όταν έγινε η Επανάστασις του 1821 πήγε ως εθελοντής στον πόλεμο και μάλιστα, λέγουν, ότι έκανε και ως πρωτοπαλλήκαρο αυτού ακόμη του Γέρου του Μωριά, του θρυλικού Θεόδωρου Κολοκοτρώνη!!
Ως εθελοντής πήγε στη Νεμέα της Κορίνθου (τότε ήταν λίγο …ηλικιωμένος).
Με την διάβαση δε του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο ένας πολεμιστής εναντίον του ήταν και ο γενναίος μας Χριστάκος.
Σε μία από τις μάχες αυτές ήταν γραφτό να μη σκοτωθή αλλά να πάθη κάτι άλλο, μία ασθένεια που τον κτυπούσε μερικές φορές μέχρι το τέλος της ζωής του!
Κάποια ώρα, καθώς η μπαρούτι έκανε με τον καπνό της να μην βλέπη ο πολεμιστής ούτε τη μύτη του κι ενώ τα βόλια έπεφταν βροχή σαν χαλάζι ενώ οι σπάθες κτυπούσαν μεθυσμένες η μία πάνω στην άλλη, κάποιος τουρκάραπας (πραγματικός αράπης) μονομαχούσε με τον Χριστάκο.
Ο μαύρος αυτός ήταν πολύ ψηλός περί τα δυο μέτρα, γεμάτος, μ’ αγριεμένη όψι ενώ κάθε τόσο άφηνε τα δόντια του να γρυλίζουν και να φαίνωνται σαν βράχοι που προσμένουν να καταπιούν στη σπηλιά τους ό,τι βρούνε.
Καθώς λοιπόν μονομαχούσαν απότομα σηκώνει, ο αράπης το σπαθί του και πάει να την κατεβάση στο κεφάλι του ένδοξου Βεσιναίου. Αυτός πολύ πιο ευκίνητος κάνει ένα βήμα αριστερά, φέρνει μια γρήγορη στροφή πάλι προς τ’ αριστερά και όπως ερχόταν δεξιά του κόβει πέρα για πέρα το χέρι μαζί με το σπαθί.
Λυσσασμένος ο αράπης τον βουτάει με το αριστερό χέρι αλλά και πάλι ο Χριστάκος του το κόβει στον ώμο!
Τότε, πληγωμένο θηρίο, τον βουτάει με τα δόντια του από το στήθος! Ήταν τόσο τρομερή η δαγκωνιά του που όχι μόνον του έσκισε τα ρούχα αλλά του τράβηξε και ένα κομμάτι κρέας (!!) κάτω για κάτω σαν… λουρίδα!
Μούγκρισε ο Χριστάκος και σχεδόν αναίσθητα κόβει το κεφάλι του εχθρού του πάνω ακριβώς στην κοιλιά του!
Ο άμοιρος όμως έχασε πολύ αίμα κι έπεσε αναίσθητος.
Γλύτωσε όμως από τους συντρόφους του και γύρισε στο Βεσίνι να
θεραπευθή!
Πράγματι· με διάφορα βότανα των πρακτικών γιατρών εθεραπεύθηκε σχεδόν διότι κάπου κάπου πάθαινε ένα είδος κρίσεων!
Όταν και ο ίδιος πίστεψε ότι εθεραπεύθη, έμαθε ότι οι Έλληνες πιαστήκανε σε πόλεμο, στην περιβόητη μάχη του Λάλα, στο Πούσι της Ηλείας.
Με αχώριστον σύντροφο το γνωστό μας ήδη καριοφύλι του τον «μεσσαλά μηλιόνι», ξεκίνησε πάλι ως εθελοντής στον πόλεμο.
