Η Μάχη της Κρήτης!..

Κωδικός Πόρου: 00285-113992-372
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 20/05/11 22:23
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Νεώτερη Ελλάδα, 00285-113992-372




Περιγραφή:

Η Μάχη της Κρήτης!..

Διαβάστε τις συγκλονιστικές αναφορές του Ακαδημαϊκού, Διονυσίου Α. Κόκκινου, για το πώς έγινε η Μάχη της Κρήτης, με άγνωστες λεπτομέρειες, έτσι όπως αναφέρονται μέσα στο αδιαμφισβήτητο και πάντα έγκυρο έργο του «Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος»!..

Γερμανοί αλεξιπτωτιστές και αεροπλάνα πάνω από την Κρήτη, Μάιος 1941


Αι επιχειρήσεις

Η επίθεσις ανεμένετο από της 16ης Μαΐου. Εις το στρατηγείων του Φράιμπεργκ κατεκλίνοντο κατά τας τελευταίας νύκτας ντυμένοι. Και αν ακόμη δεν υπήρχεν άλλη πληροφορία περί της επικείμενης μεγάλης επιθέσεως, θα το διέβλεπαν εις την Κρήτην από τας χωρίς διακοπήν εχθρικάς αεροπορικάς επιδρομάς δια μεγάλων καθ’ ημέραν δυνάμεων. Η γερμανική αεροπορία, εντείνουσα από ημέρας εις ημέραν την δράσιν της, εσφυροκόπει τους στρατιωτικούς στόχους και τα κέντρα της νήσου. Τα ερχόμενα πλοία δεν κατώρθωναν να προσεγγίσουν παρά μόνον κατά τας νύκτας. Ο λιμήν της Σούδας είχε μεταβληθή εις κοιμητήριον πλοίων. Τέλος διεβιβάσθη εις τον στρατηγόν Φράιμπεργκ η πληροφορία ότι η επίθεσις θα ήρχιζε την 20ήν Μαΐου. Την ανέμεναν ως ημέραν εκτελέσεως προγράμματος.
Κατά την 6.15’ π. μ. της 20ης ήρχισαν να φθάνουν τα πρώτα κύματα των γερμανικών αεροπλάνων και μετ’ ολίγον ευρέθησαν επάνω από όλην την περιοχήν των Χανίων μέχρι του Μάλεμε.
Μετά βομβαρδισμόν ολίγης ώρας ήρχισαν να φαίνωνται προς το αεροδρόμιον του Μάλεμε οι πρώτοι αλεξιπτωτισταί και ταυτοχρόνως σχεδόν έπιπταν άλλοι προς τας φυλακάς της Αγυιάς και προς τον Γαλατάν. Μεγάλαι κηλίδες λευκαί, πράσιναι, γαλάζιαι, ερυθραί που κατέβαιναν ολοένα, με ελαφρόν κυματισμόν εις τον αιθέρα και μεγεθυνόμεναι όσον επλησίαζαν εις την γην.
Περί τους εκατόν αλεξιπτωτισταί έπεσαν προς το άκρον της περιοχής Περιβόλια, όπου ευρίσκετο η βασιλική διαμονή, εις μικράν σχετικώς από αυτήν απόστασιν. Αν οι Γερμανοί εγνώριζαν που ευρίσκετο ακριβώς, οι αλεξιπτωτισταί θα ήσαν περισσότεροι και θα διεξήγετο μεταξύ αυτών και της φρουράς αποφασιστική μάχη. Προέβαλεν αμέσως η ανάγκη ν’ αναχωρήση ο βασιλεύς και ο πρωθυπουργός και το σχέδιον, του οποίου την εκτέλεσιν είχεν αναλάβει ο ταγματάρχης Μπλουντ, ετέθη αμέσως εις ενέργειαν. Η συνοδεία μετ’ ολίγον ήτο έτοιμη. Τα μουλάρια που είχαν ορισθή δια την μεταφοράν δεν είχαν φθάσει και εδέησε να παραλάβουν εις τα χέρια ή εις τα θυλάκια ελάχιστα πράγματα που έπρεπε να τα πάρουν μαζί των, ή ήσαν χρήσιμα δια τον δρόμον. Εξεκίνησαν προς το μονοπάτι βαδίζοντες ο ένας οπίσω από τον άλλον. Επροπορεύετο μικρά περίπολος από Νεοζηλανδούς και έπειτα ο ταγματάρχης Μπλουντ, ο Κινάτος, διοικητής της αεροπορίας, ο υπασπιστής του βασιλέως, ο βασιλεύς, ο πρίγκηψ Πέτρος, ο πρωθυπουργός, ο συνταγματάρχης Λεβίδης, ο διοικητής της Τραπέζης Ελλάδος Βαρβαρέσος, ο Παπαδάκης του υπουργείου των Εξωτερικών, και πέντε αλλά πρόσωπα. Ουραγοί ήσαν δέκα Έλληνες χωροφύλακες και οι Νεοζηλανδοί πλαγιοφύλακες. Μαζί με αυτούς ήτο και ο καπετάν Βολάνης, που είχε φιλοξενήσει τον βασιλέα, εννόων να τον συνοδεύση εως ότου τον ιδή εντελώς ασφαλή, οδηγών την συνοδείαν δια μέσου των ορεινών διαβάσεων μέχρι της προς νότον ακτής.
