Η απάντηση της Ελλάδας!.. (4)

Κωδικός Πόρου: 00285-113969-2425
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 11/04/12 17:08
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Νεώτερη Ελλάδα, 00285-113969-2425




Περιγραφή:

Η απάντηση της Ελλάδας!.. (4)

Η άδικη γερμανική επίθεση εναντίον της Ελλάδος!.. Συγκλονιστικά στοιχεία μέσα από το έργο του αείμνηστου ακαδημαϊκού Διονυσίου Α. Κόκκινου: «Η Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος»!.. Σήμερα διαβάζουμε το κεφάλαιο: «Οι Δραματικοί Αγώνες στα Οχυρά»!..

«Αέρα τσολιά!». Πίναξ του ζωγάφου Γ. Ροϊλού, εμπνευσμένος από την δράσιν των Ευζωνικών μας σωμάτων κατά την Μικρασιατικήν εκστρατείαν. Η πολεμική κραυγή «Αέρα!», που ηκούσθη εις τα βουνά της Ελλάδος κατά τον πόλεμον1940-1941 ηκούσθη το πρώτον τον Δεκέμβριον του 1912 εις το μέτωπον της Ηπείρου από τους άνδρας του ανεξαρτήτου συντάγματος Κρητών, κυριολεκτικώς δε εθαυματούργησε το 1940 η λέξις αύτη, διότι κατέστη συνώνυμος του θριάμβου. (Πινακοθήκη Σχολής Ευελπίδων).

Συνέχεια από το προηγούμενο…

Οι δραματικοί αγώνες στα οχυρά

Κατά την δευτέραν ημέραν του πολέμου η γερμανική επίθεσις κατά των οχυρών της γραμμής Μπέλες - Νέστου επανελήφθη με αποφασιστικόν χαρακτήρα και με δραστικώτερα μέσα δια το ταχύτερον αποτέλεσμα.
Ο βομβαρδισμός κατά του οχυρού Νυμφαίας επανήρχισε σφοδρός από βαθείας νυκτός, την 1.30’ π. μ. της 7ης Απριλίου, και διήρκεσεν ημίσειαν ώραν, μετά την οποίαν ενηργήθη επίθεσις υπό γερμανικού πεζικού. Οι Γερμανοί υπέστησαν μεγάλας απωλείας και δεν κατώρθωσαν να προχωρήσουν. Δύο ακόμη διαδοχικαί επιθέσεις εχθρικού πεζικού ενηργήθησαν μέχρι της 8 π. μ., αλλ’ απέτυχαν, όπως και η πρώτη, προ του δραστικού πυρός των αμυνομένων. Εσυνεχίσθη μετά τούτο ο βομβαρδισμός καθ’ όλην την ήμέραν και κατά την 6 μ. μ. οι Γερμανοί επεχείρησαν νέαν επίθεσιν δια του πεζικού. Απέτυχαν και αυτήν την φοράν. Κατά την 7 μ. μ. επανελήφθη καταιγιστικός ο βομβαρδισμός, και όχι μόνον δια βαρέος πυροβολικού αλλά και δια σμηνών αεροπλάνων καθέτου εφορμήσεως, και διήρκεσεν εν όλω περί την ώραν. Σοβαραί φθοραί των έργων οχυρώσεως επροξενήθησαν εκ τούτου. Αμέσως έπειτα εκινήθη το γερμανικόν πεζικόν και κατώρθωσε να πλησιάση προς τας εξωτερικάς οχυρώσεις, προς καταστροφήν των οποίων εχρησιμοποίησε δυναμίτιδα και φλογοβόλα. Οι Γερμανοί ηδυνήθησαν να καταλάβουν σημεία των οχυρών, από των οποίων έρριπταν εις το εσωτερικόν καπνογόνους χειροβομβίδας και μεταχειριζόμενοι φλογοβόλα ήρχισαν να εισδύουν εις τούτο βαθύτερον. Εντός της δημιουργηθείσης εκ του καπνού και των αερίων των εκρήξεων αποπνικτικής ατμοσφαίρας ο αγών παρέλυε πλέον και ο διοικητής τού οχυρού, αφού κάθε αντίστασις είχε καταστή αδύνατος, το παρέδωσε κατά την 11.30’ μ. μ.
Αι εκτός του οχυρού δυνάμεις της ταξιαρχίας Έβρου, ευρεθείσαι προ εχθρού πολύ ισχυροτέρου και πιεζόμεναι παρά τούτου, συνεπτύχθησαν προς τον ποταμόν και εισήλθαν εις το τουρκικόν έδαφος, οπού αφωπλίσθησαν. Ένα μόνον μέρος τάγματος, που είχεν υποχωρήσει προς την Αλεξανδρούπολιν, κατόρθωσε να επιβιβασθή πλοίων εις την Μάκρην και να μεταφερθή εις ασφαλή νοτιώτερον λιμένα.
Τα εις την περιοχήν Ξάνθης προωθημένα τμήματα της ταξιαρχίας Νέστου συνεπτύχθησαν κατά την 7ην Απριλίου, συμφώνως προς τας διαταγάς, επί της κυρίας τοποθεσίας αντιστάσεως εις την δυτικήν όχθην του ποταμού. Κατά την μεσημβρίαν εχθρικόν ιππικόν εφάνη εις το ανατολικώς της Ξάνθης χωρίον Κιμέρια, το οποίον προήλασε μέχρι του Ιάσμου, άλλαι δε δυνάμεις έφθασαν μέχρι της Σταυρουπόλεως.