Μόλις έφθασε εκεί ο Σισίνης (ένας από τους αρχηγούς της μεγάλης μάχης) τον περίμενε με λαχτάρα. Έτρεξε τον χαιρέτησε, τον φίλησε, τον καλώς όρισε και αφού του έδωσε το σπανιότατο ποτό, για την εποχή εκείνη, κονιάκ, του είπε:
- Έγιαννες Χριστάκο μου; Χτύπα τώρα τους άπιστους…
Όταν δε το καριοφύλι του μεγάλου Βεσιναίου άρχισε να τραγουδά το τραγούδι του θανάτου, μεθυσμένος από χαρά ο Σισίνης φώναξε:
- Βάρε Κίτσιο μου, ρίξε πολλά τουφέκια!…
Σημειωτέον ότι οι Τούρκοι είχαν φθάσει στα 200 μ. και από προδοσία
(παντοτινή μοίρα για την ιστορία των Ελλήνων) το κανόνι το δικό μας χτυπούσε μακριά και όχι τους άπιστους. Οι Τούρκοι είχαν κανονισθή με τον Έλληνα κανονιέρη να μην τους χτυπήση και οι ίδιοι είχαν δώσει εντολή να μη χτυπήσουν κατά του προδότη μας. Ο Θεός όμως δεν θέλησε την καταστροφή μας και κάποιο βόλι τον πλήγωσε. Ο αντικαταστάτης του τότε μόλις είδε τι γινόταν φώναξε απελπισμένος στον Σισίνη:
- Αφέντη μου, μας πήρε στο λαιμό του. Το κανόνι μας βαράει στα 2000
μ.!
Είδε ο αρχηγός την αλήθεια με τα μάτια του; Διατάζει να μετατρέψουν το βαρύ όπλο στα 200 μ. και αφού τραβάει το σπαθί του και του βγάζει τα μάτια!…
Προηγουμένως όμως ο Τούρκος αρχηγός ειδοποίησε τον πασά των Πατρών να φέρει… τριχιές, για να δέση κάτι… «γουρουνοβοσκούς», εννοώντας τους Έλληνας.
Όταν δε κατέφθασε ο πασάς κι είδε ότι για τριχιές θα έπρεπε καλύτερα να φέρη αλυσίδες από ατσάλι και αντί γουρουνοβοσκούς είδε λιοντάρια του Χελμού και των άλλων βουνών φώναξε αγανακτισμένος:
- Εσύ μου είπες ότι εδώ είναι γουρουνοβοσκοί αλλά βλέπω ότι είναι
βασιλικά όρδινα (: καλά οργανωμένοι).
Και τότε διέταξε μεταβολή του στρατού του για την Πάτρα, με αφορμή τις δυο κανονιές που έρριξε εναντίον των Τούρκων ο αδελφός του Χριστάκου, Ντελής!
Καθώς οι Τούρκοι τόβαλαν στα πόδια οι Έλληνες βαλθήκανε στο… πλιάτσικο (= λάφυρα).
Ένα δε σαγάνι (= είδος σιδερένιου πιάτου) το καιρού εκείνου σώζεται ακόμη και σήμερα, ως λάφυρο, στο σπίτι του Ανδρέα Γεωργίου Πανουτσακόπουλου).
Απ’ το Βεσίνι πολέμησαν κι άλλοι Βεσιναίοι στη μάχη αυτή, όπως ο αδελφός του Χριστάκου Ντελής, κάποιος Χριστόπουλος απ’ το σόι των «Κοκκοσαίων» και άλλοι.
Ο Χριστάκος αφού γύρισε στο χωριό, κάθισε εκεί μέχρι τέλους της ζωής του.
Όμως η πληγή που είχε θεραπεύσει, από τη γνωστή μάχη κατά του Ιμπραήμ, είχε αφήσει τα ίχνη της να φαίνωνται κάθε τόσο με τις διάφορες κρίσεις.
Ο θάνατός του οπωσδήποτε θα προήλθε από την ασθένεια που ανέφερα.
Όμως η αχαλίνωτη φαντασία για τον θάνατό του, οι άνθρωποι που κατέχονται από τις διάφορες προλήψεις άφησαν παραδόσεις όπως:
Μία μέρα παρουσιάσθηκε στον Χριστάκο το στοιχειό του Βεσινίου και του είπε:
- Χριστάκο· σήμερα θα παλαίψω με το στοιχειό των Νασίων. Επειδή γνωρίζω ότι θα νικηθώ θέλω πολύ να με βοηθήσης…
Και του εξήγησε πώς!..
… Πράγματι· Τη νύκτα κι ενώ ο κουκουβάγιες είχαν βουβαθή κι αυτές από τον φόβο τους, από την μονομαχία που θα γινόταν, ο Χριστάκος πήγε και κρύφθηκε πίσω από ένα δένδρο αριστερά από τη Βρύση, στο Συράκοβο!
Μετά από λίγο φάνηκαν οι δύο αντίπαλοι. Πρώτα ως κριάρια, μετά ως τραγιά και μετά ως βόδια και μοσχάρια.
