Πώς έγινε ακριβώς η Δίκη του Κολοκοτρώνη;

Κωδικός Πόρου: 00285-113998-147
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 11/04/11 17:34
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Νεώτερη Ελλάδα, 00285-113998-147




Περιγραφή:

 

Διαβάστε άγνωστες και συγκλονιστικές λεπτομέρειες από τη Δίκη του Θοδωρή Κολοκοτρώνη, έτσι όπως ακριβώς περιγράφονται από τον ακαδημαϊκό Σπύρο Μελά και αλιεύονται μέσα από το ελληνικό χριστιανικό περιοδικό «Αλιεύς», που επί τόσα χρόνια φυλάττει τις δικές του Θερμοπύλες στη νοσταλγική γη των Αρκάδων!..

Η Δίκη του Κολοκοτρώνη
Του Σεβ. Μητροπολίτου Μαντινείας και Κυνουρίας
κ.κ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

     Την Κυριακή 13 Φεβρουαρίου, ο Σύλλογος Αρκάδων της Αργολίδος έπραγματοποίησε μίαν λαμπρήν έορταστικήν έκδήλωσι με την κοπήν της Βασιλόπιτας τον Σνλλόγον. Η έκδήλωσι αύτη έλαβε χώραν στην πάλι τον Ναυπλίου και ειδικότερα στην μεγάλη Αίθουσα τον κτιρίου που είναι γνωστό με το όνομα Βονλεντικόν, γιατί εκεί κατά τους χρόνους της Αντιβασιλείας τού Οθωνα ελάμβανον χώραν όλα τα πολιτικά Συμβούλια και τα κυβερνητικά διαβούλια της Εξουσίας. Η αίθουσα ακριβώς αυτή μετετράπη σε αίθουσα Δικαστηρίου όπου πραγματοποιήθηκε η Δίκη τον Θεοδώρου Κολοκοτρώνη τον Μάιον τού 1832.
     Ο Πρόεδρος του Συλλόγου Αρκάδων Αργολίδος εκάλεσε και την ταπεινότητά μου να παρευρεθώ στην εορτήν ως Επίσκοπος και Ποιμενάρχης της γενέτειρας γης των αποδήμων, και συμμετείχα σ' αυτήν. Η εορτή ήταν οργανωμένη εξαιρετικά και περιελάμβανε την κοπήν της Βασιλόπιτας, την βράβευσιν τού διεθνούς φήμης Καθηγητού της χειρουργικής Αρκάδος κ. Ιωάννου Παπαδημητρίου και τέλος την επίδοσιν βραβείων στους αριστεύσαντες μαθητές των Γυμνασίων και Λυκείων Αργολίδος αρκαδικής καταγωγής.
Ησαν όλα όμορφα και θαυμαστά γι' αυτό συγχαίρω τον Πρόεδρο τού Συλλόγου Αρκάδων Αργολίδος κ. Χ. Θεοδωρόπουλον για την οργάνωσι και την επιτυχή πραγματοποίησι της εορτής και εύχομαι και του χρόνου.
     Όμως ευρισκόμενος μέσα στην αίθουσα τού Βουλευτικού του Ναυπλίου ανεπόλησα το παρελθόν και με συνεπήραν γεγονότα που διαδραματίστηκαν σ' αυτήν και αισθάνθηκα σαν να παρακολουθούσα την Δίκη του Γέρου του Μωρηά, που τα μωλέματα της Ευρώπης και τα συμφέροντα των καιροσκόπων, κατά το Μακρυγιάννη, θέλησαν να θανατώσουν τον ελευθερωτή της Ελλάδος με την κατηγορίαν τής εσχάτης προδοσίας . Η δίκη του Κολοκοτρώνη είναι ένα μεγάλο μάθημα για τον καθένα μας στη ζωή, και γι' αυτό ανεζητήσαμε μέσα από τα κιτρινισμένα παλαιά χαρτιά της εποχής εκείνης την περιγραφή αυτής της Δίκης και την καταχωρούμε στις σελίδες τού ΑΛΙ ΕΩΣ για να αποτελέση μνημόσυνον του θρυλικού Γέρου του Μωρηά στα 168 χρόνια από το θάνατό του και σαν μάθημα ήθους σε όλους εμάς τους νεοέλληνες που σήμερα ενεργούμε παντοιοτρόπως να αμαυρώσουμε τη μεγαλοσύνη των ηρώων μας, να νοθεύσουμε την αλήθεια της Ιστορίας καί νά παραπλανήσωμε τόν Λαό με τελικό σκοπό να γίνωμε και να μείνωμε Γραικύλοι και Εύρωλυγούριδες χωρίς Πίστι στο Θεό, χωρίς γνώσι της Ιστορίας μας και δίχως ελεύθερη την Πατρίδα μας. Ας παρακολουθήσουμε τον Σπύρο Μελλά:

   Όλο τ' Ανάπλι στο πόδι, από πολύ πρωί, την ήμερα της δίκης, τρεις Απριλίου. Βούιζαν τα πλήθη στη μεγάλη πλατεία τού Πλατάνου. Ο στρατός κρατούσε με κόπο την τάξη. Στο κάτω μέρος της πλατείας είναι το μεγάλο τζαμί, που το χρησιμοποιούσε το βουλευτικό για τις συνεδριάσεις του. Την ίδια σάλα είχαν ορίσει για τη δίκη.
