Τι ήταν για τον Μακρυγιάννη η πατρίδα και ποιοι οι πραγματικοί αγωνιστές;

Κωδικός Πόρου: 00285-113926-5198
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 23/01/14 21:20
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Νεώτερη Ελλάδα, 00285-113926-5198




Περιγραφή:

Τι ήταν για τον Μακρυγιάννη η πατρίδα και ποιοι οι πραγματικοί αγωνιστές;

Διαβάστε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από τα ιστορικά «Απομνημονεύματα» του θρυλικού Στρατηγού Γιάννη Μακρυγιάννη, όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρει το εξής: «…Κι᾿ αυτείνη η πατρίδα δεν λευτερώθη με παραμύθια, λευτερώθη μ᾿ αίματα και θυσίες κι᾿ από αυτά έγινε βασίλειον- κι᾿ όχι να βραβεύωνται ολοένα οι κόλακες, κ᾿ οι αγωνισταί ν᾿ αδικιώνται. Ότι όταν σκοτώνονταν οι αγωνισταί, αυτείνοι κοιμώνταν. Κι᾿ όσο αγαπώ την πατρίδα μου δεν αγαπώ άλλο τίποτας…».

«… Κι᾿ αυτείνη η πατρίδα δεν λευτερώθη με παραμύθια, λευτερώθη μ᾿ αίματα και θυσίες κι᾿ από αυτά έγινε βασίλειον- κι᾿ όχι να βραβεύωνται ολοένα οι κόλακες, κ᾿ οι αγωνισταί ν᾿ αδικιώνται. Ότι όταν σκοτώνονταν οι αγωνισταί, αυτείνοι κοιμώνταν. Κι᾿ όσο αγαπώ την πατρίδα μου δεν αγαπώ άλλο τίποτας. Να ᾿ρθη ένας να μου ειπή ότι θα πάγη ομπρός η πατρίδα, στρέγομαι να μου βγάλη και τα δυο μου μάτια. Ότι αν είμαι στραβός, και η πατρίδα μου είναι καλά, με θρέφει αν είναι η πατρίδα μου αχαμνά, δέκα μάτια να ᾿χω, στραβός θα να είμαι. Ότι σ᾿ αυτείνη θα ζήσω, δεν έχω σκοπόν να πάγω αλλού. -Μου λέγει, τον Βασιλέα δεν τον αγαπάς; -Όχι, του λέγω δεν ξέρω ψέματα. Όταν χαθή η πατρίδα μου, ούτε αυτός μ᾿ έχει υπήκογόν του, ούτε εγώ βασιλέα. Και δι᾿ αυτό χρειάζεται δικαιοσύνη από σας, κι᾿ όχι φοβέριες με μπαγεννέτες. Την άλλη ημέρα έστειλε ο Αϊντέκ τον διερμηνέα του να μου μιλήση να πάγω να τον ανταμώσω εις το σπίτι του. Ο διερμηνέας ήταν ένας Σέρβος αγωνιστής, Έλληνας. Έρχεται μου κάνει μίαν μετάνοια, άλλη και σκύβει να μου φιλήση το ποδάρι. Εγώ, ως διερμηνέας ενού Αντιβασιλέως, εσηκώθηκα του λέγω «Τ᾿ είναι το «αφέντη» και η κατηγόρια οπού μου κάνεις;- Μου λέγει, δεν σου κάνω τίποτας κατηγόρια τιμή θέλω να σου κάνω. Εσύ ξέρεις, όσοι μιλούνε με τον γκενεράλ Αγιντέκ -είναι άνθρωπος οπού δεν γνωρίζει την γλώσσα μας και παραστέκομαι εγώ. Αδελφέ, τα όσα άκουσα από πολιτικούς και στρατιωτικούς και θρησκευτικούς οπού μιλούν- είναι όλοι θερία δεν λένε τα συνφέροντα της πατρίδος, αλλά καθένας έχει την ᾿διοτέλειάν του και κατηγορεί ένας τον άλλον. Και τα λόγια οπού άκουσα από ᾿σένα είναι να σου φιλήσω το ποδάρι. Και μου λέγει, η πατρίς δεν θα πάγη ομπρός, ότ᾿ οι μπερμπάντες είναι πολλοί. Άκουσα εγώ τα λόγια τους ολουνών και θ᾿ αναχωρήσω από την Ελλάδα. Κι᾿ αυτό προσμέναμεν οι αγωνισταί;» Τον περικάλεσα να μείνη και να μιλή κι᾿ αυτός