Ο Χριστάκος ήξερε: το λιάρο βόδι ήταν το στοιχειό του Βεσινίου και το λάγιο των Νασίων.
Όταν κινδύνευε να πέση το δικό μας βόδι τότε σηκώνει το τουφέκι του, το γεμίζει με τ’ αριστερό χέρι και του ρίχνει πάλι με τ’ αριστερό.
Τότε ακούει αγριεμένη μια φωνή:
- Ρίξε πάλι.
- Μια φορά γεννήθηκα, είπε ο Χριστάκος.
- Ρίξε κι άλλη!
- Μια φορά βαπτίσθηκα, ξανά είπε.
- Ρίξε ξανά!
- Μια φορά θα πεθάνω, επανέλαβε.
- Ανάθεμά τον που σ’ ορμήνευε (= συμβούλευε), πρόφερε το βόδι κι
αφού «έσκασε» εξαφανίσθηκε μαζί με το άλλο!…
Σ’ αυτήν την περίπτωση ο Χριστάκος γνώριζε πως πρέπει ν’ αντιδράση. Στην δεύτερη όμως και την μοιραία…
Ας δούμε όμως τί έγινε….
Στον Πιτεμό, σε κάποιο κτήμα του έβλεπε κάθε τόσο μια λάγια (= μαύρη) αγελάδα) να γλύφεται αφού προηγουμένως τού έτρωγε το αραποσίτι.
Τότε, σε μια απ’ τις πολλές φορές την πυροβολεί και με μεγάλη του έκπληξη βλέπει να υψώνεται μια μεγάλη πράσινη φλόγα και μια φωνή να του λέη:
- Άντε ρε φίλε και θα το βρης απ’ τις αδελφές μου!
Δεν τον στενοχώρησε το γεγονός αυτό ώσπου κάποτε, στη Χώτσα, καταλάβαινε ότι κάποια άλλη αγελάδα τού έτρωγε το αραποσίτι.
Είχε την εντύπωση ότι ήταν Ρηγαίϊκη και αφού βρήκε τον ιδιοκτήτη του, τον Ρηγόπουλο, του είπε:
- Μια ’γελάδα σου μου τρώει τ’ αραποσίτι….
- Αν Χριστάκο καταλάβης ότι είναι δική μου σκότωσέ την.
Κάθε τόσο λοιπόν, από τότε, άρχιζε να φυλάη το χωράφι του
από την αγελάδα.
Μία νύκτα κοιτάζει το άστρι και νομίζοντας ότι είναι της αυγής αποφάσισε να πάη χωρίς το όπλο του.
Πράγματι· πήγε και μόλις έφθασε εκεί, περίμενε να ξημερώση αλλά πουθενά.
Ώσπου αποφάσισε να το ρίξη λίγο στον ύπνο.
Καθώς έγειρε για ν’ αποκοιμηθή βλέπει από μακριά να έρχωνται προς το μέρος του τρεις μαυροφορεμένες γυναίκες.
Οι δυο πρώτες ήσαν πολύ όμορφες ενώ η τρίτη άσχημη και κουτσή. Το δε χέρι της ήταν κοντύτερο από το άλλο.
Όταν πλησίασαν κοντά του η πρώτη και η δεύτερη τον προσπέρασαν χωρίς να τον προσέξουν. Η κουτσή όμως πήγε κοντά του, σούφρωσε τα χείλη της, τον κοίταξε καλά-καλά και απότομα φώναξε στις άλλες δύο.
- ’Δω τε μωρή… εδώ τε αδελφές μουουουου!… Νά ’τος αυτός που σκότωσε τον αδελφό μας!…
Το τι έγινε δεν περιγράφεται:
Σαν αγριεμμένα τσακάλια χύμηξαν και οι τρεις για να πνίξουν τον
Χριστάκο!
Αυτός μη έχοντας το όπλο του άρχιζε να τις σπρώνει με μεγάλες λαγγιές (= σπρωξιές). Σε κάθε λαγγιά τις έρριχνε 7 μέτρα πιο πέρα.
Εκείνες όμως ερχόσαντε πιο τρομερές και η πάλη συνεχιζότανε μέχρι που ο άμοιρος Χριστάκος έπεφτε κατά γης αναίσθητος σχεδόν.