Ο διάδοχος Παύλος εις το μέτωπον εν μέσω αξιωματικών του Β' Σώματος Στρατού. (Ελήφθη από την συλλογην φωτογραφιών του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου). Όπως εσημειώθη και αλλού ο κατόπιν βασιλεύς τών Ελλήνων ευρίσκετο εν στενή συνεργασία μετά του αρχιστρατήγου και μετά των σωματαρχών καθ’ όλην την διάρκειαν των επιχειρήσεων. Κατά την διάρκειαν της κατοχής έλαβε μέρος εις τον κατά θάλασσαν αγώνα επιβαίνων του πολεμικού πλοίου «Μιαούλης».

Ήδη ηπειλείτο το οχυρόν Εχίνος. Από της 7ης π. μ. εκ των παρατηρητηρίων του οχυρού έγιναν αντιληπτοί επί εκτάσεως 2 χιλιομέτρων επί της οδού Μελσιβίας - Ξάνθης σειραί αυτοκινήτων. Ταυτοχρόνως εσημειώθησαν εχθρικαί φάλαγγες αυτοκινήτων, αι οποίαι κατήρχοντο από την Γλαύκην. Κατά την αυτήν ώραν ήρχισε να βομβαρδίζεται σφοδρότατα εκ μέρους 12 γερμανικών πυροβολαρχιών το οχυρόν και κατά την 8ην π. μ. εξαπελύθη εναντίον του επίθεσις πεζικού εξ ακαλύπτου χώρου. Το πυροβολικόν τού οχυρού αντέδρασε ζωηρώς και οι Γερμανοί απεσύρθησαν, αφήσαντες επί τού πεδίου 200 νεκρούς. Επηκολούθησε βομβαρδισμός σφοδρότερος του προηγηθέντος, αλλά μικράς διαρκείας, και κατά την νύκτα μικρά τμήματα γερμανικού μηχανικού, εφωδιασμένα με μηχανήματα καταστροφών και με δυναμίτιδα και φλογοβόλα, προσεπάθησαν να πλησιάσουν το οχυρόν, αλλά γενόμενα αντιληπτά εβλήθησαν εγκαίρως και δραστικως και απεσύρθησαν.
Το οχυρόν Λίσσε επί τού μετώπου της VII μεραρχίας εβομβαρδίζετο σφοδρώς από της χαραυγής. Η γερμανική δύναμις που είχε καταλάβει το ομώνυμον χωρίον είχεν εγκαταστήσει εις τα σπίτια πλήθος πολυβόλων και έβαλλε κατά των φατνωμάτων τού οχυρού. Εναντίον τούτων συνεκεντρώθησαν τα πυρά των όλμων του οχυρού και του εκτός τούτου πυροβολικού και τα εξουδετέρωσαν, μία δε εκτός οχυρών ελληνική πυροβολαρχία ηνάγκασε τέσσαρας εχθρικάς ευρισκομένας νοτίως του Δασωτού να αποσυρθούν. Κατά την 10 π. μ. οι Γερμανοί ενήργησαν δια πεζικού και αρμάτων επίθεσιν κατά του οχυρού Ντάσαβλι και μικρά δύναμις εκ τούτων κατώρθωσε να φθάση μέχρι των έργων οχυρώσεως, αλλ’ απωθήθη εκείθεν δια πυρών όλμων εκ τού οχυρού Λίσσε και του εκτός οχυρού πυροβολικού τού Ντάσαβλι, καθώς και δι’ αντεπιθέσεως δυνάμεως εξελθούσης εκ του οχυρού τούτου. Επανήρχισε τότε βομβαρδισμός εναντίον και των δύο οχυρών, ο οποίος κατέπαυσε κατόπιν της δράσεως του εκτός οχυρών ελληνικού πυροβολικού, και μετά τούτο τα εις το χωρίον Λίσσε ευρισκόμενα εχθρικά τμήματα επεχείρησαν να καταλάβουν τα νώτα του οχυρού Λίσσε, αλλ’ απεκρούσθησαν. Μερικά άρματα ήχρηστεύθησαν.