του Αγιντέκ. Σε τρεις-τέσσερες μήνες, ακούγοντας τέτοιους πατριωτισμούς, πάγει κρυφίως εις την δουλειά του, έφυγε από-᾿δώ. Σηκωθήκαμεν πήγαμεν εις τον Αγιντέκ, οπού τον έστειλε να πάγω. Πηγαίνοντας εκεί, μου λέγει «Σε ορκίζω εις τ᾿ όνομα της πατρίδος σου και του Βασιλέως, τον κατάλογον οπού θα σου δείξω να μου ειπής την αλήθεια, σε ποια είναι δίκιος και σε ποια είναι άδικος, δια-να τους βαθμολογήσωμεν, να μην γένουν παράπονα. Ότι της Αντιβασιλείας της είπα τα όσα μου είπες και σε παίνεψαν εις τον πατριωτισμόν σου ότι κι᾿ όντως είσαι εκείνος οπού σε γνώριζα. -Του λέγω, όταν σας απατήσω να δώσω λόγον εις τον Θεόν». Εκείνοι διάβαζαν κ᾿ εγώ τους έλεγα. Του είπα πρώτα «Εγώ δεν θέλω βαθμό δούλεψα την πατρίδα μου όσο-που κόλλησα εις τον βαθμόν του στρατηγού με κίντυνους και με πληγές και με θυσίες. Τον πέταξα και μπήκα εις το ταχτικόν απλός στρατιώτης δια-να πάγη ομπρός. Αυτό σου είναι γνωστό από τον Φαβγέ κι᾿ άλλους και είναι και η αναφορά μου εις τα πραχτικά της Κυβέρνησης και οι ᾿φημερίδες το λένε. -Μου λέγει, το ξέρω. -Και εις την ημέρα του Βασιλέως μου πάλε κάνω το ίδιον. -Λέγει, ο Βασιλέας δεν θέλει να τον δουλέψουν οι αξιωματικοί ως απλοί στρατιώτες. Ο βαθμός οπού θα δώση εις τους Έλληνες ο πρώτος είναι του ταματάρχη και δεν είναι άλλος βαθμός ανώτερος. -Μ᾿ όρκισες εις το όνομα της πατρίδας μου και Βασιλέως μου να σου ειπώ τι γνωρίζω και θα σου το ειπώ ελεύτερα και με σέβας και εις την αλήθεια μου και τον θάνατον τον δέχομαι, ότι, σου είναι γνωστόν, πολλές βολές πλησίασα εις αυτόν και δεν με πήρε και τον καταφρονώ εις-το-εξής και πεθαίνω εις την αλήθεια μου. Αυτούς τους βαθμούς οπού μου λες, γκενεράλη μου, είναι αδικία εις τους αγωνιστάς, ότι ετούτος ο τόπος, οπού ᾿ρθε ο Βασιλέας να βασιλέψη και του λόγου-σας Αντιβασιλείς, ήταν σκλαβωμένος τόσα χρόνια από τους Τούρκους και είχε γένη ρουμάνι, βάλτος, αγκαθιά, κι᾿ αυτείνοι οι αγωνισταί τον δούλεψαν με το ψωμί τους, με το τζαρούχι τους, με το ντουφέκι τους, με το φουσέκι τους γιόμωσαν, επότισαν την γης αίμα, την Τουρκιά και σκλάβους τούρκεμα τους Χριστιανούς. Και οι σκοτωμένοι άφησαν χήρες γυναίκες και αρφανά κ᾿ εκείνοι οπού ᾿ταν νοικοκυραίγοι έγιναν διακονιαραίγοι, ότι θυσιάσαν το δικόν-τους εις τα δεινά της πατρίδος, όταν κιντύνευε. Από αυτούς υπάρχει η πατρίδα, από τους αγωνιστάς. Τους άλλους, τους διαφταρμένους, τους γνωρίζεις η Εξοχότη σου πολύ καλά. Δια-να ρουφήξουν την πατρίδα κ᾿ εθνικά όλο συχνούς εφύλιους πολέμους έκαναν και φατρίες και είναι άλλος Άγγλος, άλλος Γάλλος κι᾿ άλλος Ρούσσος. Κι᾿ αυτό δεν σβένει από αυτούς. Δια-να το σβέσετε, δια-να στερεωθή η πατρίδα κι᾿ ο Βασιλέας, χρειάζεται δικαιοσύνη να ᾿χετε και ᾿λικρίνεια και μ᾿ αυτό κάνετε συντρόφους της πατρίδος όλους τους αγωνιστάς.…»