Η Επανάσταση του 1821 στηρίχθηκε πολύ στα θρησκευτικά βιβλία;

Κωδικός Πόρου: 00285-113987-1216
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 25/09/11 16:12
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Νεώτερη Ελλάδα, 00285-113987-1216




Περιγραφή:

Η Επανάσταση του 1821 στηρίχθηκε πολύ στα θρησκευτικά βιβλία;

Εκεί, λέει, τον 18o αι. οι Έλληνες μυήθηκαν στις ιδέες του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και δημιούργησαν ένα παράλληλο κίνημα, τον ελληνικό Διαφωτισμό, που με την ίδρυση περισσότερων σχολείων και την έκδοση επιστημονικών και θρησκευτικών βιβλίων επεδίωκε να φωτίσει συστηματικά τον λαό, να τονώσει την αυτοπεποίθησή του και να τον συνδέσει πιο στενά με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και την ευρωπαϊκή σκέψη. Διαβάστε το κείμενο!..

Ελληνική Επανάσταση

Η Επανάσταση που έλαβε χώρα μεταξύ 1821-29 και είχε ως στόχο την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό. Παρότι πολλές άλλες απόπειρες είχαν προηγηθεί, η τελευταία ήταν επιτυχής γιατί είχε πιο καθολικό χαρακτήρα, ήταν πιο οργανωμένη και αποτέλεσε κατάληξη μιας μακρόχρονης προεργασίας. Ο ελληνισμός, που κατόρθωσε να επιβιώσει μετά την τουρκική κατάκτηση και να διατηρήσει τη συνοχή του χάρη κυρίως στο σύστημα των προνομίων και της αυτοδιοίκησης και γενικά στον φωτισμό του, άρχισε να προοδεύει ιδίως από τα μέσα του 17ου και ιδιαίτερα τον 18o αι. Η ανάπτυξη της ναυτιλίας, του εμπορίου και της βιοτεχνίας δημιούργησε μία οικονομικά ισχυρή τάξη στο εσωτερικό και στις παροικίες του εξωτερικού. Εκεί, τον 18o αι. οι Έλληνες μυήθηκαν στις ιδέες του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και δημιούργησαν ένα παράλληλο κίνημα, τον ελληνικό Διαφωτισμό, που με την ίδρυση περισσότερων σχολείων και την έκδοση επιστημονικών και θρησκευτικών βιβλίων επεδίωκε να φωτίσει συστηματικά τον λαό, να τονώσει την αυτοπεποίθησή του και να τον συνδέσει πιο στενά με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και την ευρωπαϊκή σκέψη. Στόχος ήταν η ενδυνάμωση της αγωνιστικής του διάθεσης, ώστε να προετοιμάσει την απελευθέρωσή του. Η έννοια του έθνους και των δικαιωμάτων του, όπως ορίστηκε από τον γαλλικό Διαφωτισμό και τη Γαλλική επανάσταση, διεύρυνε την έννοια γένος που χρησιμοποιούσε ο ελληνισμός στην τουρκοκρατία και το εθνικό όνομα Έλληνας αντικατέστησε οριστικά το Ρωμιός, για να περιλάβει τους νέους πόθους και τις νέες τάσεις. Ανάμεσα στα ονόματα Γραικός και Έλληνας προτιμήθηκε το δεύτερο, που τελικά επικράτησε καθολικά στην Επανάσταση, επειδή συνέδεε άμεσα τα κατορθώματα του 1821 με την αρχαία ιστορία και επειδή είχε επιβιώσει στη συνείδηση του λαού με τη σημασία αντρειωμένος, αρχαίος Έλληνας. Οι επαναστάσεις που είχαν προηγηθεί είχαν διατηρήσει ακμαίο το αγωνιστικό πνεύμα και είχαν δημιουργήσει από τους πρώτους αιώνες της