Αναχώρησις αεροπλάνων του τύπου «Μπρεγκέ» δια τας επιχειρήσεις. (Από την συλλογήν φωτογραφιών του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου). Τα αεροπλάνα «Μπρεγκέ» οφείλουν το όνομά των εις τον Γάλλον Λουδοβίκον Κάρολον Μπρεγκέ, ο οποίος το 1909 εσχεδίασε και κατεσκεύασε το πρώτον ελικόπτερον, δυνάμενον ν’ ανυψωθεί κατακορύφως εις τον αέρα με επιβάτην. Εις αυτόν οφείλεται επίσης η κατασκευή αεροπλάνων εκ χαλυβδίνου σκελετού με επένδυσιν εξ αλουμινίου.

Εις το μέτωπον της XIV μεραρχίας αιφνιδιαστική ενέργεια τού εχθρού προεκάλεσεν ανωμαλίας. Ισχυρά γερμανική δύναμις επετέθη κατά την χαραυγήν αιφνιδιαστικώς εναντίον του σημείου στηρίγματος του υψ. 742, ανέτρεψε τον εκεί λόχον και έπειτα άλλο τμήμα εις το δεξιόν τού στηρίγματος και εισέδυσε προς το ρεύμα Μπουτούνι, με κατεύθυνσιν προς τα νώτα της τοποθεσίας του κέντρου αντιστάσεως Σταυρός. Εκ του αιφνιδιασθέντος λόχου, υποχωρήσαντος ατάκτως, είχαν απομείνει επί του τομέως δύο μόνον διμοιρίαι, αι οποίαι κυκλωθείσαι διεσκορπίσθησαν, πλην ολίγων ανδρών που παρέμειναν εις τας θέσεις των βάλλοντες μέχρι της στιγμής κατά την οποίαν όσοι δεν εφονεύθησαν ηχμαλωτίσθησαν.
Επί της τοποθεσίας Σταυρός εκινούντο εχθρικά τμήματα προς όλας τας κατευθύνσεις και ελληνικαί μικραί ομάδες κατελαμβάνοντο εξ απροόπτου. Η σύγχυσις ήτο πλήρης. Ο εχθρός κατέκλυζε την περιοχήν. Πολλοί Γερμανοί επερνούσαν εις μικράν απόστασιν από του παρατηρητηρίου της μοίρας και των άλλων θέσεών της, χωρίς να το αντιλαμβάνονται, χάρις εις το πυκνόν δάσος τού Καραντάγ που εκάλυπτε την μοίραν. Ελληνικά τμήματα κυκλούμενα ηναγκάζοντο να παραδοθούν, ενώ άλλα υποχωρούσαν προς όλας τας κατευθύνσεις, αλλά κατά το μεγαλύτερον μέρος προς τον Άγιον Μάρκον, ενώ αρκετοί εκ των φευγόντων εισήρχοντο εις την περιοχήν της μοίρας και μετέδιδαν τερατώδεις φήμας. Η μοίρα εξ άλλου και αι πυροβολαρχίαι της δεν ημπορούσαν να ενεργήσουν, διότι επί της τοποθεσίας Σταυρός ευρίσκοντο αναμίξ γερμανικά και ελληνικά τμήματα. Το διασκορπισθέν τάγμα, παρά τας προσπαθείας των στελεχών του, ήτο αδύνατον ν’ ανασυνταχθή αμέσως και να ενεργήση αντεπίθεσιν δια ν’ ανακοπή η προέλασις τού εχθρού, ενώ εξ άλλου εχθρικά τμήματα είχαν υπερβή το παρατηρητήριον της μοίρας και έβαλλαν δια πολυβόλων τας θέσεις της.
Προ της τοιαύτης καταστάσεως ο διοικητής της μοίρας ηθέλησε να ηγηθή δυνάμεως, εις την οποίαν θα συμμετείχον πυροβοληταί της μοίρας του και ενίσχυσις μιας περίπου διμοιρίας, δια να ένεργήση επίθεσιν εκ τού πλευρού των Γερμανών, υποστηριζομένην υπό της μοίρας. Αλλ’ ο διοικητής τού συγκροτήματος δεν ενέκρινε την επίθεσιν αυτήν, την οποίαν έθεώρησε παρακινδυνευμένην.
Ήδη ο εχθρός εχρησιμοποίει τας βαθείας γραμμάς, δια των οποίων απέστελλε τμήματά του προς τας υπωρείας τού Καραντάγ, εντελώς δε κύριος της τοποθεσίας Σταυρός έπαυσε να λαμβάνη και στοιχειώδεις ακόμη προφυλάξεις, δεν εχρησιμοποίει καταλλήλως το έδαφος και έβαινε κατά μάζας. Τότε η μοίρα εξαπέλυσε σφοδρότατον βομβαρδισμόν κατά των ακαλύπτων Γερμανών, οι οποίοι καταληφθέντες εξ απρόοπτου έσπευδαν να κρυβούν εις τας χαράδρας του Μπουτούνι, προς τας οποίας εξηκολούθησαν αι βολαί τού πυροβολικού. Δια συντόνων ενεργειών εν τω μεταξύ τού διοικητού του συγκροτήματος Καραντάγ εσχηματίσθη απόσπασμα, το οποίον μόλις ενύκτωσεν ενήργησεν επίθεσιν και κατώρθωσε κατά την 9 μ. μ. να εκτοπίση εντελώς δια της λόγχης τους Γερμανούς εκ τού Σταυρού.