     Σκοτωνόταν ο κόσμος να μπει μέσα, τα πρώτα καθίσματα είχαν πιάσει κυρίες και κορίτσια της καλής κοινωνίας και πολλοί από το διπλωματικό σώμα. Οι άλλοι πίσω στοιβάζονταν ανακατωμένοι. Νοικοκυραίοι κ' εργατικοί άφηκαν τις δουλειές τους για μέρες και πολλοί, για να μη χάσουν τη θέση τους, δε βγαίναν από το τζαμί κι όταν το δικαστήριο έκανε διακοπή ούτε για να παν να φαν. Δυό λόγια για τους δικαστές: Ο πρόεδρος Πολυζωίδης ήταν από το Μελένικο της Μακεδονίας. Είχε δάσκαλο το Χριστόφορο Φιλητά και φίλο το Νεόφυτο Δούκα. Είχε σπουδάσει στα πανεπιστήμια της Βιέννας και της Γοτίγγης. Είχε κατεβεί στο Εικοσιένα στο Μεσολόγγι, γίνηκε φίλος και γραμματικός τού Μαυροκορδάτου. Πληρεξούσιος σε δύο συνελεύσεις, μέλος αποστολής στην Ευρώπη για το δάνειο. Συμπλήρωσε στα Παρίσια έπειτα τις νομικές του μελέτες φιλελεύτερος και φοβερός πολεμιστής τού Καποδίστρια με την πέννα. Ο δικαστής Τερτσέτης από τη Ζάκυνθο είχε σπουδάσει στα Παρίσια νομικά κ' ελληνική φιλοσοφία• λόγιος, ποιητής, φίλος του 'Αρμανσμπεργκ και δάσκαλος των κοριτσιών του. Ο Σούτσος ήταν γαμπρός τού υπουργού της Δικαιοσύνης Σχινά, σίγουρος φίλος της αντιβασιλείας: Οι άλλοι δυό ήταν οποιοιδήποτε, και είδαμε γιατί και πώς είχαν οριστεί. Στις εντεκάμιση σηκώθηκε μεγάλη βουή. Οχτώ χωροφύλακες φέρναν τους κατηγορουμένους από το Ιτς-Καλέ. Ο κόσμος άνοιξε να περάσουν. Ο Κολοκοτρώνης φαινόταν σουρωμένος από την κακοπέραση, χλωμός, βασανισμένος. Περπατούσε όμως με τη συνηθισμένη λεβεντιά του, σοβαρός, αυστηρός, κοιτάζοντας ολόισα μπροστά του. Κρατούσε στο χέρι του κομπολόι. Ο Πλαπούτας ήταν πιο φρέσκος. Άγρίεμα και πείσμα όμως ήταν χυμένο στη μορφή του. Όλος ο κόσμος πάσχιζε να τους ιδεί, όταν τους μπάσαν στο τζαμί. Τσακίστηκε το ακροατήριο. Οι χωροφύλακες τρόμαζαν να κρατήσουν μια γραμμή πίσω από τα σκαμνιά τους. Έκανε ζέστη, από τον πολύ κόσμο και τα χνώτα. Οι κυρίες κάναν αέρα με μεγάλες βεντάλιες. Ο πρόεδρος χτύπησε το κουδούνι. Έβγαλε μικρό λόγο• σύστησε στο ακροατήριο ησυχία και στους συνηγόρους μετριοπάθεια και κοσμιότητα. Οι κατηγορούμενοι δήλωσαν πως βάζουν δικηγόρους το Βαλσαμάκη και τον Κλωνάρη. Ο γραμματέας Ζώτος διάβασε το κατηγορητήριο. Ο πρόεδρος το ξήγησε. Ύστερα πρόσταξε να βγάλουν έξω τον Πλαπούτα. Και είπε με σταθερή φωνή στο Γέρο:
     Σήκω απάνω, κατηγορούμενε.

     Έγινε σιωπή απόλυτη. Βελόνα νάριχναν θ' ακουγόταν. Ο Γέρος είχε την όψη τώρα γεμάτη λύπη κι αξιοπρέπεια.
     Πως ονομάζεσαι;
     Θόδωρος Κολοκοτρώνης.
     Πόθεν κατάγεσαι;
     Από τό Λιμποβίσι της Καρύταινας.
     Πόσων ετών είσαι;
     Εξηντατεσσάρων.
     Τί επάγγελμα κάνεις;
      Κρατώ στο χέρι το σουλντάδον τό τουφέκι και πολεμώ για την πατρίδα.
      Πες μας τι απολογείσαι δια την κατηγορίαν, η οποία σου αποδίδεται;
      'Αθελο, πικρό χαμόγελο τού ανέβηκε στα χείλη. 

     Τον Ιούλιο που μας πέρασε άρχισε την απολογία του ο Γέρος πήγα στην Τριπολιτσά και στεφάνωσα ένα ανδρόγυνο. Από εκεί πήγα στη νύφη μου, στο μοναστήρι της Αγίας Μονής. Την παραμονή της Παναγίας ήρθε ο Ρώμας και το βράδυ της γιορτής επήγαμε στην Καρύταινα, όπου κάτσαμε δυό μέρες• ο Ρώμας έφυγε κ' εγώ γύρισα στην Τριπολιτσά στις δεκαοχτώ Αυγούστου. Προτήτερα μ' αυτόν δεν έλαβα καμμιά συνέντευξη. Η πρώτη αντάμωση μας ήταν στην Τριπολιτσά.
     Ο Γέρος, από ανάγκη να υπερασπιστεί τον εαυτό του, μπροστά στη στρεψόδικη διάθεση της κατηγορίας, πούταν έτοιμη ν' αρπαχτεί από την πιο ασήμαντη λεξίτσα του, αρνήθηκε πως ο Ρώμας τούκανε την παραμικρή κουβέντα για την αλλαγή της αντιβασιλείας και για τις αναφορές τού Φραντς. Δε μίλησε γι' αυτά κι από άλλο λόγο: Θ' αναγκαζόταν ν' αναφέρει και τα όσα τούχε πει ο Ρώμας για τον 'Αρμανσμπεργκ. Και δεν ήθελε να φέρει στη μέση τ' όνομα τού προέδρου της αντιβασιλείας.
     Τον άλλο καιρό τι έκανες στην Τρίπολη; Τον ρώτησε ο Πολυζωίδης.
