Ποιος ήταν άραγε ο περίφημος Τσοπανάκος;

Κωδικός Πόρου: 00285-113914-7228
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 07/06/15 21:02
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Νεώτερη Ελλάδα, 00285-113914-7228




Περιγραφή:

Ποιος ήταν άραγε ο περίφημος Τσοπανάκος;

Από όλους τους Έλληνες οπλαρχηγούς ιδιαίτερα θαύμαζε και αγαπούσε τον Νικηταρά, του οποίου μάλιστα το σπαθί χαρακτήριζε ως την «τουρκοφόνον ελληνακήν ρομφαίαν». Τίμησε επίσης με στίχους του το Θ. Κολοκοτρώνη και άλλους Πελοποννήσιους αρχηγούς. Έγραψε επίσης ποιήματα και για τους νησιώτες ναυτικούς, ψάλλοντας τους θριάμβους τους στη θάλασσα, την ανδρεία του Κανάρη και τη στρατηγική ικανότητα του Μιαούλη. Οι εμφύλιες συγκρούσεις του 1824 τον λύπησαν πολύ, κυρίως γιατί έχασε την προστασία των υποστηρικτών του Κολοκοτρώνη και του Νικηταρά και γνώρισε πολλές στερήσεις!...

ΕΙΝΑΙ αλήθεια ότι ακούγοντας κανείς για .. τσοπανάκο, ο νους μας ανατγρέχει στο γνωστό δημοτικό τραγούδι: «Τσοπανάκος ήμουνα, προβατάκια φύλαγα», που φέρεται να συνέθεσε ο μουσικός και δεξιοτέχνης του κλαρίνου Νίκος Ρέλλιας, ο οποίος γεννήθηκε το 1892 στην Γκούρα και έγινε το μουσικό σήμα του τότε Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας (ΕΙΡ).

Κι όμως!.. Ο Τσοπανάκος (1789 – 1825) ήταν το ψευδώνυμο με το οποίο έγινε γνωστός ο ποιητής του Αγώνα Παναγιώτης Κάλλας. Καταγόταν από τη Δημητσάνα, φοίτησε στην περίφημη σχολή της ιδιαίτερής του πατρίδας, εξαιτίας όμως της ασθενικής του κράσης αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές του από τη δεύτερη τάξη του ελληνικού σχολείου. Ήταν καμπούρης, βραχύσωμος και ανίκανος για εργασία. Περνούσε την ημέρα του στην αγορά της Δημητσάνας, σατιρίζοντας έμμετρα τους συμπολίτες του. Όταν άρχισε ο Αγώνας, ο Τσοπανάκος έσπευσε στο πλευρό των μαχητών και με τα φλογερά πατριωτικά του ποιήματα τόνωνε το φρόνημά τους. Με τον τρόπο αυτό ο Τσοπανάκος πρόσφερε σημαντικές υπηρεσίες στον Αγώνα. Από όλους τους Έλληνες οπλαρχηγούς ιδιαίτερα θαύμαζε και αγαπούσε τον Νικηταρά, του οποίου μάλιστα το σπαθί χαρακτήριζε ως την «τουρκοφόνον ελληνακήν ρομφαίαν». Τίμησε επίσης με στίχους του το Θ. Κολοκοτρώνη και άλλους Πελοποννήσιους αρχηγούς. Έγραψε επίσης ποιήματα και για τους νησιώτες ναυτικούς, ψάλλοντας τους θριάμβους τους στη θάλασσα, την ανδρεία του Κανάρη και τη στρατηγική ικανότητα του Μιαούλη. Οι εμφύλιες συγκρούσεις του 1824 τον λύπησαν πολύ, κυρίως γιατί έχασε την προστασία των υποστηρικτών του Κολοκοτρώνη και του Νικηταρά και γνώρισε πολλές στερήσεις.

Ποιήματα του Tσοπανάκου που αναφέρονται στον Αγώνα δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά το 1838. Από τους σατιρικούς στίχους του σώζεται μόνο ένα τετράστιχο, το οποίο έγραψε όταν ο Νικηταράς τού δώρισε από τα λάφυρα μιας μάχης ένα κολοβό άλογο, για να διατρέχει έφιππος τα στρατόπεδα. Η γλώσσα του Τσοπανάκου περιλαμβάνει ανάμεικτα στοιχεία της καθαρεύουσας και της δημοτικής, ο δε στίχος του παρουσιάζει συχνά ατέλειες στην ομοιοκαταληξία.

================
ΠΗΓΕΣ: Ιστορικό και Δημοσιογραφικό Αρχείο του γράφοντος. Εγκυκλοπαίδεια «Δομή». Οι εικόνες είναι τυχαία αλιευμένες από το διαδίκτυο.]