Η Ελλάδα και η Ευρωπαϊκή Ένωση...

Κωδικός Πόρου: 00285-113986-1251
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 29/09/11 20:18
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Νεώτερη Ελλάδα, 00285-113986-1251




Περιγραφή:

Η Ελλάδα και η Ευρωπαϊκή Ένωση...

Ποια ήταν η αφετηρία και ποιο το σκεπτικό της υποβολής αίτησης σύνδεσης της Ελλάδος με την τότε Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, που σήμερα το κλίμα έχει αλλάξει άρδην και πολλοί αισθάνονται εγκλωβισμένοι μέσα σε ένα κλουβί με πύρινα κάγκελα;

ΕΙΝΑΙ αλήθεια ότι η δημιουργία της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας το Μάρτιο του 1957, ύστερα από την υπογραφή της σχετικής συνθήκης στη Ρώμη από τη Γαλλία, την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, την Ιταλία, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και την Ολλανδία, προκάλεσε το ενδιαφέρον της Ελλάδας για μελλοντική συμμετοχή στον υπερεθνικό αυτό οργανισμό. Έτσι, στις 8 Ιουνίου 1959 η χώρα μας υπέβαλε αίτηση σύνδεσής της με την ΕΟΚ.

Η ελληνική κυβέρνηση προτίμησε να υποβάλει αίτηση σύνδεσης και όχι ένταξης επειδή ακριβώς γνώριζε πως οι υστερούσες βιομηχανικές δομές της δεν θα επέτρεπαν την πλήρη και άμεση ένταξή της σε έναν οργανισμό όπου συμμετείχαν 6 από τις πιο ανεπτυγμένες δυτικές χώρες. Για το λόγο αυτό προτιμήθηκε η λύση της σύνδεσης – μια λύση που θα έδινε τη δυνατότητα στην Ελλάδα να μπορέσει να αναπτύξει την οικονομία της και, μακροπρόθεσμα, να μπορέσει να ενταχθεί ως πλήρες μέλος στην Κοινότητα. Η σύνδεση θα έπαιρνε τη μορφή της πλήρους τελωνειακής ένωσης κατά τη διάρκεια μιας περιόδου που θα ολοκληρωνόταν σε 22 χρόνια. Μια ρήτρα ασφαλείας επέτρεπε τη θέσπιση δασμών, εντός αυστηρά καθορισμένων ορίων, με σκοπό την ενθάρρυνση των νέων βιομηχανιών. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα, μέσω σχετικού πρωτοκόλλου, εξασφάλιζε δάνειο με χαμηλό επιτόκιο, ύψους 125 εκατ. δολ.

Σε γενικές γραμμές μπορεί να υποστηριχθεί πως η συμφωνία σύνδεσης είχε τρεις βασικούς στόχους: α) τη δημιουργία μιας τελωνειακής ένωσης μεταξύ Ελλάδας και ΕΟΚ, με την παράλληλη υιοθέτηση από τη χώρα μας των δασμών που ίσχυαν στην ΕΟΚ για εισαγωγές από τρίτες χώρες, β) την εναρμόνιση της οικονομικής πολιτικής, με έμφαση στην αντίστοιχη αγροτική, σε διάστημα 22 ετών, μέσω της σταδιακής κατάργησης των δασμολογικών και ποσοτικών περιορισμών στις ανταλλαγές Ελλάδας-ΕΟΚ, γ) την οικονομική βοήθεια της ΕΟΚ για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας.

Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος

Οι διερευνητικές συνομιλίες ξεκίνησαν το Σεπτέμβριο του 1959 και οι επίσημες διαπραγματεύσεις στις 21 Μαρτίου του 1961. Η υπογραφή της σύνδεσης πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουλίου του 1961. Στην ομιλία του ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, που εκπροσωπούσε την ελληνική πλευρά, ως αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, τόνισε μεταξύ άλλων: «Η σύνδεση της Ελλάδας με τη Μεγάλη Ευρωπαϊκή Κοινότητα είναι, πρώτιστα, μια πολιτική πράξη… Η συμφωνία που υπογράφουμε αποτελεί τη βάση για την οικονομική ένωση της Ελλάδας με τις έξι χώρες σας, που συμβαίνει να βρίσκονται επικεφαλής της προόδου της ανθρωπότητας και στον οικονομικό και στον κοινωνικό και στον επιστημονικό τομέα• ο ελληνικός λαός αντιλαμβάνεται πλήρως τη σημασία που έχει γι’ αυτόν η συμφωνία… Η επιτυχής περάτωση των διαπραγματεύσεων δεν είναι παρά μια μεγάλη και δύσκολη αρχή. Η Ελλάδα δεν θα υπολογίσει κόπους και θυσίες προκειμένου να φανεί αντάξια της εμπιστοσύνης που της δείχνετε με την Πράξη που υπογράφουμε σήμερα• από την πλευρά της, είναι σίγουρη πως οι χώρες σας θα φανούν αντάξιες της μεγάλης αποστολής που τους έχει ανατεθεί από τη συνθήκη της Ρώμης».