     Επήγαινα στο παζάρι, εσύναζα τους χωρικούς και εδημηγορούσα, γιατί ήταν ερεθισμένοι από τους διαόλους για τα νόμιστρα τη φορολογία των προβάτων και τους έλεγα: Βρε τσοπάνηδες, τι πληρώνατε τον καιρό της Τουρκιάς, και τι πληρώνετε τώρα; Γιατί φωνάζετε; Δεν πληρώνετε τώρα λιγώτερα από της Τουρκιάς; Αυτά τους απόδειχνα.
     Τον ρώτησαν για τους ληστές, που τους είχε βάλει τάχα να κάνουν ληστείες για να σαλέψει την τάξη και την επιβολή της αντιβασιλείας. Από τους τρεις ληστές που τούλεγαν πως ήταν όργανά του, τον ένα μόνο γνώριζε, τον άλλο τον είχε κυνηγήσει ο ίδιος και τούχε φύγει δυό φορές από τα σίδερα, τον τρίτο δεν τον ήξερε καθόλου.
     Πώς έλαβε αφορμή, ρώτησε ο πρόεδρος, να σού γράψει ο Ρούσος υπουργός;
     Ήταν απόκριση σε δικό μου γράμμα. Αφορμή στάθηκε τούτη: Όταν ήρθε ο βασιλιάς, ο Ρούκμαν άφησε στο περιβόλι μου ένα γράμμα, συσταίνοντάς με στους Ρούσους καπεταναίους της 'Ασπρης θάλασσας. Για τούτο έκαμα κ' εγώ ένα γράμμα συσταίνοντάς αυτόν και τον κύριο Ρικόρδο. Δε μου πέρασε από την ιδέα πως αυτό έβλαφτε ή πως ήταν εμποδισμένο. Το έκαμα από απλότητα. Η απόκριση λέει ν' αγαπάτε το βασιλιά και τη θρησκεία μας... άλλο δεν θυμάμαι... η απόκριση φανερώνει με τι τρόπο είχα γράψει κι εγώ.
     Έχεις τίποτ' άλλο να προσθέσεις;
     Δυό λόγια: Μετά το φόνο τού κυβερνήτη η πατρίδα μας ήταν χωρισμένη σε δυό. Έγώ άμα έμαθα το διορισμό τού βασιλιά μας έκαμα όρκο στη σημαία του• κ' έγώ κ' οι φίλοι μου κάμαμε αναφορά στη Βαυαρία και δείχναμε την αφοσίωσή μας. 'Αμα ήρθε ό βασιλιάς, σκόρπισα τους ανθρώπους μου κ' ησύχασα στο περιβόλι μου. Τώρα με κατηγορούν. Μα γιατί; Εγώ να ενεργήσω κατά τού βασιλιά μου και της αντιβασιλείας; Μα δεν ξέρετε κι εσείς οι ίδιοι, κύριοι δικαστές, και όλοι ο Έλληνες πόσο πάσχισα, σ' όλη την επανάσταση, ν' αποχτήσει το έθνος κεφάλι και να μού λείψουν οι φροντίδες; Τώρα, όπου ο Θεός μας έδοσε βασιλιά, εγώ είπα σ' όλους τους φίλους: Τώρα είμαι ευτυχής. Θα κρεμάσω την κάπα μου στον κρεμανταλά και θα πλαγιάσω στην καλύβα μου για να πεθάνω ήσυχος κ' ευχαριστημένος.
     Ο Γέρος τελείωσε, κάθισε ατάραχος, παίζοντας με τις χάντρες τού κομπολογιού του. Το ακροατήριο, βαθιά συγκινημένο, δεν έκανε τώρα την παραμικρότερη ταραχή.
     Αφού απολογήθηκε κι ο Πλαπούτας, άρχισαν να ξετάζουν τους μάρτυρες κατηγορίας. Ήταν σαραντατρείς. Και πολλούς τους είχε συνοδέψει στ' Άνάπλι με πομπή και παράτα ο ίδιος ο νομάρχης Χρηστίδης, όργανο φανατικό τού Κωλέτη, όπως είδαμε. Μα ποιο ήταν το ποιόν τους; Ποιες οι σχέσεις τους με τον Κολοκοτρώνη και τους κατηγορουμένους; Από τους κυριώτερους μάρτυρες της κατηγορίας ήταν, εχτός από τον Αλεξαντρόπουλο, που μίλησα γ' αυτόν, ο Οικονομόπουλος, ο Κανέλλος Σπηλιόπουλος κι ο Γαρδελίνος. Κ' οι τέσσερες ήταν από τα χειρότερα υποκείμενα της Τρίπολης.Ήταν συντεχνίτες ράφτες• μα είχαν αφήσει τις δουλειές τους, περιουσία δεν είχαν και κανένας δεν ήξαιρε πώς ζούσαν. Γύριζαν από το πρωί ως το βράδυ στα καφενεία κ' έβριζαν τον Κολοκοτρώνη και τους φίλους του με τέτοιον τρόπο, που τους διώχναν οι καφετζήδες. Κανείς από τους σοβαρούς και φρόνιμους πολίτες δεν τους ζύγωνε. Ποτέ δεν τους προσκαλούσαν στις συνελεύσεις. Κ' ήταν τέτοιο το μίσος τους για τους κολοκοτρωνιστές, που άμα φυλακίστηκαν οι αρχηγοί, αυτοί φώναζαν φανερά στην Τρίπολη:
     Θα τους στείλουμε στην καρμανιόλα.
     Αυτό το μίσος είχε πολλές αφορμές. Όλοι τούτοι δε χώνευαν τον Καποδίστρια. Είχαν λάβει μέρος σε συνωμοσία εναντίον του κ' είχαν καθίσει στο σκαμνί του κατηγορουμένου. Ο Οικονομόπουλος ήταν από το Βαλτεσινίκο της Γορτυνίας. Νέος είχε φύγει στην Πόλη• όταν γύρισε στην Ελλάδα, γνωρίστηκε με τον Αντρούτσο, τον είχε πάρει στα Γιάννινα, όπου υπηρέτησε γραμματικός του Βελή πασά. Ήταν μέρα-νύχτα με τους Τούρκους, μεθούσε και λέγαν πως είχε κιόλας γίνει Τούρκος, σουνουτεύτηκε κανονικά και στ' όνομα Δεμίγαρας. Ο πατέρας του ο ίδιος έλεγε: Δέν μπόρεσα να τον έχω κι αυτόν θηλυκό παρά που τον γέννησα να ντροπιάσει την πίστη και το γένος μας και να τουρκέψει στη Ρούμελη . Όταν κηρύχτηκε η επανάσταση, πήγε στην Τρίπολη με τον τούρκικο στρατό. Δεν έκανε καμμιά δουλειά, μεθοκοπούσε• κ' είχε στη ράχη του μια καταδικαστική απόφαση για συκοφαντία.