Έφθασαν εις την Αγίαν Ρουμέλην, όρμον δια μικρά αλιευτικά, και αργά κατά την νύκτα οι σκοποί αντελήφθησαν μικρόν κινούμενον ερυθρωπόν φως προς το πέλαγος, δια του οποίου εγίνοντο σήματα. Ήτο το αναμενόμενον σκάφος. Απήντησαν από την παραλίαν με σηματογραφικόν φακόν και μετ’ ολίγον μία λέμβος με Άγγλους ναύτας έφθασεν εις την ακτήν. Οι προς αναχώρησιν επεβιβάσθησαν. Ο βασιλεύς απεχαιρέτησε με εγκάρδιον χειραψίαν τον καπετάν Βολάνην, που τον είχε συνοδεύσει έως εκεί. Εντός ολίγων λεπτών οι αναχωρούντες ευρίσκοντο επί του αγγλικού αντιτορπιλλικού που επερίμενεν εις τα ανοικτά. Ο βασιλεύς και η ελληνική κυβέρνησις έφευγαν δια την Αίγυπτον δια να συνεχίσουν από συμμαχικού εδάφους τον αγώνα.
Εδώσαμεν την μικράν αυτήν επί αυθεντικών στοιχείων περιγραφήν, διότι οι Γερμανοί, πρόθυμοι να κακοποιούν όχι μόνον ανθρώπους αλλά και την αλήθειαν, ισχυρίσθησαν ότι ο βασιλεύς έφυγε με πλήρη άνεσιν από την Σούδαν.

Φωτογραφία της επιγραφής που ετοποθέτησαν οι Γερμανοί εις το χωρίον Κάνδανος του νομού Χανίων, οι κάτοικοι του οποίου ηγωνίσθησαν εναντίον των κατακτητών τον Μάϊον του 1941. Εις Κάνδανον εξεδηλώθη δια πρώτην φοράν η λύσσα των κατακτητών κατά των αμάχων. (Συλλογή του Εκδότου).

Η μάχη

Από της πτώσεως των πρώτων αλεξιπτωτιστών εις το αεροδρόμιον του Μάλεμε κατά την πρωίαν της 20ής Μαΐου ήρχισεν αγρία μάχη. Οι πρώτοι αλεξιπτωτισταί εξεκαθαρίσθησαν. Εβάλλοντο από τας αμυνομένας βρεταννικάς και ελληνικάς δυνάμεις, κατά την πτώσιν των αλεξιπτώτων, και οι περισσότεροι κατέπεσαν νεκροί ή τραυματίαι. Αλλά η κάθοδος των αλεξιπτωτιστών επυκνώνετο, και ταχύτατα οι ευρεθέντες επί τού εδάφους έγιναν πολλοί. Ταυτοχρόνως ερρίπτοντο πυρομαχικά και βαρύτερα όπλα. Έτσι οι Γερμανοί κατώρθωσαν να καταλάβουν προς στιγμήν το 6ον νοσοκομείον και ένα αντιαεροπορικόν πυροβόλον. Μετ’ ολίγον απωθήθησαν εκείθεν δι’ αντεπιθέσεως. Αλλά τα πλήθη των αλεξιπτωτιστών ηύξαναν. Εκέρδισαν θέσιν εις το αεροδρόμιον και τα μεταγωγικά γερμανικά αεροπλάνα εξεφόρτωναν το έμψυχον υλικόν των κατά μεγάλας ομάδας, αι οποίαι συνετάσσοντο αμέσως και ωρμούσαν εις την μάχην. Η επίθεσις που εγίνετο κατά των κατερχομένων αλεξιπτωτιστών, η οποία κατέληγεν εις πάλην σώματος προς σώμα, εστοίχισε πολλάς απωλείας εις τους Γερμανούς, αλλά δεν εμείωνε την σοβαρότητα της επιδρομής. Οι Γερμανοί είχαν προϋπολογίσει τας πρώτας θυσίας βασιζόμενοι εις την πυκνότητα των εξαποστελλομένων δυνάμεων. Ερρίπτοντο ακόμη και τανκς. Δύο από αυτά ηχμαλωτίσθησαν κατά τας πρώτας αποκρούσεις. Η μάχη κατά τας προμεσημβρινάς ώρας είχε φθάσει εις το ζενίθ της. Αι συγκοινωνίαι και αι γραμμαί διαβάσεων μεταξύ τού στρατηγείου και των μαχομένων δυνάμεων είχαν διακοπή εκ της φθοράς εκ των βομβαρδισμών. Πολλά σύρματα εκόπτοντο από τους πίπτοντας παντού αλεξιπτωτιστάς.