τουρκοκρατίας τα στρατιωτικά επαναστατικά σώματα των κλεφτών. Τα σώματα αυτά τροφοδότησαν τον Αγώνα με τους σημαντικότερους αρχηγούς και δίδαξαν μία δοκιμασμένη πολεμική τακτική, τον κλεφτοπόλεμο. Τον ίδιο ρόλο έπαιξαν και τα σώματα των αρματολών, που οργανώθηκαν από τους Τούρκους κατά τα βυζαντινά και βενετσιάνικα πρότυπα, για να φυλάσσουν τις ορεινές διαβάσεις και να επιβάλλουν την τάξη στις ορεινές περιοχές. Η αυτοδιοίκηση είχε δημιουργήσει ισχυρές οικογένειες προκρίτων με πολιτική επιρροή στις επαρχίες. Το όραμα και το μαρτύριο του Ρήγα Φεραίου είχαν συγκλονίσει τις ψυχές των Ελλήνων και οι αγώνες των Σουλιωτών είχαν εμπνεύσει εμπιστοσύνη στη γενναιότητα και στη στρατιωτική ικανότητα του λαού. Τέλος, η διάψευση των ελπίδων ότι κάποια μεγάλη δύναμη θα βοηθήσει στην απελευθέρωση είχε καταλήξει να διαμορφώσει στα πιο δυναμικά στοιχεία την πεποίθηση πως «ό,τι είναι να κάνουν οι Έλληνες θα το κάνουνε μοναχοί τους και δεν έχουνε ελπίδα καμιά από τους ξένους», όπως έλεγε ο Κολοκοτρώνης. Τις αντιλήψεις και τις δυνατότητες αυτές ενίσχυσε η δράση της Φιλικής Εταιρείας, η οποία οργάνωσε τον λαό, όρισε αρχηγούς, καθόρισε τον χρόνο και κήρυξε την Επανάσταση. Η Ε.Ε. άρχισε στα τέλη Φεβρουαρίου του 1821 στο Ιάσιο της Μολδαβίας, με πρωτεργάτη τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, και παράλληλα στα μέσα Μαρτίου στην Πελοπόννησο με διάφορους αρχηγούς. Αμέσως –και αυτή υπήρξε η πιο θετική προσφορά της Φιλικής Εταιρείας– διαδόθηκε σε όλο τον ελληνικό χώρο μέχρι την Κρήτη και τα Δωδεκάνησα. Στην Κύπρο, μόνο, η άμεση τουρκική επέμβαση κατέστειλε το κίνημα. Ο Αγώνας μπορεί να χωριστεί σε δύο περιόδους (1821-24 και 1824-29). Η όψη του ήταν τριπλή: στρατιωτική, πολιτική και διπλωματική. Από στρατιωτική άποψη οι Έλληνες κατόρθωσαν, στην πρώτη περίοδο, να οργανώσουν στρατό και να μετατρέψουν τον κλεφτοπόλεμο σε πραγματική πολεμική τακτική. Ο στόλος, που συγκροτήθηκε από τα εξοπλισμένα εμπορικά καράβια, ιδίως της Ύδρας, των Σπετσών, των Ψαρών, της Κάσου και του Γαλαξιδίου, κατόρθωσε χρησιμοποιώντας ως κύριο σκάφος το πυρπολικό να αντιμετωπίσει τα μεγάλα πολεμικά καράβια των Τούρκων και να κυριαρχήσει στο Αιγαίο, αποτρέποντας αποβάσεις που θα ήταν μοιραίες για τον ελληνικό Αγώνα. Οι πολεμικές επιχειρήσεις ανέδειξαν αρχηγούς στην ξηρά, όπως τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, που συνδύαζε την πείρα του κλεφτοπόλεμου με τις γνώσεις ευρωπαϊκής τακτικής που απέκτησε στα Επτάνησα, τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, τον Μάρκο Μπότσαρη, τον Πανουργιά, τον Δυοβουνιώτη, τον Γκούρα, τον Μακρυγιάννη, τους Μαυρομιχαλαίους, τον Νικηταρά κ.