    Ο Σπηλιόπουλος είχε πολύ στενά προσωπικά προηγούμενα με τον Κολοκοτρώνη. Ο Γέρος τον είχε κυνηγήσει κάποτε με την πιστόλα γιατί έβριζε τον Καποδίστρια μετά το θάνατό του. Ο Γαρδελίνος, τέλος, πούλεγε πως ο Χοϊδάς ήθελε να τον κατηχήσει να υπογράψει την αναφορά για την κατάλυση της αντιβασιλείας, είχε φάει ξύλο από τούτον τον Χοϊδά, στη φυλακή που τον είχε ο Χοϊδάς ήταν αστυνομικός γιατί πάσχισε να φύγει. Τον είχε δείρει σε τέτοιο βαθμό που αναγκάστηκε να κόψει βεντούζες. Πως μπορούσε, λοιπόν, ποτέ να του παρουσιάσει ενοχή αναφορά να υπογράψει; Έξω απ' αυτά όλα όμως είχαν και οι τέσσεροι παλαιότατες αφορμές με τον Κολοκοτρώνη. Ήταν μέλη στην εταιρεία «Αδελφότης» πούπαιξε, όπως είδαμε, σπουδαιότατο ρόλο, στον εμφύλιο πόλεμο, κατά του Γέρου. Τον είχαν πολεμήσει με το ντουφέκι στο χέρι. Ο Κωλέτης τους πλήρωσε καλά γι' αυτό: Από ράφτες τους είχε κάνει χιλίαρχους. Τέλος ο Γαρδελίνος, ο Σπηλιόπουλος κι ο Αλεξαντρόπουλος είχαν στήσει μια νύχτα χωσιά του Κολοκοτρώνη, να τον δολοφονήσουν, από το σπίτι του Χατζηχρήστου, όταν θάβγαινε ανύποπτος στο παράθυρο. Ο Γέρος ήταν στο αντικρινό σπίτι του Παναγιωτόπουλου. Το σχέδιο δεν πέτυχε, γιατί ο Μπιλάλης, πούταν κι αυτός στη χωσιά, φοβέρισε πως θα τους προδώσει. Σε λόγια τέτοιων ανθρώπων θέλησε να στηρίξει την κατηγορία η αντιβασιλεία για να πάρει το κεφάλι του Κολοκοτρώνη. Η υπεράσπιση δεν κοπίασε πολύ να τους φέρει σε αντιφάσεις. Τον Άλεξαντρόπουλο τον στενοχώρησαν τόσο, που είπε στο τέλος:
     Αφήστε με γιατί θα μούρθει αποπληξία.
     Και κάθισε. Ο Γαρδελίνος αναγκάστηκε να μολογήσει πως ο Χοϊδάς τον είχε ξυλίσει. Οι άλλοι δυό είπαν πως τους δόσαν να υπογράψουν την αναφορά, μα δεν μπόρεσαν ν' αποδείξουν πως λένε την αλήθεια. Κι αφού αυτοί, κυριώτεροι μάρτυρες, δεν μπορούν να πείσουν κανένα, τι θάκαναν οι δευτερώτεροι; Έφεραν, για μαρτυρίες, κουβέντες των καφενέδων• και φαίνονταν όλοι πολύ καλά δασκαλεμένοι. Μερικοί απ' αυτούς τους ψευτομάρτυρες, όπως οι Σουλιμαίοι, δειλιάζουν, την τελευταία στιγμή, μπροστά στο δικαστήριο. Ο κίντυνος να ξεσκεπαστούν όλα είναι μεγάλος. Ο νομάρχης Χρηστίδης που τους είχε φέρει, άγρυπνος, πλάι στην εισαγγελική έδρα, πότε τους δίνει κουράγιο και πότε τους φοβερίζει. Και κουβεντιάζει ολοένα με τον εισαγγελέα. Το ακροατήριο μουρμουρίζει. Γίνεται σκάνταλο. Οι συνήγοροι διαμαρτύρονται ν' αφήσουν λεύτερους τους μάρτυρες να πουν την αλήθεια. Μα το σκάνταλο ξακολουθεί.