Τα συμμαχικά στρατεύματα τού αεροδρομίου κατόπιν των μεγάλων απωλειών του 22ου τάγματος εκάμφθησαν και συνεπτύχθησαν προς το αεροδρόμιον. Είχαν επιτεθή εναντίον των 1.800 αλεξιπτωτισταί, αποτελούντες ολόκληρον σύνταγμα, εκγυμνασμένοι δια τοιαύτας επιχειρήσεις, με άφθονα και τελειοποιημένα πολεμικά μέσα και με πολλά αποθέματα. Έγινεν επίθεσις επίσης εναντίον των Ευελπίδων προς εξασφάλισιν ελευθερίας κινήσεως εις τον δρόμον Μάλεμε -Καστελλιού. Οι Ευέλπιδες προ τού κινδύνου να κυκλωθούν από την ισχυροτέραν γερμανικήν δύναμιν ηναγκάσθησαν να συμπτυχθούν προς τα υψώματα τού Ραιδεστού, αφού είχαν απώλειας δύο νεκρούς και τέσσαρας τραυματίας.
Τα γερμανικά ανεμοπλάνα απεβίβαζαν νέας δυνάμεις αδιακόπως. Κατά το απόγευμα της ιδίας ημέρας δύο τάγματα προσεγειώθησαν δυτικώς του αεροδρομίου. Ισάριθμοι δυνάμεις προσεγειώθησαν εις την περιοχήν Χανίων.

Εις το Ρέθυμνον μετά σφοδρόν βομβαρδισμόν από της πρωίας έπεσαν αλεξιπτωτισταί κατά την 4ην μ. μ.
Εις το Ηράκλειον ενώ εσυνεχίζετο από πρωίας ο βομβαρδισμός επολυβολήθη η φρουρά και μετά τούτο ενεφανίσθησαν νοτίως και νοτιοδυτικώς 200 μεταφορικά αεροπλάνα εις δύο σχηματισμούς, τα οποία έρριψαν 4 τάγματα αλεξιπτωτιστών νοτίως και δυτικώς της πόλεως και πέριξ τού αεροδρομίου. Οι περισσότεροι αλεξιπτωτισταί εξεκαθαρίσθησαν και απέμειναν μόνον μερικοί ακροβολισταί, οι οποίοι εσυνέχισαν την μάχην κατά την διάρκειαν της νυκτός.
Εις το Μάλεμε διεξήχθη κατά την 21ην Μαΐου λυσσώδης και πολύνεκρος αγών εκατέρωθεν. Το 22ον τάγμα, που είχεν αποδεκατισθή κατά την προηγουμένην, ευρίσκετο τώρα εις απόστασιν μισού μιλίου εκείθεν. Το αεροδρόμιον εβάλλετο δια μυδραλλιοβόλων και η χρησιμότης του δι’ αεροπλάνα είχεν ελαττωθή. Ολόκληρος η περιοχή, τα πυροβόλα και τα προχωρημένα τμήματα εβομβαρδίσθησαν σφοδρώς προ της 9ης π. μ. Επηκολούθησαν και άλλαι προσγειώσεις και ο εχθρός ενισχυμένος κατέβαλεν απεγνωσμένας προσπαθείας να καταλάβη το αεροδρόμιον. Δεν είχε κατορθωθή κατά την προηγουμένην να προσγειωθούν αεροπλάνα εις την κοίτην τού ποταμού δυτικώς του Μάλεμε, αλλά τώρα τα μεταφορικά ήρχισαν να προσγειώνωνται εκεί, καθώς και εις την παραλίαν δυτικώς του αεροδρομίου. Αι προσγειώσεις εγίνοντο υπό τα συνεχή πυρά εννέα βρεταννικών πυροβόλων και μολονότι πολλά μεταφορικά αεροπλάνα κατεστράφησαν οι Γερμανοί εσυνέχιζαν τας προσγειώσεις χωρίς να λαμβάνουν υπ’ όψιν τας μεγάλας απωλείας εις άνδρας και υλικόν. Τα καταστρεφόμενα αεροπλάνα παρεμερίζοντο αμέσως δια να δοθή θέσις εις άλλα, τα οποία, αν κατεστρέφοντο και αυτά, παρεμερίζοντο πάλιν δια να έλθουν άλλα.
