Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η Ρωμηοσύνη

Κωδικός Πόρου: 00285-113975-1951
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 14/01/12 18:00
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Νεώτερη Ελλάδα, 00285-113975-1951




Περιγραφή:

Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η Ρωμηοσύνη

Διαβάστε το περισπούδαστο άρθρο του Πρωτ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ Ομοτίμου Καθηγητού Παν/μίου Αθηνών για τον πρώτο Κυβερνήτη της Ελλάδος, Ιωάννη Καποδίστρια, έτσι όπως δημοσιεύεται στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού «Φιλογένεια», Τόμος ΙΓ΄, Τεύχος 3.

Ο Ιω. Καποδίστριας και η Ρωμηοσύνη
Του Πρωτ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ Ομοτίμου Καθηγητού Παν/μίου Αθηνών

Συμβολική μπορεί να θεωρηθεί η δημοσίευση εδώ του ακολούθου σημειώματος, εις τιμήν και μνήμην τού Μεγάλου Τέκνου της Ελλάδος και Πρώτου της Κυβερνήτου, Ιωάννου Καποδίστρια (1766-1827). Ο Ι. Καποδίστριας υπήρξε ο μόνος Ορθόδοξος πολιτικός μας «ολοτελώς» (πρβλ. Α' Θεσσ. 5, 23), εξ ολοκλήρου δηλαδή και εις όλα. Μία απόδειξη γι' αυτή μας την θέση είναι και oι γραμμές, που ακολουθούν.
Λυδία λίθος για την κριτική αποτίμηση των πολιτικών ενεργειών τού Καποδίστρια είναι η εκκλησιαστική πολιτική του(1), βασικώτατο κεφάλαιο στην όλη δραστηριότητά του, που δυστυχώς η profan ιστοριογραφία δεν φαίνεται να λαμβάνει σοβαρά υπόψη, χάνοντας έτσι τη βασικότερη ίσως προοπτική για την προσέγγιση και κατανόηση τού Καποδίστρια ως ελληνορθόδοξου διπλωμάτη και πολιτικού. Η σύνδεση τού εκκλησιαστικού χώρου με την παιδεία στη «Γραμματεία των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Παιδείας», συνιστά όχι μόνο ενσυνείδητη εμμονή τού Καποδίστρια στο πνεύμα της παραδόσεως, που θέλει τους δυο αυτούς χώρους αδιάσπαστα ενωμένους (και ο Καποδίστριας τους θεωρούσε «αχώριστους» και «προς ένα συντρέχοντας σκοπόν, την ηθικήν των πολιτών μόρφωσιν»(2)], αλλά και την αντίθεσή του προς το πνεύμα τού χωρίς εισαγωγικά ευρωπαϊστή Αδαμαντίου Κοραή, ο οποίος με τις καλβινίζουσες προϋποθέσεις του, ενέτασσε στο έργο τού «Λειτουργού της Δημοσίου Παιδείας» την «φροντίδα της Αστυνομίας, τού Δικαίου και της Θρησκείας»(3). Η οργάνωση, εξ αλλού, των καποδιστριακών σχολείων με μελέτη πατερικών έργων και κατά το μοναστηριακό σύστημα, φανερώνει τη θέληση του για τη συντήρηση αυτής της σχέσης(4). Το ίδιο αποδεικνύει όμως και η αντιμετώπιση από τον Καποδίστρια τού ζητήματος της εκκλησιαστικής περιουσίας για την αξιοποίηση και όχι τη διαρπαγή της, κάτι που δυστυχώς δεν βρήκε συνέχεια(5) .

Η δολοφονία του Ιω. Καποδίστρια, στο Ναύπλιο.