     Ο Μάσσων διαβάζει τις καταθέσεις τού Γρίβα, τού Γενναίου Κολοκοτρώνη και άλλων φυλακισμένων, που τάχα κάνουν αποκαλύψεις . Η υπεράσπιση όμως τις προσβάλλει: Δεν έχουν γίνει μπροστά σε μάρτυρες. Υποχρεώνουν τον εισαγγελέα να ξαναπάει στο Παλαμήδι, να ξαναπάρει κανονικά τις καταθέσεις. Μα και πάλι πάει χωρίς μάρτυρες και δεν παρουσιάζει τέλος τις καταθέσεις, γιατί τώρα δεν τον συμφέρουν. Ο Μάσσων φτιάνει καινούργιο: Μ' ένα σωρό σοφίσματα γυρεύει να μην ξεταστεί ούτ' ένας μάρτυρας απ' όσους προτείνει η υπεράσπιση. Το ακροατήριο βουίζει, το κουδούνι του πρόεδρου δουλεύει, ο Βαλσαμάκης κι ο Κλωνάρης βγάζουν πύρινους λόγους. Το δικαστήριο έκοψε τη συνεδρίαση, στις πέντε το απόγευμα, να σκεφτεί. Δύο μέρες κάμαν να βγάλουν απόφαση. Η αντιβασιλεία με υποσχέσεις και φοβέρες πάσχισε να κερδίσει το δικαστήριο. Δεν το κατάφερε. Στις εφτά του Μάη, τέλος, με την ίδια κοσμοπλημμύρα και την ίδια αγωνία το ακροατήριο άκουσε μιαν απόφαση που σήκωσε ψηλά στα μάτια του τη δικαιοσύνη τού τόπου: «Τό δικαστήριον στηριζόμενον εις το δίκαιον και δια να μη εμποδίσει τα μέσα τής υπερασπίσεως παραδέχεται να εξετασθούν όλοι οι μάρτυρες. Ο πρόεδρος όμως θέλει κάμει τις εξετάσεις εις τρόπον, ώστε να μη προκύψει ασάφεια και σκάνδαλον. Επί δέκα μέρες η υπεράσπιση εξετάζει τους εκατόν δεκαπέντε μάρτυρες της. Οι ίδιες οι αρχές, ο νομάρχης Μοναρχίδης, ο μοίραρχος Δεληγιώργης λένε πως δεν ξαίρουν τίποτα ούτε για μυστικές συνεδριάσεις, ούτε γι' αναφορές. Ο δικαστής Παπαδάκης και ο ειρηνοδίκης Ροντόπουλος δηλώνουν πως τα είχαν μάθει όλα από τις εφημερίδες.Ήταν και μάρτυρες όπως ο Λέκας, από το Κρανίδι, που είπαν καθαρά πως όργανα της εισαγγελίας πάσχιζαν να τους καταφέρουν να μαρτυρήσουν φανταστικά περιστατικά με διάφορες υποσχέσεις. Τέλος κι αυτά τα λόγια των καφενείων σαρώθηκαν ένα-ένα• κι όλος ο κόσμος φωτίστηκε τέλεια και για το ποιόν των μαρτύρων της κατηγορίας και για τη βαρύτητα της μαρτυρίας τους. Και μοναχά ο Κανέλλος Δεληγιάννης, αν και τον είχε φέρει η υπεράσπιση, έκαμε πολύ επιφυλαχτική κατάθεση. Ξαναβρυκολάκιαζε η παλιά γκρίνια κ' η ελπίδα να βγει από τη μέση το αγκάθι της Λοιοδώρας -ο Πλαπούτας. Αυτό πούκαμε όμως το λαό να πάει απόλυτα με το μέρος των κατηγορουμένων ήταν, εξω από τη φανερά μεροληπτική στάση της αντιβασιλείας και τού εισαγγελέα, ο τρόπος των κατηγορουμένων. Έδειξαν τη μεγαλείτερη αξιοπρέπεια. Ούτε προκάλεσαν κανέναν, ούτε έβγαλαν λόγο άσκημο από το στόμα τους. Ο λαός είχε πειστεί για την αθωότητα τους. Και το φώναζε. Ο Μαυροκορδάτος τόσο είχε παρασυρθεί, που φανέρωνε τώρα παστρικά τη γνώμη του υπέρ τού Κολοκοτρώνη. Ο 'Αρμανσμπεργκ παρακολουθούσε πια μ' αδιαφορία. Ο Μάουερ κ' οι άλλοι φοβήθηκαν. Θέλησαν να γυρίσουν την κοινή γνώμη. Έβαλαν το «Σωτήρα», κυβερνητική εφημερίδα, να δημοσιέψει πύρινο άρθρο κατά τού Κολοκοτρώνη, που τελείωνε με τη φοβέρα: « Ό,τι και αν κάμετε, το τέλος σας είναι γνωστό». Ο συνήγορος Κλωνάρης το διάβασε όλο στο δικαστήριο, το ξήγησε, το τεχνολόγησε κι αξίωσε από τον εισαγγελέα να προσκαλέσει και να δικάσει τον συντάχτη που θέλησε να εκβιάσει τη δικαιοσύνη με τον πιο ελεεινό τρόπο. Ο συνήγορος άφησε να καταλάβει το ακροατήριο ποιοί έδοσαν προσταγή να γραφτεί το άρθρο. Ο Μάσσων τον κοίταξε κοροϊδευτικά: Αυτός θα πρόσταζε να καταδιωχτεί ένα όργανο της αντιβασιλείας; Ο Πολυζωίδης σηκώθηκε κατακόκκινος:
     Το δικαστήριον, είπε, δεν έχει άλλον συμφέρον παρά το συμφέρον τού νόμου• δεν έχει άλλον σκοπόν παρά την δικαιοσύνην. Τινές δεικνύουν μίαν επίσημον εμπάθειαν και άγνοιαν των νόμων... Δεν πρέπει κανείς να προλαμβάνει την δικαιοσύνην... Το δικαστήριον αποδοκιμάζει το ανόητον άρθρον προσκαλεί δε τον επίτροπον να ενάγει τον υπεύθυνον συντάκτην.

     Δυνατά, σαρκαστικά γέλια, σηκώθηκαν από την έδρα τού εισαγγελέα. Το σκάνταλο δεν ήταν μικρό. Ο κόσμος εννοιωσε, πως μέρος από τους δικαστές, με τον πρόεδρο, θα πάλαιβαν να γλυτώσουν το κεφάλι τού Κολοκοτρώνη και τού Πλαπούτα από τα νύχια της αντιβασιλείας. Κι άρχισαν να παρακολουθούν το δράμα με αγωνία τόσο μεγαλείτερη, όσο την άλλη μέρα ο «Σωτήρ» δημοσίευε ανταποκρίσεις ψεύτικες από τις επαρχίες, ότι τάχα ο λαός ήταν υπέρ της καταδίκης.
     Μέσα σε τέτοιαν ατμόσφαιρα είχε αρχίσει τώρα η μονομαχία τού Μάσσων με την υπεράσπιση. Ο εισαγγελέας άρχισε με μία δήλωση πούδειχνε όλο το χαρακτήρα του και τον ελεεινό ρόλο πούπαιζε:
     Οι εγκαλούμενοι και άλλοι τινές συνελήφθησαν κατά διαταγήν της υπέρτατης αρχής. Το μέτρον το ενεκρίναμεν, κηρύττομεν αναγκαίον, δικαιότατον και σωτηριώδες, μολονότι παρά την γνώμην μας.