Εις το Ρέθυμνον κατά την 21ην Μαΐου η άμυνα υπήρξεν ενεργητικωτέρα. Το νοτιοανατολικώς τού αεροδρομίου ύψωμα, επί του οποίου είχαν προχωρήσει οι Γερμανοί, ανακατελήφθη κατόπιν αντεπιθέσεως των Αυστραλών και των ελληνικών ταγμάτων υπό τον Κάμπελ. Όλη η περιοχή τού αεροδρομίου εξεκαθαρίσθη και απέμειναν μόνον μικραί ομάδες αλεξιπτωτιστών ανατολικώς και δυτικώς τούτου. Αλλ’ αι εχθρικαί αύται ομάδες απέκοψαν τας συγκοινωνίας Ρεθύμνου - Ηρακλείου και Ρεθύμνου - Χανίων, ανεφοδιάσθησαν δε υπό γερμανικών αεροπλάνων. Η συμμετοχή τών ελληνικών στρατευμάτων εις την αντεπίθεσιν εκείνην συνετέλεσεν εις το ευνοϊκόν αποτέλεσμα. Ο συνταγματάρχης Κάμπελ εις την αναφοράν της ημέρας προς τον στρατηγόν Φράιμπεργκ εσημείωνεν: «Αι ελληνικαί και κρητικοί δυνάμεις συνεπολέμησαν θαυμάσια». Εδώ πλην των άλλων έλαβαν μέρος εις την μάχην και μαθηταί της Σχολής Χωροφυλακής και εθελονταί πολίται, εις τους οποίους είχαν διανεμηθή μόλις κατά την προηγουμένην τα ολίγα όπλα που ευρέθησαν εις αποθήκας οπλισμού.
Εις το Ηράκλειον κατά την ιδίαν ημέραν ο εχθρός ενίσχυσε τας θέσεις του και διεξήχθη σφοδρός αγών. Βρεταννικά και ελληνικά τμήματα και μαζί με αυτά κάτοικοι του Ηρακλείου της περιφερείας επετέθησαν κατά των απομονωθέντων παντού αλεξιπτωτιστών και των επερχομένων ολοένα εκ νέων προσγειώσεων. Εντός ολίγων ωρών οι περισσότεροι εφονεύθησαν ή παρεδόθησαν. Νοτιοδυτικώς όμως και δυτικώς της πόλεως είχαν απομείνει ισχυραί ομάδες, μία δε εκ τούτων είχε συγκεντρώσει προ αυτής γυναικόπαιδα που είχαν καταφύγει εις τους πέριξ αγρούς δια ν’ αποφύγουν τους βομβαρδισμούς και τα μετεχειρίζετο ως προκάλυμμα. Η ομάς αύτη, κινούσα εμπρός της τα γυναικόπαιδα δια ν’ ασφαλισθή από επιθέσεις, ώρμησε κατά το απόγευμα εναντίον τού Ηρακλείου και αφού κατέλαβεν εξωτερικάς οικοδομάς εισέδυσεν εις την πόλιν μέχρι του κέντρου. Μεταξύ τούτων και τμημάτων τού εμπέδου ενισχυμένων από χωροφύλακας και ενόπλους κατοίκους επηκολούθησαν οδομαχίαι, που κατέληξαν εις την εξόντωσιν των Γερμανών.
Εις την θάλασσαν διεξήχθησαν κατά την νύκτα της 21ης προς την 22αν Μαΐου επιχειρήσεις με σοβαράς απώλειας εκατέρωθεν. Γερμανική νηοπομπή από μικρά ατμόπλοια και βενζινόπλοια κατελήφθη υπό μοίρας αγγλικής μεταξύ των Κυθήρων και της Κρήτης και κατεβυθίσθη ολόκληρος. Επί των πλοίων αυτών επέβαινε γερμανική μεραρχία αλπινιστών. Οι πνιγέντες Γερμανοί ήσαν περίπου 5.000 άνδρες. Αλλ’ η γερμανική αεροπορία επετέθη με ισχυροτάτας δυνάμεις κατά των αγγλικών πλοίων πλησίον τού ακρωτηρίου Σπάθα και κατώρθωσε να βυθίση δύο καταδρομικά και τρία αντιτορπιλλικά και να προξενήση ζημίας εις ένα θωρηκτόν και ένα αεροπλανοφόρον.