Εις το οχυρόν Περιθώρι διεξήχθη κατά την ημέραν αυτήν επικός αγών. Εχθρικά τμήματα κατά την από της 6ης προς την 7ην Απριλίου νύκτα, επωφελούμενα του σκότους, της μεγάλης αποστάσεως μεταξύ του οχυρού Περιθώρι και του Λίσσε και Παρταλούσκα, καθώς και της ελλείψεως επιφανειακών τμημάτων, κατώρθωσαν να εισδύσουν εκ της κατευθύνσεως Λίσσε εις το χωρίον Περιθώρι, ευρισκόμενον εις τα νώτα του οχυρού, και να καλυφθούν εις τον περί το νεκροταφείον χώρον. Εκείθεν εξεδηλώθη επίθεσις κατά τού οχυρού την 5.30’ π. μ. δια πυρών αυτομάτων όπλων, η οποία ανεχαιτίσθη δια πυρών αυτομάτων όπλων του οχυρού, καθώς και δια της εγκαίρως εκτοξευθείσης ανασχετικής βολής του ελληνικού πυροβολικού. Μετά δύο ώρας το πυροβολικόν του εχθρού ήρχισε να βάλλη εξ αποστάσεως 1500-2000 μέτρων κατά των θυρίδων των έργων του οχυρού και του αντιαρματικού πυροβόλου των 37 χιλ. και κατώρθωσε να καταστρέψη το αντιαρματικόν και το πλείστον μέρος των έργων της προωθημένης 4ης διμοιρίας του οχυρού, καθώς και να εξουδετερώση δύο πολυβολεία πλαγιοφυλάξεως επί του υψώματος Σύλλα υπεράνω του οχυρού. Συγχρόνως γερμανικά τμήματα βαλλόμενα κατά διαστήματα υπό του ελληνικού πυροβολικού εκινούντο δια της κοιλάδος του Νευροκοπίου προς την κατεύθυνσιν τού Περιθωρίου, ενώ τα άλλα, περί των οποίων ωμιλήσαμεν, εκινούντο εις το μεταξύ των οχυρών Παρταλούσκα και Ντασβάλι διάστημα προς την κατεύθυνσιν του υψώματος Κρέστη.
Κατά την 9 π. μ. τμήματα του εχθρού κατώρθωσαν να πλησιάσουν εις το οχυρόν τούτο και αφού έρριψαν εκ των φατνωμάτων των καταστραφέντων έργων χειροβομβίδας επεχείρησαν να εισδύσουν εις το εσωτερικόν. Την επίθεσιν κατά του οχυρού της 4ης διμοιρίας αντελήφθη ο διοικητής της φρουράς του οχυρού Περιθωρίου, ο οποίος διέταξε τον διοικητήν της υφισταμένης την επίθεσιν 4ης διμοιρίας να σβησθούν τα εντός των στοών φώτα, να καταληφθούν θέσεις παρά τας καθόδους των κλιμάκων, τα οπλοπολυβόλα των υπογείων κλωβών να είναι έτοιμα, να εφοδιασθούν οι άνδρες με χειροβομβίδας και να γίνη εις την ανάγκην χρήσις τής ξιφολόγχης, να λειτουργήσουν οι εξαεριστήρες δια ν’ απαλλάξουν το εσωτερικόν από τα αέρια τα οποία πιθανόν θα επροκαλούντο και να τηρή ετοίμην την ομάδα αντεπιθέσεως. Οι επικαθήσαντες των οχυρωμάτων της 4ης διμοιρίας ήρχισαν να εισδύουν εις το εσωτερικόν και διετάχθη η αντεπίθεσις, η οποία έπρεπε να ενεργηθή αφ’ενός μεν κατά των εισελθόντων εις το οχυρόν, αφ’ ετέρου δε εναντίον εκείνων που ευρίσκοντο εκτός τούτου επί της επιφανείας του. Δια τούτο η ομάς αντεπιθέσεως είχε διαμοιρασθή εις δύο τμήματα: το πρώτον δια να εκκαθαρίση το εσωτερικόν, και το δεύτερον δια τον εξωτερικόν εχθρόν. Και τα δύο ενήργησαν κεραυνοβόλως. Το πρώτον κατώρθωσε δι’ αγώνος σκληρού εις το σκότος και παλαίον εναντίον εχθρού πολυαριθμοτέρου, μαινομένου και αποφασιστικού να εξοντώση εντός δύο ωρών όλην την εισελθούσαν εις το οχυρόν δύναμιν, το δε δεύτερον ενήργησε θυελλώδη εξόρμησιν. Οι άνδρες εφωδιασμένοι με χειροβομβίδας τας έρριπτον κατά των Γερμανών αφήνοντες την γνώριμον πολεμικήν των κραυγήν «Αέρα», τρέχοντες άτρομοι προς όλα τα σημεία του οχυρού και δημιουργούντες την εντύπωσιν ότι ήσαν πολλοί. Οι Γερμανοί όχι μόνον ανεχαιτίσθησαν και δεν κατώρθωσαν να ενισχύσουν τους ευρισκομένους εντός του οχυρού, αλλ’ ανετράπησαν και έφυγαν ευρεθέντες μετ’ ολίγον υπό τα σφοδρά πυρά του πυροβολικού του τομέως και του συγκροτήματος. Πολλοί νεκροί Γερμανοί ανεσύρθήσαν εκ του εσωτερικού του οχυρού και πολύ περισσότεροι απέμειναν εις την από του οχυρού προς τον χώρον της φυγής έκτασιν. Οι Γερμανοί άφησαν επί του πεδίου της μάχης 6 πολυβόλα, 3 οπλοπολυβόλα, 43 τυφέκια, άφθονα πυρομαχικά και μίαν καπνογόνον συσκευήν. Οι εναντίον του οχυρού επιτεθέντες υπελογίσθησαν εις δύναμιν συντάγματος περίπου.
Κατά την 2 μ. μ. γερμανικά πυροβόλα ευθυτενούς τροχιάς έβαλλαν κατά των θυρίδων των έργων του οχυρού Μαλιάγκα άνευ αποτελέσματος και την 3 μ. μ. συγκέντρωσις εχθρικού τμήματος προ του ιδίου οχυρού απεδεκατίσθή δια της επιτυχούς βολής του ελληνικού πυροβολικού.