     Έλεγε, μ' άλλα λόγια, ότι ήταν απλή μαριονέττα της αντιβασιλείας. Η επιχειρηματολογία του, αδύνατη, τραβηγμένη από τα μαλλιά, είχε καταστρωθεί μονάχα για να τελειώσει με τη φράση:
     Διακηρύττω τους εγκαλούμενους ενόχους και απαιτώ τον θάνατον αυτών.
    Ανατριχίλα έκοψε το ακροατήριο. Μέσα σε σιωπή θανάτου άρχισε το λόγο του ο Βαλσαμάκης, ο πρώτος συνήγορος. Κεφαλλονίτης, είχε σπουδάσει τα νομικά στην Ιταλία και είχε υπηρετήσει, επί Καποδίστρια, επιθεωρητής των εισαγγελιών. Ύστερα από έναν πρόλογο για τη θεία καταγωγή τού δικαίου και τον υψηλό ρόλο της δικαιοσύνης, μπήκε στην ουσία για να ξεσκονίσει ένα-ένα τα επιχειρήματα του εισαγγελέα και να δείξει πόσα μεγάλα κενά, πόσα σημεία ουσιαστικά είχε αφήσει σκοτεινά ο λόγος του. Και ρητά τον προσκάλεσε να δόσει εξηγήσεις σ' αυτά τα σημεία• και δήλωσε πως θα δευτερολογήσει για ν' αναιρέσει και τις εξηγήσεις. Επειτα μίλησε ο Κλωνάρης. Θύμισε τα μεγάλα κατορθώματα τού Κολοκοτρώνη. Τις λαμπρές νίκες τού Βαλτετσίου και της Γράνας, τέλος το αποφασιστικό χτύπημα κατά της στρατιάς τού Δράμαλη. Δε μεταχειρίστηκε δικούς του επαίνους. Μετάφρασε κομμάτι από τ' απομνημονεύματα τού Γάλλου συνταγματάρχου Ραιμπώ, που δε χώνευε διόλου, όπως ξέρουμε το Γέρο.
     Εις τον μέγα εκείνον και βαρύν περί των όλων κίνδυνον ποίος ανέλαβε προθυμότερα τον αγώνα της ψυχορραγούσης πατρίδος; Ποιος ανώρθωσε, ποίος έσωσε τ' απηλπισμένα πράγματα μας; Οι άνδρες, τους οποίους κρίνετε σήμερον. Αντί να σας εκθέσω περί τούτου ιδικήν μου διήγησιν προτιμώ να σας εκφράσω όσα διηγείται ένας ιστορικός στρατιωτικός, μάρτυς αυτόπτης του πολέμου μας και γνωστός δια την τραχείαν φιλαλήθειάν του.
      Και διαβάζει από τ' απομνημονεύματα τού Ραιμπώ:
      «...Μ' έναν λόγον η χερσόνησος είχε προσωρινώς χρείαν δικτάτορος αγαπωμένου από τους στρατιώτας και τιμωμένου από τους οπλαρχηγούς, δια να μην απαντά εις τας επιχειρήσεις του αντενεργείας ή από την ανυποταξίαν εκείνων ή από την αντιζηλίαν τούτων. Ο Κολοκοτρώνης είχεν αναντιρρήτως τ' αναγκαία ταύτα προσόντα. Η Γερουσία το ησθάνετο, η φωνή τού λαού το ωνόμαζε φανερά• άλλ' οι αίτιοι τής προ ολίγου περιφρονήσεώς του εδίστασαν να δώσουν εις χείρας του την εξουσίαν, την οποίαν εφοβούντο να μη μεταχειριστεί κατ' αυτών προς εκδίκησιν. Η φιλοτιμία των μάλιστα δεν υπέφερε να τού δώσουν την ικανοποίησιν ταύτην αλλ' ενώ δι' ευλόγους υποψίας αμφέβαλλαν ακόμη περί τού συμφέροντος της πατρίδος, ο αρχηγός ούτος είδεν, ότι όλοι όσοι ήθελαν να εκστρατεύσουν κατά του εχθρού, έστρεψαν τα όμματά των προς αυτόν μόνον. Εις μίαν στιγμήν επτά χιλιάδες στρατιώται επερικύκλωσαν την σημαίαν του...».
      Τα μαρτυρεί, κύριοι, φώναξε ο Κλωνάρης άμα τελείωσε το διάβασμα όλου τού κομματιού που είχε πανηγυρική αναγνώριση της ηρωικής υπερεσίας του Κολοκοτρώνη στην πατρίδα, ξένος ιστορικός και μάλιστα εχθρός τού νικητού τού Δράμαλη, τον οποίον αχάριστοι άνδρες τότε μεν επροσπαθούσαν ν' αποκλείσουν από το στάδιον τού πολέμου, σήμερον δε, συκοφαντούντες, έσυραν εις το κάθισμα τού κατηγορουμένου.
     Πολλών τα μάτια έχουν βουρκώσει. Ο Κλωνάρης αρπάζει τη στιγμή για να κάμει με τρόπο στους κατήγορους τη φοβερή ερώτηση: Πού θα βρισκόσαστε σεις τώρα, τι θα είσαστε, αν ο Κολοκοτρώνης δε γλύτωνε με το σπαθί του την επανάσταση;
     Ίσως, κύριοι, λέγει, αν ο άνδρας τον οποίον κρίνετε δεν ανεδέχετο τότε το βάρος του περί τών όλων αγώνος, η γη, επί της οποίας ήρχισαν να βλαστάνουν πάλιν η ελευθερία και η ευνομία ως φυτά γνήσια κ' επιτόπια, ήθελε μεταπέσει ελεεινόν έρμαιον της ασιατικής τυραννίας.'Ισως εις τον τόπον του χριστιανικού θρόνου, τον οποίον με τόσην λατρείαν περικυκλώνομεν όλοι, ως έγγυητήν της τιμής και των ασφαλειών εκάστου έλληνος, ήθελαν αντηχεί σήμερον αι αποτρόπαιαι αλύσεις της αγρίας και αναίσθητου εξουσίας, της οποίας τους φαρμακωμένους καρπούς εγεύθημεν ημείς και οι πατέρες ημών.