Κατά το απόγευμα της 23ης Μαΐου αι θέσεις των νεοζηλανδικών δυνάμεων εις την περιοχήν Μάλεμε - Χανίων και η Σούδα εσφυροκοπήθησαν κυριολεκτικώς από γερμανικά αεροπλάνα καθέτου εφορμήσεως. Ενόσω εξακολουθούσαν να καταφθάνουν ενισχύσεις τού εχθρού από τού αέρος και δεν ήτο δυνατόν ν’ αντιμετωπισθή η γερμανική αεροπορία υπό βρεταννικής, αι θέσεις δεν ημπορούσαν να κρατηθούν από τα βρεταννικά στρατεύματα, που είχαν ήδη χάσει το ήμισυ της δυνάμεώς των. Ενηργήθη βρεταννική από αέρος επίθεσις υπό 12 «Μπλεγχάιμ» κατά των εχθρικών θέσεων και του κατεχομένου εις το αεροδρόμιον τού Μάλεμε χώρου και κατεστράφησαν δέκα γερμανικά αεροπλάνα. Από την Αίγυπτον εστάλησαν 12 «Χαρικαίην» προς ενίσχυσιν, με κατεύθυνσιν προσγειώσεως το αεροδρόμιον τού Ηρακλείου. Από τον πρώτον σχηματισμόν των δύο κατερρίφθησαν από τα γερμανικά αντιαεροπορικά, τρία ηναγκάσθησαν να επιστρέψουν εις την αφετηρίαν των και μόνον 1 έφθασεν εις το Ηράκλειον. Από τον δεύτερον σχηματισμόν 4 ηχρηστεύθησαν κατά την προσγείωσιν, και 1 εκάη επί του εδάφους. Η επικοινωνία των Χανίων με το Ρέθυμνον και το Ηράκλειον ήτο δύσκολος, διότι τα μέσα διαβιβάσεων είχαν καταστραφή. Εις το Ρέθυμνον υπήρχαν 500 τραυματίαι, από τους οποίους οι 315 ήσαν Γερμανοί, και έλειπαν τα ιατρικά εφόδια. Το Ηράκλειον εβομβαρδίσθη κατά το απόγευμα της 23ης βαρύτατα και διεβιβάσθη γερμανικόν τελεσίγραφον προς παράδοσιν της πόλεως δια ν’ αποφευχθούν νέοι βομβαρδισμοί. Κατόπιν συνεννοήσεως τού Βρεταννού αρχηγού με τον διοικητήν των ελληνικών δυνάμεων το τελεσίγραφον απερρίφθη, αλλά διετάχθη η εκκένωσις της πόλεως υπό του πληθυσμού και η κατάστασις είχε καταστή αφόρητος.
Κατά την 24ην Μαΐου η κατάστασις εχειροτέρευσεν. Ενώ συνεπληρούτο η υποχώρησις των βρεταννικων δυνάμεων εις τον τομέα τού Μάλεμε, εξακολουθούσαν να φθάνουν εχθρικαί δυνάμεις με μεταφορικά αεροπλάνα και αλεξίπτωτα, και απεκρούοντο μεν αι επιθέσεις των, αλλά τούτο δεν εβελτίωνε τας θέσεις των Βρεταννών.
Τα Χανιά εβομβαρδίζοντο αδιακόπως και με μανίαν, με συγκεντρωτικάς βολάς που κατέστρεφαν εντελώς τους στόχους. Πυρκαϊαί ύψωναν τας φλόγας των εις πλείστα σημεία της πόλεως, και κυρίως εις τας αποθήκας. Εβομβαρδίσθη επίσης βαρύτατα το Ηράκλειον και ένα τάγμα αλεξιπτωτιστών προσεγειώθη δυτικώς τούτου. Αι πόλεις της Κρήτης κατεστρέφοντο.
Αναφορά του Φράιμπεργκ προς την Μέσην Ανατολήν κατά την εσπέραν της 24ης Μαΐου παρείχε τους θλιβερούς αριθμούς των απωλειών μέχρι της ημέρας εκείνης. Οι Βρεταννοί εσημείωσαν 1000 νεκρούς και πολλούς τραυματίας και 300 αιχμαλώτους Γερμανούς. Ο εχθρός είχεν απωλείας 3.340 άνδρας περίπου. Εις την περιοχήν τού Μάλεμε κατέκειντο σωροί νεκρών Γερμανών, αλλά και Βρεταννών και πυρποληθέντων αεροπλάνων. Οι περισσότεροι μεταξύ των βρεταννικων απωλειών ήσαν Νεοζηλανδοί.
Κατά την νύκτα της 24ης προς την 25ην Μαΐου έφθασεν εις την Σούδαν δι’ ενός αντιτορπιλλικού και απεβιβάσθη δύναμις Βρεταννών κομάντος. Η δύναμις αυτή, η όποια υπελογίζετο ότι θα ενήργει προς τα νώτα των Γερμανών, κατόπιν της ραγδαίας εξελίξεως της καταστάσεως δεν είχε πλέον άλλην χρησιμότητα παρά να καλύψη την βρεταννικήν υποχώρησιν.