Μία από τας παραστάσεις που εξετυπώθησαν εις επιστολικά δελτάρια υπό της Ταχυδρομικής Υπηρεσίας το 1941 και εκυκλοφόρησαν εις πολλάς χιλιάδας είναι και η εμπνευσμένη από την δράσιν των Ελλήνων αεροπόρων. (Συλλογή Μ. Κωνσταντίνη).

Κατά την 4 μ. μ. εχθρική δύναμις τάγματος επετέθη κατά του εις τον Άγιον Γεώργιον πυροβολείου, αλλά καθηλώθη υπό των πυρών τούτου και της Μαλιάγκας.
Πριν ακόμη εξημερώση παρετηρήθησαν ύποπτοι κινήσεις γύρω από το οχυρόν Ρούπελ - Ουσίτα και κατά την αυγήν εστάλησαν εκ τούτου ισχυραί περίπολοι προς εκκαθάρισιν του εχθρού αν είχεν αποπειραθή να εισδύση αφανής από τα πλευρά και τα νώτα του. Και πράγματι ενηργήθη υπό τούτων επίθεσις εναντίον εχθρικού τμήματος που είχε φθάσει έως εκεί, το οποίον ανετράπη συλληφθέντων 14 Γερμανών αιχμαλώτων με 3 ασυρμάτους και δύο όλμους.
Σφοδρός βομβαρδισμός κατά του οχυρού επηκολούθησε κατά την 5.45’ δια πυροβολικού αεροπορίας και επεχειρήθησαν και άλλαι γερμανικαι επιθέσεις δια μηχανοκινήτων και πεζικού, αλλ’ απεκρούσθησαν. Εσυνεχίσθη όμως ο βομβαρδισμός, ο οποίος από της 2 μ. μ. μέχρι της 4 μ. μ. εξετελέσθη από 40 - 50 αεροπλάνα καθέτου εφορμήσεως και κατεστράφη εκ τούτου μία πυροβολαρχία.
Εις τα άλλα οχυρά οι Γερμανοί εχρησιμοποίησαν δραστικώτερα μέσα. Το οχυρόν Κελκαγιά υπέστη μετά τον βομβαρδισμόν ραγδαίαν επίθεσιν πεζικού. Οι Γερμανοί επικαθήσαντες επί του οχυρού εξετόξευσαν εις το εσωτερικόν του δι’ ειδικών συσκευών καπνόν και ασφυξιογόνα. Οι άνδρες εχρησιμοποίησαν προσωπίδας, αλλά τούτο δεν μετέβαλε την κατάστασιν. Πάσα δύναμις προς αντίστασιν παρέλυσε και ο διοικητής της φρουράς ηναγκάσθη να παραδώση το οχυρόν.
Διακεκομμένος βομβαρδισμός ενηργήθη κατά του οχυρού Αρπαλούκι μέχρι της μεσημβρίας, οπότε ο εχθρός, αφού κατέλαβε το οχυρόν Κελκαγιά, επετέθη δια πεζικού κατά του οχυρού Διδύμων, αποτελούντος προχωρημένον έργον του οχυρού Αρπαλούκι, και κατώρθωσε να το καταλάβη. Κατόπιν τούτου η φρουρά του οχυρού Αρπαλούκι, κριθείσης υπό του διοικητού ασκόπου της περαιτέρω αντιστάσεως, εξήλθε τούτου δια να συνενωθή με τας άλλας δυνάμεις της XVIII μεραρχίας, αλλά προσβληθείσα από μεγαλυτέρας γερμανικάς δυνάμεις κατά την γέφυραν του Σιδηροκάστρου διεσκορπίσθη.
Εις το οχυρόν Ιστίμπεη oi Γερμανοί, αφού επανειλημμένως επεχείρησαν να παραβιάσουν τας εισόδους του και κατέστρεψαν όλα τα επιφανειακά του έργα, έρριψαν εις το εσωτερικόν βενζίνην, την οποίαν ανέφλεξαν δια να προκαλέσουν αποπνικτικήν ατμόσφαιραν, και επειδή ούτε με τούτο έφθασαν εις το επιδιωκόμενον αποτέλεσμα ήρχισαν να φράσσουν τα ανοίγματά του. Η αναπνοή εντός του οχυρού κατέστη αδύνατος και η φρουρά, της οποίας το ένα τρίτον ευρίσκετο εκτός μάχης, αφού περιέπεσεν εις κατάστασιν πραγματικής αγωνίας ηναγκάσθη κατά την 4ην μ. μ. να παραδοθή.