Η περίπτωση όμως εκείνη, που τεκμηριώνει αναντίρρητα την παραδοσιακότητα τού Καποδίστρια και το ρωμαίικο φρόνημά του, είναι η προσπάθειά του να λυθεί κατά παραδοσιακό τρόπο, δηλαδή ορθόδοξο, το πρόβλημα της σχέσεως της Ελλάδος με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το εθναρχικό, δηλαδή πολιτικό, κέντρο τού Ελληνισμού στην εποχή του. Αποβλέποντας στην ενότητα τού υποδούλου με το ελεύθερο Γένος, άνοιξε αλληλογραφία με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Κωνστάντιο Α' (1830-1834), μεθοδεύοντας λύση τού ζητήματος μέσα σε πλαίσιο σύμπνοιας και πνευματικής και εθνικής ενότητας(6). Μία δε ιδιαίτερα σημαντική απόφασή του τον Αύγουστο τού 1831 φωτίζει καθοριστικά όχι μόνο το φρόνημά του, αλλά και το μαρτυρικό τέλος του, που προβάλλεται σε μια άλλη προοπτική.
Κατά πληροφορία, που μας προσφέρει το Αρχείο τού Ελληνικού Υπουργείου των Εξωτερικών (γράμμα Κων. Οικονόμου προς τον πρέσβη της Ρωσίας στην Πόλη Τιτώφ, από 16.2.1850)(7) ο Καποδίστριας βιαζόταν να αποκατασταθεί η σχέση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο κατά τη δήλωσή του, «ίνα μη πέση η υπόθεσις εις Φράγκων χείρας, και τότε εχάθημεν»! Ο Οικονόμος μνημονεύει δήλωση προς αυτόν τού από Ρέοντος και Πραστού και μετέπειτα Κυνουρίας Διονυσίου, τον οποίον «μετακαλέσας» ο Καποδίστριας, «διώρισε δια την Κωνσταντινοόυπολιν», «ίνα γένηται η κανονική αναγνώρισις της εν Ελλάδι Εκκλησίας». Παρατηρεί δε ο Οικονόμος: «Πόσον πολιτικώς και ορθοδόξως άμα προείδε και τούτου τού πράγματος την ανάγκην ο αείμνηστος εκείνος»! Αλλά, όπως συνεχίζει ο Οικονόμος, «ενώ απήλθεν ούτος (ο Κυνουρίας) εις την επαρχίαν αύτού προς ετοιμασίαν, μετ' ολίγας ημέρας συνέβη και η τού Κυβερνήτου τελευτή» (γρ. δολοφονία).
Το σωζόμενο αρχειακό υλικό για την Ιόνιο Ακαδημία των αδελφών Τυπάλδων Ιακωβάτων (Ληξούρι) δίνει απάντηση στο ερώτημα για τη σπουδή τού Καποδίστρια τη συγκεκριμένη αυτή στιγμή. Από Υπόμνημα τού Κων. Τυπάλδου-Ιακωβάτου, καθηγητού της Ιονίου Ακαδημίας (Αύγουστος 1831)(8) πληροφορούμεθα για τις ενέργειες στον κύκλο της Αρμοστείας της Επτανήσου για ενεργοποίηση τού μηχανισμού της αυτονομήσεως δια της αυτοκεφαλίας των εκκλησιαστικών επαρχιών της Ρωμαίικης Εθναρχίας. Όπως απέδειξε η συνέχεια (Ελλαδικό αυτοκέφαλο τού 1833, Βουλγαρική Εξαρχία 1870), η δυτική πολιτική επεδίωκε τη βίαιη απόσπαση των επαρχιών της Εθναρχίας και την αυτονόμησή τους για την οριστική διάλυση της Εθναρχίας, ως συνέχειας της «Βυζαντινής» αυτοκρατορίας. Αυτό, άλλωστε, γράφει ο Υπουργός Εξωτερικών Αναστ. Λόντος στον Επιτετραμμένο της Ελλάδος στην Πόλη Πέτρο Δεληγιάννη στις 6 Φεβρουαρίου 1850 (με την έναρξη των προσπαθειών για τη λύση τού Ελλαδικού εκκλησιαστικού ζητήματος): «Αι Κυβερνήσεις της Αγγλίας και Γαλλίας ενδιαφέρονται ουχί μικρόν εις το ζήτημα τούτο και επιθυμούσι δια πολιτικούς λόγους να ίδωσι την Ελληνικήν Εκκλησίαν εντελώς ανεξάρτητον τού εν Κωνσταντινονπόλει Πατριαρχείου» )(9)