Ενώ η κατάστασις εξειλίσσετο κατ’ αυτόν τον τρόπον ελήφθη κατά την πρωίαν της 26ης Μαΐου το ακόλουθον έξω της πραγματικότητος τηλεγράφημα τού υπουργείου των Στρατιωτικών της Μεγάλης Βρεταννίας:
«Η ένδοξος άμυνά σας προκαλεί θαυμασμόν πανταχού. Γνωρίζομεν εχθρός πιέζεται σκληρώς. Πάσα δυνατή βοήθεια αποστέλλεται».
Η αλήθεια είναι ότι οι πιεζόμενοι κατά τον σκληρότερον τρόπον ήσαν οι Βρεταννοί, η δε αποσταλείσα δυνατή βοήθεια ήσαν οι κομάντος οι μη δυνάμενοι να κινηθούν αποτελεσματικώς. Εις έμμεσον απάντησιν προς το τηλεγράφημα τούτο ο στρατηγός Φράιμπεργκ κατόπιν συσκέψεως με τους επί κεφαλής τού ναυτικού και της αεροπορίας απέστειλε το ακόλουθον τηλεγράφημα προς την Μέσην Ανατολήν:
«Λυπούμαι που έχω ν’ αναφέρω ότι κατά την γνώμην μου τα υπό την διοίκησίν μου στρατεύματα εδώ εις τον κόλπον της Σούδας έχουν φθάσει το έσχατον όριον αντοχής. Οποιαδήποτε απόφασις και αν ληφθή από τους αρχιστρατήγους, από στρατιωτικής απόψεως η θέσις μας εδώ είναι απελπιστική. Μία μικρά κακώς εξωπλισμένη και αμετακίνητος δύναμις, όπως η ιδική μας, δεν δύναται ν’ ανθέξη εις τους συγκεντρωμένους βομβαρδισμούς, τους οποίους αντιμετωπίζομεν κατά τας τελευταίας επτά ημέρας. Νομίζω ότι πρέπει να σας ειπώ ότι από διοικητικής απόψεως αι δυσκολίαι της ελευθερώσεως αυτής της δυνάμεως είναι τώρα ανυπέρβλητοι».
Επεξήγει δε επί πλέον ότι εκτός τού συντάγματος των Ουαλλών και των κομάντος αι άλλαι δυνάμεις δεν ημπορούσαν να λάβουν μέρος εις επιθετικήν δράσιν. Εάν ελαμβάνετο απόφασις προς αποχώρησιν, θα έπρεπε να επιταχυνθή, διότι προεβλέπετο ότι ο λιμήν της Σούδας μετά 24 ώρας θα ευρίσκετο υπό τα γερμανικά πυρά.
Από την Μέσην Ανατολήν επρότειναν να συγκεντρωθή η όλη βρεταννική δύναμις εις το Ρέθυμνον προς συνέχισιν του αγώνος, αλλ’ αυτό εσήμαινεν άγνοιαν της καταστάσεως. Το Ρέθυμνον είχεν αποκοπή και δεν απέμενε παρά ή ν’ αποχωρήσουν από την Κρήτην οι Βρεταννοί, ή να αιχμαλωτισθούν αν παρέμεναν. Η νεοζηλανδική μεραρχία εσυνέχισεν από της νυκτός και κατά την 27ην Μαΐου τακτικώς την σύμπτυξίν της, κατά την οποίαν μία γερμανική επίθεσις απεκρούσθη υπό τού 28ου τάγματος των Μαορί, αλλά διεκόπη η τηρούμενη έως τότε επαφή με τας ελληνικάς δυνάμεις που εκάλυπταν την νοτίαν πλευράν των βρεταννικών στρατευμάτων. Ο υπό τον στρατηγόν Σκουλάν ελληνικός στρατός, βαλλόμενος αδιακόπως υπό της γερμανικής αεροπορίας και στερούμενος τροφίμων και εφοδίων, είχεν αρχίσει επίσης, ύστερα από δραματικόν συνεχή αγώνα επτά ημερών, να κάμπτεται.
Τέλος ο στρατηγός Φράιμπεργκ πιεζόμενος από παντού ανέφερεν εις την Μέσην Ανατολήν την κατάστασιν και εζήτησε να δοθούν οδηγίαι δια την εκκένωσιν της Κρήτης. Έπρεπε να σταλούν εις τα νότια της νήσου δύναμις προς εξασφάλισιν της επιβιβάσεως και τρόφιμα. Εγνωστοποίησεν επί πλέον ο στρατηγός, την μετακίνησιν τού στρατηγείου του εις τα Σφακιά. Κατά το απόγευμα της ιδίας ημέρας ελήφθη η διαταγή τού αρχιστρατήγου να εκκενωθή η Κρήτη.