Ο αγών των αμυνομένων ακόμη οχυρών εσυνεχίσθη.
Κατά την 8ην ‘Απριλίου αι κύριαι δυνάμεις της ταξιαρχίας Νέστου ευρεθείσαι πλησίον των Τοξοτών και της Σταυρουπόλεως προ ισχυρότερων εχθρικών δυνάμεων συνεπτύχθησαν παρά τας όχθας του ποταμού. Το οχυρόν Εχίνος εβάλλετο από της πρωίας, υπέστη δε φθοράς κυρίως προχωρημένον έργον του οχυρού εις τας θυρίδας βολής. Επηκολούθησεν επίθεσις πεζικού κατά του σημείου τούτου, η οποία κατ’ αρχάς απεκρούσθη, αλλ’ έπειτα επανελήφθη σφοδρότερα. Δύο γερμανικοί λόχοι κατέλαβαν το προχωρημένον αυτό έργον και η επίθεσις εγενικεύθη εναντίον ολοκλήρου του οχυρού, προς το οποίον οι Γερμανοί επλησίασαν κατορθώσαντες να εξαπολύσουν εις το εσωτερικόν από τα ανοίγματά του καπνόν και αέρια. Οι ανεμιστήρες δεν ελειτουργούσαν δια ν’ απαλλάξουν το εσωτερικόν από τον πνιγηρόν καπνόν και ο διοικητής της φρουράς του Εχίνου ηναγκάσθη να εγκαταλείψη το οχυρόν και να τραπή προς τον Νέστον, χωρίς να παρεμποδισθή. Αλλ’ όταν η δύναμις εκείνη έφθασεν εις Κένταυρον, βορειοδυτικώς της Ξάνθης, και επληροφορήθη ότι οι Γερμανοί είχαν ήδη καταλάβει την πόλιν αυτήν, στερουμένη οδού διαφυγής ηναγκάσθη να παραδοθή.
Επί του τομέως της VII μεραρχίας ο εχθρός επεχείρησε νέαν επίθεσιν κατά του οχυρού Ντάσαβλι, κατά την 10.30’ π. μ., και κατώρθωσε να φθάση επί προχωρημένων έργων του, αλλά τμήμα ελληνικού πεζικού ενήργησεν αντεπίθεσιν και τον ανέτρεψε. Απέτυχαν επίσης αι γερμανικαί προσπάθειαι προς το οχυρόν Πυραμιδοειδές.
Εις το μέτωπον της XIV μεραρχίας αι ενέργειαι εσυνεχίσθησαν αδιαπτώτως. Το οχυρόν Περιθώρι υπήρξε κατά πρώτον αντικείμενον των προσπαθειών του εχθρού. Από του μεσονυκτίου της 7ης προς την 8ην Απριλίου το οχυρόν ήτο κυκλωμένον από όλων των πλευρών, πλην της νοτιοδυτικής.
Κατά την 6ην π. μ. ο εχθρός ενήργησεν επίθεσιν κατά του οχυρού. Αγών σκληρός και δια τους επιτιθεμένους και δια τους αμυνομένους δι’ αυτομάτων όπλων διεξήχθη μέχρι της 8 π. μ. Και προς το μέτωπον μεν οι Γερμανοί καθηλώθησαν προ των αντερεισμάτων και εις απόστασιν 80-100 μέτρων από των συρματοπλεγμάτων, οι δε προς τα νότια τούτων ηναγκάσθησαν να υποχωρήσουν προ των ραγδαίων εκ των έργων τού υψώματος Σύλλα πυρών. Νέαι επιθέσεις εκ των ιδίων κατευθύνσεων ενηργήθησαν μετ’ ολίγον. Μικραί ομάδες κατώρθωσαν, επωφελούμενοι των εκ των καταστροφών νεκρών γωνιών, να εισδύσουν μέχρι της επιφανείας του οχυρού και να θέσουν τούτο, κυρίως δε την 2αν διμοιρίαν του οχυρού, εις κίνδυνον.

