Πώς είδαν την Επανάσταση του 1821 διάφοροι ιστορικοί!..

Κωδικός Πόρου: 00285-113982-1427
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 23/10/11 16:53
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Νεώτερη Ελλάδα, 00285-113982-1427




Περιγραφή:

Πώς είδαν την Επανάσταση του 1821 διάφοροι ιστορικοί!..

Διαβάστε, για παράδειγμα, πώς ο ελληνισμός, ο οποίος κατόρθωσε να επιβιώσει μετά την τουρκική κατάκτηση και να διατηρήσει τη συνοχή του χάρη κυρίως στο σύστημα των προνομίων και της αυτοδιοίκησης και γενικά στον φωτισμό του, άρχισε να προοδεύει ιδίως από τα μέσα του 17ου και ιδιαίτερα τον 18o αιώνα και πώς καλλιεργήθηκε προοδευτικά η ιδέα της Απελευθέρωσης των Ελλήνων από τον οθωμανικό ζυγό!..


Ελληνική Επανάσταση

 

ΣΑΝ συνέχεια του άρθρου μας: "Η Επανάσταση του 1821 στηρίχθηκε πολύ στα θρησκευτικά βιβλία;", όπου μιλούσαμε για το πώς έγινε η Ελληνική Επανάσταση, θα συνεχίσουμε λέγοντας τα εξής:

"Στη δεύτερη περίοδο καταστράφηκε η Κάσος και τα Ψαρά (Ιούλιος 1824), οι πιο σημαντικές ναυτικές ελληνικές βάσεις στο Αιγαίο. Ο ελληνικός στόλος πέτυχε μεγάλες νίκες στη Σάμο, στον Γέροντα (Αύγουστος 1824), στον Καφηρέα (Μάιος 1825), δεν είχε όμως τα οικονομικά μέσα για να συνεχίσει τον Αγώνα και δεν κατόρθωσε να εμποδίσει την απόβαση των Αιγυπτίων στην Πελοπόννησο (Φεβρουάριος 1825) ούτε τις μεταφορές νέων δυνάμεων και εφοδίων. Ο Ιμπραήμ κατέλαβε το λιμάνι της Πύλου, νίκησε τα ελληνικά στρατεύματα στο Κρεμύδι και, παρά την ηρωική θυσία του Παπαφλέσσα στο Μανιάκι (Μάιος 1825) και τον αγώνα του Κολοκοτρώνη, που είχε απελευθερωθεί, πέρασε στην Αρκαδία και κατέλαβε την Τρίπολη, το κέντρο της Πελοποννήσου. Μην μπορώντας να τον αντιμετωπίσει κατά μέτωπο, ο Κολοκοτρώνης επέστρεψε στην τακτική του κλεφτοπολέμου και κατόρθωσε να συντηρήσει την Επανάσταση στην Πελοπόννησο, παρά τις ταλαιπωρίες του πληθυσμού και τη φοβερή λεηλασία των πεδινών περιοχών από τα αιγυπτιακά στρατεύματα.
Στη Στερεά οι Τούρκοι με τον Κιουταχή –αργότερα (Δεκέμβριος 1825) έσπευσε και ο Ιμπραήμ για ενίσχυση– πολιόρκησαν το Μεσολόγγι. Η σχετικά ολιγάριθμη φρουρά από Ρουμελιώτες, Σουλιώτες, Μακεδόνες και Στερεοελλαδίτες, μαζί με τους κατοίκους, απέκρουσαν όλες τις εφόδους και καθήλωσαν τα εχθρικά στρατεύματα επί έναν χρόνο (Απρίλιος 1825 – Απρίλιος 1826) έξω από το φρούριο, προσφέροντας ανεκτίμητη υπηρεσία σε δύσκολες στιγμές για τον Αγώνα. Όταν εξαντλήθηκαν όλες οι δυνατότητες επισιτισμού, οι πολιορκημένοι προτίμησαν να βγουν πολεμώντας μέσα από το εχθρικό στρατόπεδο, αλλά να μην παραδοθούν.
Μετά την Έξοδο του Μεσολογγίου, η απήχηση της οποίας στάθηκε συγκλονιστική, ο Κιουταχής προχώρησε στην Αττική, κατέλαβε την Αθήνα και πολιόρκησε την Ακρόπολη. Γύρω από αυτή την πολιορκία γράφτηκε το τελευταίο μεγάλο κεφάλαιο της πολεμικής ιστορίας του Αγώνα. Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης κατόρθωσε, με συνδυασμένες πολεμικές επιχειρήσεις, να ενισχύσει το φρούριο, να αναζωογονήσει την Επανάσταση στη Στερεά με την εκστρατεία του προς τα εκεί και τη νίκη της Αράχοβας (Νοέμβριος 1826) και να ελευθερώσει, στην επιστροφή του, τον Πειραιά. Σκόπευε, και το κατόρθωσε σε μεγάλο βαθμό, να διακόψει τον ανεφοδιασμό των Τούρκων, να κλείσει πίσω τους τις διαβάσεις και να τους αναγκάσει να αποσυρθούν από την Αττική. Ο Καραϊσκάκης ήταν ένας μεγάλος στρατηγός, που ήξερε καλά την τέχνη του κλεφτοπολέμου. Η επιμονή όμως του Τσορτς και του Κόχραν, των Άγγλων που είχαν εκλεγεί αρχηγοί του στρατού και του στόλου από την Γ’ Εθνοσυνέλευση, και ιδίως του τελευταίου, να γίνει άμεση επίθεση για να λυθεί η πολιορκία της Ακρόπολης, έφερε την καταστροφή. Ο Καραϊσκάκης πληγώθηκε θανάσιμα σε μία συμπλοκή και πέθανε (23 Απριλίου). Η επίθεση απέτυχε και οδήγησε στην πανωλεθρία του Φαλήρου (24 Απριλίου), όπου ο ελληνικός στρατός διαλύθηκε και αναγκάστηκε στη συνέχεια να εγκαταλείψει τον Πειραιά. Η Επανάσταση φάνηκε να οδεύει προς το τέλος. Ωστόσο, το ελληνικό ζήτημα είχε προωθηθεί από διπλωματική άποψη. Με την έλευσή του στην Ελλάδα (Ιανουάριος 1828), ο Καποδίστριας αναδιοργάνωσε τις ελληνικές δυνάμεις και επωφελήθηκε από τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο για να ανακαταλάβει τη Στερεά (1828-29).