ά., και στη θάλασσα, όπως τον Ανδρέα Μιαούλη, τον Γεώργιο Σαχτούρη, τον Νικόλαο Αποστόλη, τον Γεώργιο Ανδρούτσο, και πυρπολητές, όπως τον Παπανικολή, τον Κανάρη και τον Νικόδημο. Με την κατάληψη της Τρίπολης (Σεπτέμβριος 1821) και τις νίκες στη Γραβιά (Μάιος 1821), στα Βασιλικά (Αύγουστος 1821), στα Δερβενάκια (Ιούλιος 1822) και στο Μεσολόγγι (Δεκέμβριος 1822), η Επανάσταση ενισχύθηκε στη Στερεά Ελλάδα και στην Πελοπόννησο, ενώ οι πυρπολήσεις μεγάλων τουρκικών πολεμικών στην Ερεσό (Μάιος 1821) και στο στενό της Χίου (Ιούνιος 1822) εξασφάλισαν την κυριαρχία στο Αιγαίο. Η καταστροφή του Πέτα (Ιούλιος 1822) και η κατάπνιξη της επανάστασης στη Μακεδονία, στο Πήλιο και στην Εύβοια, περιόρισαν εδαφικά τον Αγώνα και κατά συνέπεια καθόρισαν τα σύνορα της τελικής επικράτησής του. Από πολιτική άποψη τα πράγματα ήταν πιο δύσκολα. Οι Έλληνες δεν κατόρθωσαν να οργανώσουν πολιτική εξουσία ικανή να διευθύνει τον Αγώνα. Τα αίτια ήταν πολλά. Η γεωγραφική διάσπαση της χώρας και η ίδια η αυτοδιοίκηση ενίσχυε τον τοπικισμό. Η ελληνική κοινωνία είχε διαφοροποιηθεί στους τελευταίους αιώνες της τουρκοκρατίας και ήταν συγκροτημένη από ομάδες (γεωργοί, κτηνοτρόφοι, έμποροι, ναυτικοί, πρόκριτοι, αρματολοί, κλέφτες, λόγιοι, Φαναριώτες) με διαφορετικές αντιλήψεις, συμφέροντα και προσανατολισμούς, που ήταν δύσκολο να συμβιβαστούν. Η Φιλική Εταιρεία δεν ανέδειξε τον φυσικό αρχηγό της Επανάστασης, γιατί οι ιδρυτές της περιορίζονταν από την αρχή της μυστικότητας και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, που προβλήθηκε προς το τέλος, δεν πήγε καν στην Ελλάδα. Έτσι η Επανάσταση ξεκίνησε με διάφορους αρχηγούς, κανείς από τους οποίους δεν κατόρθωσε να αποκτήσει αδιαφιλονίκητα πανελλήνιο κύρος. Οι Φιλικοί δοκίμασαν να αναλάβουν την ηγεσία με την προβολή του Δημήτριου Υψηλάντη, αλλά οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου, που είχαν στο μεταξύ οργανώσει μία πρώτη τοπική κυβέρνηση, τη Γερουσία των Καλτετζών, αντέδρασαν και η προσπάθεια απέτυχε. Ο Δημήτριος Υψηλάντης κέρδισε την εμπιστοσύνη μόνο των στρατιωτικών, ενώ οι πολιτικοί στράφηκαν προς τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Κατά το τέλος του πρώτου χρόνου είχαν διαμορφωθεί δύο κόμματα (πολιτικοί – στρατιωτικοί). Όταν συγκλήθηκε η A’ Εθνοσυνέλευση επικράτησαν οι πολιτικοί. Η συνέλευση ψήφισε το πρώτο Σύνταγμα και οργάνωσε το προσωρινό πολίτευμα της Ελλάδας, που ήταν τυπικά δημοκρατικό. Στην ουσία όμως οι κυβερνήσεις του 1822-23, που εκπροσωπούσαν περισσότερο τους πολιτικούς, δεν είχαν ούτε καθολικό κύρος ούτε πολιτική δύναμη. Δεν ήταν σε θέση να ελέγξουν τον στρατό, γιατί τα άτακτα σώματα υπάγονταν στους αρχηγούς τους, ούτε τον στόλο, ο οποίος απαρτιζόταν από ιδιωτικά καράβια και διευθυνόταν από τους πρόκριτους των ναυτικών νησιών. Το σημαντικότερο, ωστόσο, ήταν ότι δεν διέθεταν οικονομικούς πόρους. Η απόπειρα να επιβληθούν στους στρατιωτικούς αρχηγούς κατέληξε σε οξύτατη σύγκρουση με τους σημαντικότερους από αυτούς, όπως ο Κολοκοτρώνης και ο Ανδρούτσος, και οι αντιθέσεις των