Η πρώτη σελίς της «Καθημερινής» τής 8ης Μαρ¬τίου 1941, με το περίφημον άρθρον του διευθυντού της Γ.Α. Βλάχου, το οποίον ως ανοικτή επιστολή απηυθύνετο προς τον Χίτλερ και κατέληγεν ως εξής: «Ο ολίγος ή ο πολύς στρατός των Ελλήνων που είναι ελεύθερος, όπως εστάθη εις την Ήπειρον, θα σταθή, αν κληθή, εις την Θράκην. Και τι να κάμη; Θα πολεμήση. Και εκεί. Και θα αγωνισθή. Και εκεί. Και θ’ αποθάνη. Και εκεί. Και θ’ αναμείνη την εκ Βερολίνου επιδρομήν τού δρομέως ο οποίος ήλθε προ πέντε ετών και έλαβεν από την Ολυμπίαν το φως δια να μεταβάλη εις δαυλόν την λαμπάδα...».

Τότε ο διοικητής της φρουράς του οχυρού διέταξε την έξοδον της ομάδος αντεπιθέσεως προς αντιμετώπισιν των εισδυσάντων τμημάτων, χρησιμοποιηθέντων δια την δύναμιν της ομάδος ακόμη και των τραυματιοφορέων και των νοσοκόμων και των οπλιτών των όλμων. Αγρία μάχη προσλαβούσα την μορφήν πάλης συμπλεκομένων ενόπλων ατόμων διεξήχθη τότε, κατά την οποίαν οι Γερμανοί προ της ορμής των Ελλήνων οπλιτών ηναγκάσθησαν να στραφούν προς τα οπίσω βαλλόμενοι από τα αυτόματα του οχυρού. Το πεδίον της μάχης είχε σπαρή από νεκρούς Γερμανούς και πολεμικόν υλικόν. Από της 10ης π. μ. μέχρι της 12ης αντηλλάσσοντο πυροβολισμοί. Το οχυρόν εβάλλετο πυκνότερον από τα πυρά των αυτομάτων όπλων των ευρισκομένων εις το χωρίον Περιθώρι, κατά των οποίων ενηργείτο συνεχής βολή από τας πυροβολαρχίας του οχυρού Λίσσε και την πυροβολαρχίαν Τυράκη. Νέαι προσπάθειαι επιθέσεως κατεβλήθησαν έπειτα υπό του έχθρού, αι οποίαι όμως εματαιώθησαν.
Το οχυρόν Μαλιάγκα υπέστη βομβαρδισμόν καθ’ ολόκληρον την ημέραν της 8ης Απριλίου, κατά την επελθούσαν δε νύκτα εχθρικά τμήματα επροχώρησαν προς το οχυρόν από βορρά και βορειοδυτικώς, μερικά εκ των οποίων, επωφελούμενα της επικρατούσης πυκνής ομίχλης με λεπτήν βροχήν, κατώρθωσαν να φθάσουν κατά το μεσονύκτιον τα συρματοπλέγματα, αλλ’ άπεκρούσθησαν υπό δυνάμεως εξελθούσης εκ του οχυρού.
Ισχυρά επίθεσις γερμανικού πεζικού και αρμάτων εξαπελύθη κατά την αυτήν ημέραν εναντίον του βομβαρδιζομένου οχυρού Ρούπελ, αλλ’ ο εχθρός παρά τας μεγάλας απωλείας του δεν επέτυχε σημαντικά αποτελέσματα. Μικρά μόνον γερμανικά τμήματα κατώρθωσαν να φθάσουν μέχρι των υψωμάτων νοτίως των έργων του οχυρού, συγκρατηθέντα εις μίαν δευτέραν τοποθεσίαν αμύνης από δυνάμεις της XIV μεραρχίας.