Η υποχώρησις προς τα Σφακιά έγινεν εν αταξία. Τα τμήματα εκινούντο ανοργάνωτα και με κόπον δια μέσου των ορεινών διαβάσεων. Οι Παλαιστίνιοι και οι Κύπριοι, άοπλοι και στερούμενοι παντός εφοδίου, εβάδιζαν κατά μάζας. Αυτοκίνητα εγκατελείποντο εις τον δύσβατον δρόμον διότι δεν ημπορούσαν να προχωρήσουν. Ο στρατός έφευγεν αφού είχε πλέον εξαντληθή και το τελευταίον όριον της αντοχής του.
Ο Φράιμπεργκ είχε σκεφθή από της πρώτης στιγμής της διαταγής της εγκαταλείψεως της Κρήτης να ειδοποιήση τον αντισυνταγματάρχην Κάμπελ εις το Ρέθυμνον. Τούτο κατέστη αδύνατον. Δεν κατωρθώθη να φθάσουν έως εκεί ούτε τα αεροπλάνα που εστάλησαν από την Μέσην Ανατολήν προς ειδοποίησιν. Και ο γενναίος εκείνος Βρεταννός αξιωματικός, αφού επεχείρησε έξοδον με την φρουράν του δια μέσου των γερμανικών δυνάμεων, η οποία απέτυχεν, ηναγκάσθη να παραδοθή.
Εις το Ηράκλειον είχεν αποκοπή επίσης η συγκοινωνία και προς δυσμάς και προς ανατολάς, καθώς και προς το Τυμπάκι, αλλ’ ο ταξίαρχος Σάππελ έλαβε διαταγήν από την Μέσην Ανατολήν να επιβιβασθή εις τον λιμένα κατά την νύκτα της 28ης Μαΐου. Ο εχθρός, εις τον οποίον είχαν προστεθή άλλα δύο τμήματα αλεξιπτωτιστών, επετίθετο συνεχώς κατά των Βρεταννών, οι οποίοι κατώρθωσαν μέχρι της 3ης π. μ. της 29ης Μαΐου, προστατευόμενοι υπό τού σκότους, να επιβιβασθούν επί τού πλοίου με όλα τα εφόδια και τα αυτοκίνητά των, χωρίς να ειδοποιήσουν τας ελληνικάς δυνάμεις από τας οποίας είχαν αποκοπή. Δεν υπήρχεν άλλωστε θέσις επί του πλοίου δια να παραληφθή και η ελληνική φρουρά. Η νεοζηλανδική μεραρχία και τα λοιπά μετ’ αυτής τμήματα έφθασαν εις την νότιον παραλίαν, που είχεν υποδειχθή κατά το σχέδιον αποχωρήσεως, εις κακήν κατάστασιν. Υπήρχε μέγας αριθμός περιπλανωμένων. Οι πεζοί τραυματίαι, ανερχόμενοι εις 100 περίπου, δεν κατώρθωσαν να φθάσουν όλοι εγκαίρως εις την θέσιν που ανέμεναν τα αντιτορπιλλικά προς επιβίβασιν των ανδρών και οι ναύται επηγαινοήρχοντο με τας λέμβους μέχρι της τελευταίας στιγμής και εξήρχοντο εις την ακτήν δια να υποβοηθήσουν τους καταφθάνοντας και να τους αποκομίσουν. Κατά την πρώτην επιβίβασιν της νυκτός της 28ης Μαΐου επροτιμήθησαν οι τραυματίαι. Αι υπό τον στρατηγόν Ουέστον οπισθοφυλακαί κατά την νύκτα αυτήν έμειναν εις το οροπέδιον του Ασκύφου. Τμήματα τούτων ευρίσκοντο εις επαφήν με τον εχθρόν και έδιδον ακόμη μάχας. Κατά την νύκτα της 29ης Μαΐου κατωρθώθη μεγάλη επιβίβασις 7000 ανδρών, και έγινε και άλλη ακόμη κατά την νύκτα της 30ής. Ο στρατηγός Ουέστον εξακολουθούσε ακόμη να μάχεται μέχρι της 3ης Μαΐου με στρατεύματα των οποίων οι. άνδρες ήσαν κουρασμένοι, πεινασμένοι και διψασμένοι. Κατά την νύκτα εκείνην έγινεν η τελευταία επιβίβασις, αλλ’ εις μικρόν αριθμόν, ενώ οι ευρισκόμενοι ακόμη εις την Κρήτην Βρεταννοί ανήρχοντο εις 9.000 περίπου. Παρέμειναν ακόμη και οι τραυματίαι, που δεν ήτο δυνατόν να μεταφερθούν λόγω ελλείψεως μεταφορικών νοσοκομειακών μέσων. Την διοίκησιν των τμημάτων που παρέμειναν, διότι αποτελούσαν την οπισθοφυλακήν που επροστάτευε την επιβίβασιν και τα οποία δεν ήτο δυνατόν να συνεχίσουν τον αγώνα εξ ελλείψεως παντός μέσου, ανέθεσεν ο στρατηγός Φράιμπεργκ εις τον αρχαιότερον αξιωματικόν, με την εντολήν να συνάψη ανακωχήν με τον εχθρόν κατά την Ιην Ιουνίου, και ανεχώρησε δι’ Αίγυπτον κατά την νύκτα της 31ης Μαΐου δι’ υδροπλάνου.