συμφερόντων οδήγησαν σε δύο εμφύλιους πολέμους (1823, 1824), που εξασθένισαν τον Αγώνα. Από διπλωματική άποψη ο ελληνικός Αγώνας άρχισε μέσα σε ένα κλίμα ιδιαίτερα αρνητικό. Μετά την ήττα του Ναπολέοντα είχαν επικρατήσει στην ευρωπαϊκή πολιτική οι απολυταρχικές δυνάμεις, ιδιαίτερα η Αυστρία, που επιθυμούσαν να επιβάλουν την ευρωπαϊκή ισορροπία, όπως αυτή καθορίστηκε στο συνέδριο της Βιέννης (1815), και να καταπνίξουν κάθε επαναστατικό κίνημα με ένοπλη επέμβαση. Για τον σκοπό αυτό είχαν δημιουργηθεί η Ιερά και η Πενταπλή Συμμαχία. Στο πλαίσιο αυτό, κάθε επαναστατική ενέργεια ήταν καταδικαστέα, όπου και αν εμφανιζόταν, και πολύ περισσότερο στα Βαλκάνια και στην ανατολική Μεσόγειο, σημεία νευραλγικά, όπου συγκρούονταν τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής. Γι’ αυτό, όταν έγινε γνωστή η Επανάσταση στις Ηγεμονίες, όλες οι ευρωπαϊκές δυνάμεις, χωρίς εξαίρεση, την καταδίκασαν και τη χαρακτήρισαν ληστρική, δηλαδή εκτός των κανόνων του διεθνούς δικαίου. Ακόμα και η Ρωσία, που είχε συμφέρον από τη διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, έσπευσε να αποκηρύξει τον Υψηλάντη για να μην εκτεθεί στους δυτικούς συμμάχους της και επέτρεψε στους Τούρκους να μεταφέρουν στρατό στις Ηγεμονίες και να καταπνίξουν την Επανάσταση. Το μόνο κέρδος –ιδιαίτερα σημαντικό– για τον Αγώνα ήταν ότι δεν έγινε ένοπλη ευρωπαϊκή επέμβαση, όπως στην Ιταλία και στην Ισπανία. Κάτι τέτοιο αποφεύχθηκε, μεταξύ άλλων, χάρη στον Καποδίστρια, ο οποίος, ως υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας την περίοδο εκείνη, αγωνίστηκε για τον διαχωρισμό της Ε.Ε. από τις άλλες ευρωπαϊκές και για την ενίσχυση του εθνικού και χριστιανικού της χαρακτήρα. Λίγο αργότερα οι σφαγές των αμάχων στις μεγάλες πόλεις από τους Τούρκους και ο απαγχονισμός του πατριάρχη Γρηγορίου Ε’ (Απρίλιος 1821) συγκλόνισαν την κοινή γνώμη της Ρωσίας και έδωσαν την ευκαιρία στον Καποδίστρια να θέσει εκ νέου το ελληνικό ζήτημα και να επιχειρήσει να πείσει τον τσάρο να επέμβει, ασκώντας το δικαίωμα που του παρείχαν οι συνθήκες της Αικατερίνης B’ με την Τουρκία. Παρά τη διστακτικότητα του τσάρου Αλέξανδρου A’, ο Καποδίστριας κατόρθωσε να επιτύχει διακοπή των διπλωματικών σχέσεων με την Τουρκία. Σε υπομνήματά του προς τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, τόνισε ότι το ελληνικό ζήτημα έπρεπε να χαρακτηριστεί διεθνές και να λυθεί από ευρωπαϊκό συνέδριο. Η άμεση και έντονη αντίδραση της Αυστρίας και των άλλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, όμως, οδήγησαν στην υπαναχώρηση του τσάρου και ο Καποδίστριας, για να μη βλάψει τον ελληνικό Αγώνα με τις μετριοπαθείς προτάσεις που διατάχτηκε να υποβάλει στο συνέδριο των ευρωπαϊκών δυνάμεων στη Βερόνα (1822), προτίμησε να αποσυρθεί. Ζήτησε απεριόριστη άδεια και εγκαταστάθηκε στην Ελβετία. Το 1823 μία σημαντική μεταβολή συντελέστηκε στην πολιτική της Αγγλίας. Ο Γεώργιος Κάνινγκ, υπουργός Εξωτερικών και κατόπιν πρωθυπουργός, εγκατέλειψε τη μονολιθική φιλοτουρκική πολιτική και αναγνώρισε την Ε.