     Μετά τον πρόλογο του, ο Κλωνάρης, μπαίνοντας στην ουσία έδειξε μ' ασάλευτα επιχειρήματα πως δεν υπάρχουν τα στοιχεία να σταθεί κατηγορία για το έγκλημα της εσχάτης προδοσίας.
     Άξαφνα σκάζει καινούργιο σκάνταλο. Ο Μάσσων δε θέλει να δευτερολογήσει, να δόσει εξηγήσεις πάνω στα σκοτεινά σημεία που τον έχει προκαλέσει ρητά η υπεράσπιση. Οι συνήγοροι τον προκαλούν με τη δήλωση πως αν δε δευτερολογήσει αυτός, θα μιλήσουν αυτοί. Ο πρόεδρος Πολυζωίδης πάει τότε με τους συνηγόρους, καλεί τον εισαγγελέα να δευτερολογήσει, δείχνοντας έτσι, πως και το δικαστήριο έχει την αντίληψη πως δεν ήταν αρκετά όσα είπε ο Μάσσων για να σταθεί το κατηγορητήριο. Ο εισαγγελέας λέει τότε καθαρά, πως έχει διαταγή να φερθεί έτσι. Και την άλλη μέρα, μέσα σε γενική κατάπληξη, φέρνει διάταγμα με τις υπογραφές των αντιβασιλέων, πως απαγορεύονται δευτερολογίες και στον εισαγγελέα και στην υπεράσπιση. Αυτό είναι σαν προσταγή στο δικαστήριο να θεωρήσει αρκετά στηριγμένο το κατηγορητήριο και να δικάσει. Οι δικαστές αποσύρθηκαν, να σκεφτούν. Ο λαός ήταν μπαρούτι για την ξετσίπωτη εκβίαση της αντιβασιλείας που 'ρχόταν να καταλύσει κάθε υπόσταση δικαιοσύνης. Ο Πολυζωίδης, πούχε καταλάβει πως ο Βούλγαρης, ο Σούτσος κι ο Φραγκούλης ήταν καταδικαστικοί, έδοσε το λόγο πρώτα στον Τερτσέτη. Αυτός είχε καταστρώσει σε ένα σημείωμα όλους τους συλλογισμούς που απόδειχναν πως οι κατηγορούμενοι ήταν αθώοι. Τ' ανδράποδα όμως της αντιβασιλείας δεν ήθελαν ν' ακούσουν τίποτα. Είχαν αποφασίσει να σκοτώσουν τον Κολοκοτρώνη για να προδικαστούν και να ωφεληθούν τα όσα τους είχαν υποσχεθεί. Ετοίμασαν την καταδικαστική απόφαση και προκαλούσαν με σαρκασμούς τον πρόεδρο και τον Τερτσέτη να την υπογράψουν. Αυτοί αρνήθηκαν κοφτά, με τον πιο αντρίκιο τρόπο. Τότε οι άλλοι κάλεσαν τον εισαγγελέα, που κρυφάκουγε ως εκείνη την ώρα πίσω από την πόρτα. Προσπάθησε να μιλήσει. Ο Τερτσέτης φρένιασε:
     Ποιος είσαι συ, του φώναξε, που με το πρόσχημα της παιδείας έλαβες από την βασιλείαν επάγγελμα τόσον επικίνδυνο για την τιμή και τη ζωή των υπηκόων; Ποιος είσαι συ που παίζεις μ' εμάς, εδώ, σ' αυτό τον τόπο που γεννηθήκαμε;
     Ο Σκώτος τάχασε και βιάστηκε να φύγει. Μα σε λίγο οι άλλοι τον ξαναφώναξαν. Τότε τον άρπαξε ο Πολυζωίδης.
     Ντροπή! του φώναξε. Ντροπή σε σένα! Τι έρχεσαι κάθε στιγμή στο συμβούλιο και κρυφομιλάς πότε με τον ένα και πότε με τον άλλο; Είμαι πρόεδρος! (Και του προστάζει γαλλικά): Je suis jaloux de la dignité et de l’independence du tribunal - βάζω ψηλά την αξιοπρέπεια και την ανεξαρτησία του δικαστηρίου.
     Ο Μάσσων έφυγε οριστικά τώρα. Υστερ' από τέσσερες ώρες άκαρπη συζήτηση, στείλαν τέλος την απόφαση της πλειοψηφίας, και με ιδιαίτερη αναφορά πούχαν κάμει ο Πολυζωίδης κι ο Τερτσέτης που δικαιολογούσαν την άρνησή τους, στο υπουργείο της Δικαιοσύνης. Οι δύο τελευταίοι βρήκαν την πρόφαση πως δεν μπορούν να υπογράψουν γιατί δεν είχαν εξεταστεί κ' οι άλλοι κρατούμενοι και ότι γι' αυτό έπρεπε η δίκη ν' αναβληθεί. Στηρίχτηκαν, άτεχνα κάπως, στο άρθρο 135 του περί διαδικασίας νόμου. Τι τους ένοιαζε για τύπους. Οι ακέραιοι αυτοί άντρες κοίταζαν τούτη τη στιγμή πως θα γλυτώσουν το κεφάλι των κατηγορουμένων. Ο υπουργός Σχινάς πήγε αμέσως στο Μάουερ. Κι ο σοφός αυτός και τίμιος άνθρωπος τον πρόσταξε να τρέξει χωρίς δισταγμό στο δικαστήριο και να εκβιάσει τη λύση. Ο Σχινάς, ο Γερμανός σύμβουλος του υπουργείου, κ' οι γραμματικοί Βέλιος και Μάμουκας, με πλήθος χωροφύλακες, φανερά, μεσ' από το λαό, μπήκαν στο δικαστήριο αγριεμένοι. Για να δόσουν περισσότερο μεγαλείο στην παράξενη αυτή κι αξιοθρήνητη τελετή του διασυρμού και του αφανισμού της δικαιοσύνης είχαν φορέσει και τις χρυσοκέντητες μεγάλες στολές τους. Άφωνος, παγωμένος απόμεινε ο κοσμάκης. Ο πρόεδρος κι ο Τερτσέτης όμως ασάλευτοι. Μάταια παρακάλεσε και φοβέρισε ο Σχινάς. Ξαναπήγε στην αντιβασιλεία, να γυρέψει καινούργιες οδηγίες.