Αυτονόητον είναι ότι δεν απεχώρησαν τα ελληνικά τάγματα και πολύ περισσότερον οι ένοπλοι πολίται.
Έτσι ετελείωσεν η μάχη της Κρήτης, που υπήρξε και η τελευταία ελληνική αντίστασις κατά του εισβολέως, δια των ολίγων εκείνων ανεπαρκώς εξωπλισμένων ταγμάτων, των οποίων οι άνδρες προήρχοντο κατά μέγα μέρος εκ περιφερειών της Πελοποννήσου, και δια τού λεοντοθύμου Κρητικού λαού.
Η ελληνική θυσία υπήρξε μεγάλη. Οι Κρήτες, κατά των οποίων εστράφη η μανία τού αγρίου κατακτητού αμέσως με την κατοχήν της νήσου, επλήρωσαν με πολύτιμο ν και αφθονώτατον αίμα την ηρωικήν των συμμετοχήν εις τον αγώνα. Αλλ’ η μάχη της Κρήτης υπήρξεν η τελευταία μεγάλη συμβολή της Ελλάδος εις την νίκην. "Αν εγκατελείπετο η νήσος, η γερμανική αεροπορία 0α εγκαθίστατο εις τα αεροδρόμιά της από τας πρώτας ημέρας του Μαΐου, καθ’ ον χρόνον το Ιράκ είχεν επαναστατήσει και τα αεροδρόμια της Συρίας ετίθεντο εις την διάθεσιν των Γερμανών, χωρίς να είναι δυνατόν να οργανωθή αντίστασις εις την Κύπρον. Δια της αμυντικής αντιστάσεως της Κρήτης οι Γερμανοί έχασαν ένα ακόμη πολύτιμον μήνα, ενώ εν τω μεταξύ η επανάστασις εις το Ιράκ κατεστέλλετο και ετακτοποιούντο τα κατά την Μέσην Ανατολήν. Υπέστησαν ακόμη την φθοράν της μεγάλης αεροπορικής δυνάμεως τής ειδικώς εκπαιδευμένης δι’ ενεργείας δι’ αλεξιπτωτιστών, η οποία ήτο αδύνατον πλέον χωρίς νέαν μακράν προπαρασκευήν να ενεργήση προς την Μέσην Ανατολήν. Δικαίως ο Τσώρτσιλ, ομιλών τότε εις την αγγλικήν βουλήν δια την μάχην της Κρήτης, είπεν «...απεκεφαλίσαμεν εκεί το φοβερόν τέρας».
Κυρίως δε οι Γερμανοί έχασαν πολύτιμον χρόνον. Εις τον Απρίλιον του 1941, που εχρειάσθη δια να καταβληθούν αι ελληνικαί δυνάμεις εις την ηπειρωτικήν χώραν, προσετέθη και ο Μάϊος, σπαταληθείς δια την επιχείρησιν της Κρήτης. Την απώλειαν τού χρόνου τούτου, πολυτίμου δια την κατά της Ρωσίας γερμανικήν εκστρατείαν, επλήρωσεν η Γερμανία δια της ατυχίας τού χειμώνος του 1941, κατά τον οποίον έπρεπε να είχε συμπληρώσει την νίκην της. Και τούτο ήνοιξε την πρώτην και κυρίαν πύλην εις την συμμαχικήν νίκην.
Αξίζει να σημειωθή ότι μετά την πτώσιν της Κρήτης εις ειδικόν ανακοινωθέν τού Γενικού Γερμανικού Στρατηγείου ετονίζετο η σημασία της νήσου «ως προκεχωρημένης βάσεως καλύψεως και εξασφαλίσεως δια τα πλευρά τού Βορειοαφρικανικού Μετώπου και της βρεταννικής θαλασσίας επικοινωνίας μεταξύ Αλεξανδρείας και Μάλτας». *
-------
* ΠΗΓΗ: Διονύσιος Α. Κόκκινος, της Ακαδημίας Αθηνών: «Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος», Εκδόσεις Μέλισσα.