Ε. Ο Κάνινγκ και οι φιλελεύθεροι, γενικότερα, είχαν πειστεί ότι ο ελληνικός Αγώνας δεν ήταν δυνατόν να καταπνιγεί, ότι θα δημιουργούσε προηγούμενο για τα Βαλκάνια και την Εγγύς Ανατολή και ότι δεν συνέφερε την Αγγλία να αδιαφορήσει γι’ αυτές τις εξελίξεις. Η αλλαγή της αγγλικής πολιτικής επηρέασε τον ελληνικό Αγώνα και δημιούργησε ευρύτατες προοπτικές για την Αγγλία στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο Κάνινγκ αποδείχτηκε ο μεγαλύτερος και ο πιο διορατικός πολιτικός της εποχής. Παράλληλα, η Ε.Ε. συγκλόνισε βαθύτατα τους ευρωπαϊκούς λαούς και δημιούργησε ένα μεγάλο φιλελληνικό κίνημα, που βοήθησε με κάθε τρόπο τον Αγώνα. Για πρώτη φορά στην ευρωπαϊκή ιστορία ο παράγοντας κοινή γνώμη κινητοποιήθηκε σε τέτοια έκταση και επηρέασε, μέχρι ένα σημείο, τη διεθνή πολιτική. Στη δεύτερη περίοδο (1824-29) η Επανάσταση παρουσίασε κάμψη από στρατιωτική άποψη. Ανάμεσα στα αίτια ήταν η φυσική κόπωση, η εξάντληση των οικονομικών πόρων –ένα μεγάλο μέρος από το δάνειο που είχαν πάρει από τους Άγγλους κεφαλαιούχους ξοδεύτηκε στους εμφύλιους πολέμους– και περισσότερο οι συνέπειες των εμφυλίων πολέμων. Η Πελοπόννησος είχε μείνει χωρίς αρχηγούς με τη φυλάκιση του Κολοκοτρώνη και των πιο σημαντικών προκρίτων. Η Στερεά είχε εξασθενήσει με τη δολοφονία του Οδυσσέα Ανδρούτσου και με τη μεταφορά στρατευμάτων στην Πελοπόννησο για τον εμφύλιο πόλεμο. Αντίθετα, οι τουρκικές δυνάμεις ενισχύθηκαν, επειδή ο σουλτάνος, ανήσυχος από την αλλαγή της αγγλικής πολιτικής, κέρδισε, με βαριά ανταλλάγματα, τη συνεργασία του πασά της Αιγύπτου Μοχάμετ Άλι, ο οποίος θα έστελνε στόλο και τακτικά αιγυπτιακά στρατεύματα στην Πελοπόννησο. Στη δεύτερη περίοδο καταστράφηκε η Κάσος και τα Ψαρά (Ιούλιος 1824), οι πιο σημαντικές ναυτικές ελληνικές βάσεις στο Αιγαίο. Ο ελληνικός στόλος πέτυχε μεγάλες νίκες στη Σάμο, στον Γέροντα (Αύγουστος 1824), στον Καφηρέα (Μάιος 1825), δεν είχε όμως τα οικονομικά μέσα για να συνεχίσει τον Αγώνα και δεν κατόρθωσε να εμποδίσει την απόβαση των Αιγυπτίων στην Πελοπόννησο (Φεβρουάριος 1825) ούτε τις μεταφορές νέων δυνάμεων και εφοδίων. Ο Ιμπραήμ κατέλαβε το λιμάνι της Πύλου, νίκησε τα ελληνικά στρατεύματα στο Κρεμύδι και, παρά την ηρωική θυσία του Παπαφλέσσα στο Μανιάκι (Μάιος 1825) και τον αγώνα του Κολοκοτρώνη, που είχε απελευθερωθεί, πέρασε στην Αρκαδία και κατέλαβε την Τρίπολη, το κέντρο της Πελοποννήσου. Μην μπορώντας να τον αντιμετωπίσει κατά μέτωπο, ο Κολοκοτρώνης επέστρεψε στην τακτική του κλεφτοπολέμου και κατόρθωσε να συντηρήσει την Επανάσταση στην Πελοπόννησο, παρά τις ταλαιπωρίες του πληθυσμού και τη φοβερή λεηλασία των πεδινών περιοχών από τα αιγυπτιακά στρατεύματα. Στη