Στη δική του ομιλία ο Ludwig Erhart, πρόεδρος του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αντικαγκελάριος και υπουργός Οικονομικών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, υπογράμμισε: «Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών, υπογράφοντας τη συμφωνία σύνδεσης με την Ελλάδα, έχουν συνείδηση ότι προβαίνουν σε μια πράξη πολύ μεγάλης σημασίας για την Ελλάδα, για την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα και, γενικότερα, για την αλληλεγγύη της Δύσης».

Η συμφωνία ετέθη σε ισχύ από την 1η Νοεμβρίου του 1962, αφού το Φεβρουάριο του 1962 εγκρίθηκε από την ελληνική βουλή. Στη σχετική του ομιλία ο υπουργός Συντονισμού Π. Παπαληγούρας είχε δηλώσει: «Η σύνδεσις καθιστά δυνατήν την δημιουργίαν μεγάλων και εκσυγχρονισμένων παραγωγικών μονάδων, διανοίγει εξαγωγικάς ευκαιρίας υπέρ των κλασικών εξαγωγικών προϊόντων μας, αλλά και υπέρ αγροτικών προϊόντων τα οποία μέχρι τούδε δεν εξήγοντο… Θα παράσχη, εφαρμοζόμενη, ευκαιρίας απασχολήσεως του εργατικού μας δυναμικού και θα στερεώση την βάσιμον ελπίδα ότι, σιγά σιγά, αναπροσαρμοζόμενης της όλης μας οικονομίας και αναπτυσσόμενης συμφώνως προς τα ευρωπαϊκά μέτρα, οι Έλληνες εργαζόμενοι θα απολαύσουν εκείνων των αγαθών που απολαμβάνουν οι Ευρωπαίοι συνάδελφοί των… Ο εκσυγχρονισμός της οικονομίας μας … είναι απλούστατα, εντός της στενής περιοχής της ελληνικής αγοράς, ανέφικτος. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο επεδιώξαμεν την ταχυτέραν δυνατήν σύνδεσιν της χώρας με την Κοινότητα».

Το μόνο κόμμα που τάχθηκε ενάντια στη συμφωνία σύνδεσης ήταν η ΕΔΑ, ενώ επικρίσεις διατυπώθηκαν και από ορισμένους παράγοντες του πνευματικού κόσμου, καθώς και από σημαντικό αριθμό εκπροσώπων βιοτεχνικών και εμποροβιομηχανικών ενώσεων, αλλά και από το Κέντρο Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ). Χαρακτηριστικά, ο καθηγητής του Πολυτεχνείου Ν. Κιτσίκης ανέφερε: «Από άποψιν οικονομικήν η σύνδεσις θα έχη μέγιστον ανασταλτικόν αντίκτυπον στην εξέλιξιν της ελληνικής βιομηχανίας, θα δυσχεράνη σε μέγιστον βαθμόν κάθε προσπάθειαν, όχι μόνον της βαρείας εκβιομηχανίσεως, την οποία οριστικά θα ματαιώση, αλλά και της ελαφράς των μέσων κατανάλωσης, την οποία σοβαρότατα θα περιορίσει». Παράλληλα, σε μελέτη του ΚΕΠΕ, το οποίο αποτελούσε συμβουλευτικό όργανο της κυβέρνησης, σημειωνόταν: «Η παρούσα σύνδεση και η προσδοκώμενη πλήρης προσχώρηση της Ελλάδας στην ΕΟΚ δεν θα βοηθούσε στην προαγωγή της οικονομικής ανάπτυξης – αντιθέτως, είναι πιθανόν να προκαλέσει σημαντικές ταλαιπωρίες, να βλάψει ζωτικά ελληνικά συμφέροντα και, εν συντομία, να θέσει σε κίνδυνο τη χώρα όσον αφορά το ισοζύγιο πληρωμών και την οικονομική πρόοδο».

(Βασική πηγή: Εγκυκλοπαίδεια «ΔΟΜΗ»)