6) Το αυτοκέφαλο στρεφόταν σαφώς κατά της Εθναρχίας, όπως και η εθνική ιδέα της Επαναστάσεως (μετά τον Υψηλάντη). Δεν μπορούσε, άλλωστε, να συσταθεί δυτικό ελληνικό κράτος, αν δεν διαλυόταν η σχέση του με το εθναρχικό κέντρο. Η αποκοπή, συνεπώς, από την Εθναρχία και μάλιστα τελεσίδικα (βίαιος τρόπος), θα άνοιγε το δρόμο στη δημιουργία μικρών βαλκανικών κρατών, προτεκτοράτων των ευρωπαϊκών δυνάμεων, κάτι ανάλογο με αυτό που συνέβη πρόσφατα στη γειτονική μας πρ. Γιουγκοσλαβία. Ο γνωστός διπλωμάτης και ιστορικός των πολιτισμών Arnold Toynbee έχει δηλώσει ότι «οι Έλληνες έκαμαν μία άφρονη ενέργεια και έχασαν ολόκληρη αυτοκρατορία» (10). Και αυτό με την ίδρυση έθνικού κράτους, που αναιρούσε την οικουμενική αυτοκρατορική ιδέα. Η νοοτροπία δε αυτή μεταφυτεύθηκε και στους άλλους βαλκανικούς λαούς και επέφερε όχι μόνο τη διάλυση της ενότητας και δημιουργία σ' αυτούς χωριστής εθνικής μεγάλης ιδέας (αλυτρωτισμού), αλλά και προστριβές μεταξύ τους για τη μονομερή διεκδίκηση των εδαφών της αύτοκρατορίας-εθναρχίας (πρβλ. βαλκανικούς πολέμους).
Ο Ρωμηός Ι. Καποδίστριας έσπευδε να επιτύχει λύση μέσα στο πνεύμα τής ιστορικο-κανονικής παραδόσεως τής Ορθοδοξίας, που διαφοροποιόταν διαμετρικά από τα σχέδια τής Ευρώπης για την Ορθόδοξη Ανατολή. Και μόνο η ενέργεια του αυτή είναι ικανή να δείξει την αληθινή φύση του «ευρωπαϊσμού» του. Η περίπτωση, μάλιστα, αυτή εντάσσει σε ένα άλλο πλαίσιο και τη δολοφονία του Κυβερνήτη μετά από λίγες μέρες. Διότι με την αποστολή του Κυνουρίας, που πρέπει οπωσδήποτε να εγνώριζαν οι δυτικές Κυβερνήσεις, εχάραζε για το Ελληνικό κράτος μία προοπτική που ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τα συμφέροντα και τα σχέδια τους γι' αυτήν. (*)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
1. Βλ. Εμμ. Ι. Κωνσταντινίδου, Η εν Ελλάδι Εκκλησία κατά την επαναστατικήν και την μέχρι της αφίξεως τού Όθωνος μεταβατικήν έποχήν (1821-1833), Εν Αθήναις 1970, σ. 53 ε. ε. Τού Ιδίου, Ι. Καποδίστριας και η εκκλησιαστική του πολιτική, Αθήναι 1977.
2. Γεν. Εφημ. της Ελλάδος, 1829, αρ. 73, 74.
3. Σημειώσεις εις το Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος τού 1822 έτους, στού Γ. Βαλέτα,. Κοραή Άπαντα, τόμ. Α', Αθήνα, σ. 399
4. Τρ. Ευαγγελίδου, Η παιδεία επί Τουρκοκρατίας, τομ. Α', Αθήναι 1936, σ. CXXXIII.
5. Γ.Δ. Μεταλληνού, Έξωευρωπαϊσμός και Ελλαδικός Μοναχισμός, στον τόμο τού Ιδίου, Ελληνισμός μετέωρος, Αθήνα 1992, σ. 97.
6. Εμμ. Κωνσταντινίδου, Η εν 'Ελλαδι Εκκλησία..., όπ. π., σ. 70 ε. ε. Τού Ιδίου, Ιω. Καποδίστριας και η
Εκκλησιαστική του πολιτική, όπ. π., σ. 73 ε. ε.
7. π. Γ.Δ. Μεταλληνού, Κωνστ. Οικονόμος προς Τιτώφ..., Ελληνισμός Μαχόμενος, Αθήνα 1995, σ. 189 ε ε.
8. Γ.Δ. Μεταλληνού, Ελλαδικού Αυτοκεφάλου Παραλειπόμενα, Αθήνα 19892, σ. 33 ε. ε.
9. Στο ίδιο, σελ. 299.
10. A.J.Toynbes, Studies of History, τ.2, London 1962, s. 222

(*) Το πρωτότυπο κείμενο είναι γραμμένο σε πολυτονικό σύστημα.