Στερεά οι Τούρκοι με τον Κιουταχή –αργότερα (Δεκέμβριος 1825) έσπευσε και ο Ιμπραήμ για ενίσχυση– πολιόρκησαν το Μεσολόγγι. Η σχετικά ολιγάριθμη φρουρά από Ρουμελιώτες, Σουλιώτες, Μακεδόνες και Στερεοελλαδίτες, μαζί με τους κατοίκους, απέκρουσαν όλες τις εφόδους και καθήλωσαν τα εχθρικά στρατεύματα επί έναν χρόνο (Απρίλιος 1825 – Απρίλιος 1826) έξω από το φρούριο, προσφέροντας ανεκτίμητη υπηρεσία σε δύσκολες στιγμές για τον Αγώνα. Όταν εξαντλήθηκαν όλες οι δυνατότητες επισιτισμού, οι πολιορκημένοι προτίμησαν να βγουν πολεμώντας μέσα από το εχθρικό στρατόπεδο, αλλά να μην παραδοθούν. Μετά την Έξοδο του Μεσολογγίου, η απήχηση της οποίας στάθηκε συγκλονιστική, ο Κιουταχής προχώρησε στην Αττική, κατέλαβε την Αθήνα και πολιόρκησε την Ακρόπολη. Γύρω από αυτή την πολιορκία γράφτηκε το τελευταίο μεγάλο κεφάλαιο της πολεμικής ιστορίας του Αγώνα. Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης κατόρθωσε, με συνδυασμένες πολεμικές επιχειρήσεις, να ενισχύσει το φρούριο, να αναζωογονήσει την Επανάσταση στη Στερεά με την εκστρατεία του προς τα εκεί και τη νίκη της Αράχοβας (Νοέμβριος 1826) και να ελευθερώσει, στην επιστροφή του, τον Πειραιά. Σκόπευε, και το κατόρθωσε σε μεγάλο βαθμό, να διακόψει τον ανεφοδιασμό των Τούρκων, να κλείσει πίσω τους τις διαβάσεις και να τους αναγκάσει να αποσυρθούν από την Αττική. Ο Καραϊσκάκης ήταν ένας μεγάλος στρατηγός, που ήξερε καλά την τέχνη του κλεφτοπολέμου. Η επιμονή όμως του Τσορτς και του Κόχραν, των Άγγλων που είχαν εκλεγεί αρχηγοί του στρατού και του στόλου από την Γ’ Εθνοσυνέλευση, και ιδίως του τελευταίου, να γίνει άμεση επίθεση για να λυθεί η πολιορκία της Ακρόπολης, έφερε την καταστροφή. Ο Καραϊσκάκης πληγώθηκε θανάσιμα σε μία συμπλοκή και πέθανε (23 Απριλίου). Η επίθεση απέτυχε και οδήγησε στην πανωλεθρία του Φαλήρου (24 Απριλίου), όπου ο ελληνικός στρατός διαλύθηκε και αναγκάστηκε στη συνέχεια να εγκαταλείψει τον Πειραιά. Η Επανάσταση φάνηκε να οδεύει προς το τέλος. Ωστόσο, το ελληνικό ζήτημα είχε προωθηθεί από διπλωματική άποψη. Με την έλευσή του στην Ελλάδα (Ιανουάριος 1828), ο Καποδίστριας αναδιοργάνωσε τις ελληνικές δυνάμεις και επωφελήθηκε από τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο για να ανακαταλάβει τη Στερεά (1828-29). Οι πολεμικές δυσκολίες είχαν ως αποτέλεσμα οι Έλληνες να παραμερίσουν, έως έναν βαθμό, τις πολιτικές διαφορές και να εκλέξουν μία επιτροπή (διοικητική, 1826), που εγκαταστάθηκε στην Αίγινα για να παρακολουθεί τις επιχειρήσεις της Αττικής. Το 1827, έπειτα από νέες διαμάχες, η Γ’ Εθνοσυνέλευση συνήλθε στην Τροιζήνα και ψήφισε νέο Σύνταγμα, το οποίο παραχωρούσε την εκτελεστική εξουσία στον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Προηγουμένως, το 1825, έπειτα από τη φοβερή κατάσταση που επικρατούσε στο εσωτερικό και την αλλαγή της αγγλικής πολιτικής, οι Έλληνες