     Εν ονόματι του βασιλέως, τους είπε θυμωμένος, όταν γύρισε, σας προστάζω να υπογράψετε!
     Εν ονόματι της δικαιοσύνης, αποκρίνεται σθεναρά ο Πολυζωίδης, και του ιερού προσώπου του βασιλέως, του οποίου ο θρόνος στηρίζεται σ' αυτήν, δεν υπογράφουμε. Προτιμώ να μου κόψουν το χέρι.
     Δε θα μας εύρετε συνεργούς, πρόσθεσε ο Τερτσέτης, στη δολοφονία δύο ανθρώπων.
     Οφείλετε, ξαναλέει ο Σχινάς, να ευχαριστήσετε την κυβέρνηση του βασιλέως σας.
     Ό,τι σήμερα δυσαρεστεί, αποκρίθηκε ο Πολυζωίδης επιγραμματικά, θα ευχαριστήσει αύριο.
     Ο Σχινάς έκαμε τότε νόημα στους άλλους τρεις δικαστές να υπογράψουν. Τόκαμαν με την πιο δουλική προθυμία. Τότε ο υπουργός λέει στον Πολυζωίδη και τον Τερτσέτη:
     Δεν είναι σπουδαίο που δεν υπογράψατε. Είναι δικαίωμα σας. Σας διατάσσω εν ονόματι του νόμου να δημοσιεύσετε αμέσως την απόφαση και να πάτε στας έδρας σας, στην αίθουσα των συνεδριάσεων.
     Οι τρεις δικαστές που υπόγραψαν πήγαν αμέσως. Ο πρόεδρος κι ο Τερτσέτης έμειναν εκεί που ήταν, αποφασισμένοι να μη σαλέψουν. Τότε ο υπουργός βγήκε κι αυτός στη σάλα. Κι από την πόρτα που τη χώριζε από την κάμαρη των συμβουλίων τους προσκαλούσε με γλυκό τρόπο:
     Ελάτε, κύριε πρόεδρε, να τελειώνουμε. Δε θα μας βρουν εδώ τα μεσάνυχτα.
     Οι δυό δικαστικοί όμως δεν κουνήθηκαν από τον τόπο τους. Ο Σχινάς φρύαξε:
     Έχει κ' η υπομονή τα όριά της, φώναξε. Είναι πλέον καιρός να παύσει το ανήκουστον αυτό σκάνδαλον. Είναι θλιβερόν, το ομολογώ, ν' ανακαλώνται οι δικασταί εις τα χρέη των. Αλλά και αυτή η άνάκλησις και αυτή η διαταγή είναι χρέος ιερόν οσάκις πρόκειται να σώσει και τους νόμους υβριζομένους και την κοινήν ησυχίαν επαπειλουμένην. Η σωτηρία του έθνους είναι υπέρτατος νόμος. Εν ονόματι, λοιπόν, του νόμου τούτου σας διατάσσω ν' ανεβήτε εις τας έδρας σας και να δημοσιεύσετε την απόφασιν.
     Μα και πάλι δεν κουνήθηκαν. Τότε ο υπουργός έγνεψε στους χωροφύλακες. Με τα χέρια, με τα κοντάρια, τις λόγχες, με βρισιές, με φωνές, με βλαστήμιες, τους ανέβασαν σηκωτούς στις θέσεις τους.
     Το σώμα μου, φώναξε ο Τερτσέτης, μπορείτε να το κάμετε όπως θέλετε, μα το στοχασμό μου, τη συνείδηση μου ποτέ δε θα μπορέσετε να την παραβιάσετε.
     Ανοίγουν γλήγορα τις πόρτες. Το ακροατήριο πλημμυρίζει στη στιγμή ανυπόμονο τη σάλα. Ο Πολυζωίδης ένοιωσε πως όλα χάθηκαν για τους κατηγορουμένους. Έκρυψε το πρόσωπο μέσα στις παλάμες του. Φέραν τον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα μπροστά στην έδρα. Ο Σχινάς προστάζει το γραμματικό να διαβάσει την απόφαση: Οι κατηγορούμενοι καταδικάζονται εις θάνατον ως ένοχοι εσχάτης προδοσίας. Αναψυλλητά ξεχύνονται από γυναικεία στήθη. Όλοι στέκουν με το μαντήλι στα μάτια. Ο Γέρος άκουσε ατάραχος: «Είδα τόσες φορές το θάνατο και δεν τον έφοβήθηκα, λέει στη βιογραφία του• ούτε τώρα».
     Μνήσθητί μου, Κύριε, είπε ήρεμα, όταν έρθεις εν τη βασιλεία σου!
     Κι έκαμε το σταυρό του. ¨Εβγαλε αργά την ταμπακέρα του, πήρε πρέζα, ρούφηξε, πρόσφερε και στους άλλους. Είδε τον Πλαπούτα να δακρύζει:
     Ντροπή, ξάδελφε, του είπε σιγά. Εμείς εκάναμε το χρέος μας στην πατρίδα. Αυτοί ας μας καταδικάσουν. Καλύτερα να πάμε άδικα, παρά δίκαια.
     Οι χωροφύλακες τους τράβηξαν σε λίγο κατά το Ιτς - Καλέ.