Με μια μανία διαβολική χύμηξαν και οι τρεις επάνω του και άρχισαν να του βυζαίνουν το αίμα του!!
Όταν, επί τέλους, λάλησε ο πρώτος κόκκορας στου Νάσια αποφάσισαν να φύγουν!!!
Το πρωί τον βρήκαν μελανιασμένον οι Βεσιναίοι κι επάνω στο φορείο τον πήγαν στο σπίτι του.
Εκεί αφού τον συνέφεραν παρακάλεσε να φωνάξουν τον παπά.
Η απελπισία του όμως ήταν μεγάλη. (Σημειωτέον ότι του είχαν πεθάνει
πολλά παιδάκια και του έμεινε ένα τελευταίο, ασαράντηγο (= δεν είχε σαραντίσει) ακόμη). Κοιτάζοντας δε το παιδί του οργίσθηκε και αφού το έσπρωξε μακριά είπε:
– Άει στον δ…. κι εσύ. Εμένα μου πέθαναν πραγματικά παλληκάρια και θα μου σώσης το όνομα εσύ;
Ο ατυχής όμως δεν γνώριζε την μοίρα του παιδιού.
Τέλος πάντων· ήλθε ο παπάς, εξομολογήθηκε, είπε τι του συμβαίνει, τι έγινε και μετά ξεψύχησε ως το πιο μεγάλο παλληκάρι του Βεσινίου σχεδόν. Το Βεσίνι έχασε άλλη μία δύναμί του αλλά κέρδισε άλλη μία δόξα!…
Το παιδί του Γεώργιος μεγάλωσε και ανετράφη στο Βεσίνι. Όταν ήταν μικρό ήλθε μια διαταγή από το Κράτος να πάρη ο πατέρας του δύο φαλαγγιτικά (200 στρέμματα χωράφια).
Ο θείος του όμως, ο Ντελής, φθόνησε ίσως τη δόξα του παιδιού και είπε στη μάννα του να πη ότι δεν υπάρχει ο Χριστάκος.
Τότε το Κράτος ξαναστέλνει εκ νέου τη διαταγή για να τα πάρουν οι απόγονοί του, για να τιμήση τον ήρωα πρόγονό τους!…
Ο Ντελής όμως και πάλι είπε ότι: δεν υπάρχουν απόγονοι!..
Μέγα σφάλμα διότι το Βεσίνι θα ήταν παντοδύναμο από κτηματικές εκτάσεις.
… Ο Γιώργος λοιπόν μεγάλωσε, παντρεύτηκε και έκανε δέκα παιδιά: πέντε αγόρια και πέντε κορίτσια: τον Χρίστο (πατέρα του Τσουραπόγιαννη) τον Γιάννη, τον Νικόλαο (πατέρα του Καρυδόγιαννη) τον Πανούτσο και: την Θεοδώρα, την Κατερίνη, την Αντώνα, την Τασούλα και κάποια Θανάσω που πέθανε στην Πάτρα.
Όταν πέθανε ο γερο-Γεώργιος Πανουτσακόπουλος άφησε πίσω του 72 εγγόνια.
Δεν ήταν λοιπόν ο πατέρας του καλός προφήτης διότι το παιδί του όχι μόνον του έσωσε το όνομα αλλά το… παραέσωσε!!
Πριν κλείσω το κεφάλαιό μου λέγω το εξής ανέκδοτο για τον Γεώργιο:
Κάποιος γερο-Λάμψιας του είπε μια φορά:
- Γιώργο· δεν σηκωνόμαστε το λοιπόν στο κλαρί κι εμείς να δοξαστούμε
σαν τον πατέρα σου;
- Είμαστε ανίκανοι εμείς γερο-Λάμψια.
- Άκου το λοιπόν που λες: Τρεις ημέρες να καθήσουμε στο κλαρί, χωρίς να μας πιάσουνε, το βγάλαμε κι όλας το όνομα, που λες το λοιπόν!...
Σοφή κουβέντα αλήθεια!… (**)

--------

* Περί του ΚΑτσιαβόγιαννη γράφει και ο Θεόδωρος Ρηγόπουλος στο δικότου έργο για την Επανάσταση του 1821.
** Βλέπε: ΑΓΓΕΛΟΣ Π. ΣΑΚΚΕΤΟΣ: «Το Βεσίνι και η Ιστορία του» (ανέκδοτο έργο), 1970.