πολιτικοί και στρατιωτικοί είχαν στείλει ένα υπόμνημα στην αγγλική κυβέρνηση και ζητούσαν την αποκλειστική προστασία της Αγγλίας για τη λύση του ελληνικού ζητήματος. Με το υπόμνημα αυτό δήλωναν ότι αποδέχονταν ακόμα και την ίδρυση υποτελούς ελληνικού κράτους. Η Αγγλία δεν ήταν δυνατόν να επέμβει τότε, επωφελήθηκε όμως από το υπόμνημα αυτό για να αναλάβει πρωτοβουλία αργότερα. Μετά τον θάνατο του τσάρου Αλέξανδρου A’, οι Άγγλοι πρότειναν στον διάδοχό του, Νικόλαο A’, διμερείς διαπραγματεύσεις για το ελληνικό ζήτημα. Οι διαπραγματεύσεις αυτές κατέληξαν σε συμφωνία, προκαλώντας και τη συμμετοχή της Γαλλίας, η οποία είχε συμφέροντα στο Αιγαίο. Οι τρεις δυνάμεις συμφώνησαν και υπέγραψαν τη συνθήκη του Λονδίνου (Ιούλιος 1827), ένα έγγραφο που είχε πανευρωπαϊκή σημασία, γιατί ανέτρεπε την έως τότε ευρωπαϊκή πολιτική και απομόνωνε την Αυστρία. Οι δυνάμεις αποφάσισαν να ζητήσουν ανακωχή από τους δύο εμπόλεμους, ώστε να αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις για το ελληνικό ζήτημα. Για να διασφαλίσουν την ανακωχή αυτή, έστειλαν μοίρες των στόλων τους στο Αιγαίο. Αποτέλεσμα ήταν η ναυμαχία του Ναυαρίνου (Οκτώβριος 1827), που οδήγησε στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1828-29. Οι Ρώσοι νίκησαν τους Τούρκους και τους υποχρέωσαν να υπογράψουν τη συνθήκη της Αδριανούπολης (Σεπτέμβριος 1829). Ένα άρθρο της συνθήκης αυτής αφορούσε την ίδρυση ελληνικού κράτους, υποτελούς στην Τουρκία, με σύνορα τη γραμμή Παγασητικού-Αμβρακικού κόλπου. Οι Άγγλοι κατάφεραν να εκκενώσουν την Πελοπόννησο από τα στρατεύματα του Μοχάμετ Άλι και οι Γάλλοι απέστειλαν στρατό στην Πελοπόννησο για να παραλάβει τα φρούρια από τους Αιγυπτίους. Με νεότερες συνθήκες (πρωτόκολλο και συνθήκη Λονδίνου 1830 και 1832) το ελληνικό κράτος ανεξαρτητοποιήθηκε. Η εξέλιξη αυτή υπήρξε και το τέλος του ελληνικού Αγώνα. Από ευρωπαϊκή άποψη στάθηκε ένα μεγάλο χτύπημα στην πολιτική της αντίδρασης και προώθησε το φιλελεύθερο κίνημα, γιατί συνέβαλε στην ανατροπή της υφιστάμενης ευρωπαϊκής πολιτικής και στην παραγκώνιση του Μέτερνιχ. Στα Βαλκάνια αποτέλεσε το ιστορικό προηγούμενο για την τελική διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και την ίδρυση ανεξάρτητων βαλκανικών κρατών. Το ελληνικό κράτος, που ιδρύθηκε ως αποτέλεσμα της Επανάστασης, ήταν εδαφικά πολύ περιορισμένο, οικονομικά και στρατιωτικά ανίσχυρο και είχε να αντιμετωπίσει μεγάλα εσωτερικά και εξωτερικά προβλήματα. Στάθηκε όμως η απαρχή για τη βαθμιαία ολοκλήρωση των εθνικών στόχων. Επιπλέον, μέσα στον πολύχρονο αιματηρό Αγώνα, διαμορφώθηκε τελικά ο νέος ελληνισμός. Οι θυσίες και τα κατορθώματα των αγωνιστών του 1821, οι μορφές των οποίων πήραν σχεδόν μυθικές διαστάσεις στη συνείδηση του λαού, δημιούργησαν μια νεοελληνική ηρωική παράδοση, που επηρέασε από κάθε άποψη τις νεότερες γενιές των Ελλήνων. ("Δομή").