Οι πολεμικές δυσκολίες είχαν ως αποτέλεσμα οι Έλληνες να παραμερίσουν, έως έναν βαθμό, τις πολιτικές διαφορές και να εκλέξουν μία επιτροπή (διοικητική, 1826), που εγκαταστάθηκε στην Αίγινα για να παρακολουθεί τις επιχειρήσεις της Αττικής. Το 1827, έπειτα από νέες διαμάχες, η Γ’ Εθνοσυνέλευση συνήλθε στην Τροιζήνα και ψήφισε νέο Σύνταγμα, το οποίο παραχωρούσε την εκτελεστική εξουσία στον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια.
Προηγουμένως, το 1825, έπειτα από τη φοβερή κατάσταση που επικρατούσε στο εσωτερικό και την αλλαγή της αγγλικής πολιτικής, οι Έλληνες πολιτικοί και στρατιωτικοί είχαν στείλει ένα υπόμνημα στην αγγλική κυβέρνηση και ζητούσαν την αποκλειστική προστασία της Αγγλίας για τη λύση του ελληνικού ζητήματος. Με το υπόμνημα αυτό δήλωναν ότι αποδέχονταν ακόμα και την ίδρυση υποτελούς ελληνικού κράτους. Η Αγγλία δεν ήταν δυνατόν να επέμβει τότε, επωφελήθηκε όμως από το υπόμνημα αυτό για να αναλάβει πρωτοβουλία αργότερα. Μετά τον θάνατο του τσάρου Αλέξανδρου A’, οι Άγγλοι πρότειναν στον διάδοχό του, Νικόλαο A’, διμερείς διαπραγματεύσεις για το ελληνικό ζήτημα. Οι διαπραγματεύσεις αυτές κατέληξαν σε συμφωνία, προκαλώντας και τη συμμετοχή της Γαλλίας, η οποία είχε συμφέροντα στο Αιγαίο. Οι τρεις δυνάμεις συμφώνησαν και υπέγραψαν τη συνθήκη του Λονδίνου (Ιούλιος 1827), ένα έγγραφο που είχε πανευρωπαϊκή σημασία, γιατί ανέτρεπε την έως τότε ευρωπαϊκή πολιτική και απομόνωνε την Αυστρία. Οι δυνάμεις αποφάσισαν να ζητήσουν ανακωχή από τους δύο εμπόλεμους, ώστε να αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις για το ελληνικό ζήτημα. Για να διασφαλίσουν την ανακωχή αυτή, έστειλαν μοίρες των στόλων τους στο Αιγαίο. Αποτέλεσμα ήταν η ναυμαχία του Ναυαρίνου (Οκτώβριος 1827), που οδήγησε στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1828-29. Οι Ρώσοι νίκησαν τους Τούρκους και τους υποχρέωσαν να υπογράψουν τη συνθήκη της Αδριανούπολης (Σεπτέμβριος 1829). Ένα άρθρο της συνθήκης αυτής αφορούσε την ίδρυση ελληνικού κράτους, υποτελούς στην Τουρκία, με σύνορα τη γραμμή Παγασητικού-Αμβρακικού κόλπου. Οι Άγγλοι κατάφεραν να εκκενώσουν την Πελοπόννησο από τα στρατεύματα του Μοχάμετ Άλι και οι Γάλλοι απέστειλαν στρατό στην Πελοπόννησο για να παραλάβει τα φρούρια από τους Αιγυπτίους. Με νεότερες συνθήκες (πρωτόκολλο και συνθήκη Λονδίνου 1830 και 1832) το ελληνικό κράτος ανεξαρτητοποιήθηκε.
Η εξέλιξη αυτή υπήρξε και το τέλος του ελληνικού Αγώνα. Από ευρωπαϊκή άποψη στάθηκε ένα μεγάλο χτύπημα στην πολιτική της αντίδρασης και προώθησε το φιλελεύθερο κίνημα, γιατί συνέβαλε στην ανατροπή της υφιστάμενης ευρωπαϊκής πολιτικής και στην παραγκώνιση του Μέτερνιχ. Στα Βαλκάνια αποτέλεσε το ιστορικό προηγούμενο για την τελική διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και την ίδρυση ανεξάρτητων βαλκανικών κρατών.
Το ελληνικό κράτος, που ιδρύθηκε ως αποτέλεσμα της Επανάστασης, ήταν εδαφικά πολύ περιορισμένο, οικονομικά και στρατιωτικά ανίσχυρο και είχε να αντιμετωπίσει μεγάλα εσωτερικά και εξωτερικά προβλήματα. Στάθηκε όμως η απαρχή για τη βαθμιαία ολοκλήρωση των εθνικών στόχων. Επιπλέον, μέσα στον πολύχρονο αιματηρό Αγώνα, διαμορφώθηκε τελικά ο νέος ελληνισμός. Οι θυσίες και τα κατορθώματα των αγωνιστών του 1821, οι μορφές των οποίων πήραν σχεδόν μυθικές διαστάσεις στη συνείδηση του λαού, δημιούργησαν μια νεοελληνική ηρωική παράδοση, που επηρέασε από κάθε άποψη τις νεότερες γενιές των Ελλήνων.

 ΠΗΓΕΣ: α) Δημοσιογραφικό και Ιστορικό Αρχείο Άγγελου Π. Σακκέτου
                β) Εγκυκλοπαίδεια «Δομή»