Δυνάμεις της XVIII μεραρχίας ήλθαν εις επαφήν με τον εχθρόν πλησίον των γεφυρών Σιδηροκάστρου και Μεγαλοχωρίου, ενώ εσυνεχίζετο από της πρωίας ο βομβαρδισμός κατά του οχυρού Παλιουριώνες και δια πυροβολικού και δι’ αεροπλάνων καθέτου εφορμήσεως. Το εχθρικόν πεζικόν παρά τας προσπαθείας του δεν κατώρθωσε να πατήση επί του οχυρού. Κατά την απόκρουσιν αυτήν απεδείχθη η ανωτέρα ελληνική ψυχικότης. Έλληνες τραυματιοφορείς εξελθόντες του οχυρού περισυνέλεξαν Γερμανούς τραυματίας, εις τους οποίους παρεσχέθη περίθαλψις. Εκ τούτων εγνώσθη ότι η πρώτη επίθεσις εναντίον του οχυρού κατά την 6ην ‘Απριλίου ενηργήθη από 3 γερμανικούς λόχους, εκ των οποίων ο ένας, αποτελούμενος από 120 άνδρας, έχασε κατά την μάχην τους 100. Κατά την νύκτα όμως οι Γερμανοί κατώρθωσαν να περιβάλουν το οχυρόν Παλιουριώνες και από νότου, χωρίς όμως να δυνηθούν να διεισδύσουν εις τούτο.
Κατά την 9ην ‘Απριλίου οι Γερμανοί επεχείρησαν κατά τας πρωινάς ώρας να περάσουν τον Νέστον, αλλά δεν το κατώρθωσαν. Εξετελέσθη κατά την ημέραν αυτήν η δι’ ενεργειών του διοικητού του συγκροτήματος Καραντάγ οργανωθείσα επίθεσις προς κατάληψιν ολοκλήρου του υψώματος Κρέστη, η οποία και επετεύχθη απωθηθέντος του εχθρού.
Επανελήφθησαν όμως επίμονοι με ισχυράς δυνάμεις ενέργειαι του εχθρού προς το Περιθώρι και την Μαλιάγκαν.
Εχθρικά τμήματα επεχείρησαν κατά την 8 π. μ. εκ της δυτικής του Περιθωρίου βαθείας γραμμής να ανέλθουν εις το ύψωμα Σύλλα, το υπερκείμενον του οχυρού Περιθώρι, το οποίον και κατέλαβαν. Εκ τούτου ηπειλούντο τα νώτα του οχυρού. Εναντίον αυτών εκινήθη η υπό τον ταγματάρχην Ζήσην δύναμις ενισχυθείσα και από άνδρας των οχυρών Μαλιάγκα και Περιθώρι, η οποία δια συνδυασμένης ενεργείας και από του πρώτου και από του δευτέρου οχυρού κατώρθωσε ν’ ανατρέψη τους αναρριχηθέντας εις το Σύλλα, υποχωρήσαντας προς τον Άγιον Γεώργιον, όπου τα πυρά της Μαλιάγκας και του Περιθωρίου τους επροξένησαν μεγάλας απωλείας. Εκ των Γερμανών έμειναν νεκροί επί του πεδίου της μάχης του Σύλλα 80 και συνελήφθησαν 15 αιχμάλωτοι, μεταξύ των οποίων και ένας αξιωματικός.
Από της πρωίας ο εχθρός κατηύθυνεν επίσης την προσπάθειάν του δια δυνάμεως τάγματος προς κατάληψιν του αντερείσματος Κούρι. Από του αντερείσματος τούτου, όπου ηδυνήθησαν ν’ ανέλθουν οι Γερμανοί, έβαλλαν δια πυκνών πυρών την μοίραν πυροβολικού, και κυρίως την 2αν πυροβολαρχίαν, επεμβάσαν υπέρ των οχυρών Περιθώρι και Μαλιάγκα. Αλλ’ από της 9ης π. μ. διεκρίνοντο τμήματα γερμανικού πεζικού προς όλας τας κατευθύνσεις. Εγένετο συνδυασμένη ενέργεια κατά των οχυρών, τα οποία είχαν ήδη κλείσει τας θυρίδας των.
Διεμορφώθη τότε κατάστασις κατά την οποίαν το ελληνικόν πυροβολικόν το υπερασπίζον τα οχυρά εκείνα ηναγκάσθη να μεταβληθή εις πεζικόν και να υπερασπίσουν οι πυροβοληταί τα απειλούμενα πυροβόλα των δια των πεπαλαιωμένου τύπου — μάουζερ — ατομικών των όπλων.
Η γερμανική επίθεσις γενομένη δι’ ισχυρών δυνάμεων ηπείλησε τας θέσεις του ελληνικού πυροβολικού, μετά την εκμηδένισιν του οποίου η επίθεσις κατά των οχυρών καθίστατο ευκολωτέρα. Ενηργείτο επίθεσις πεζικού εναντίον πυροβολικού στερουμένου στηρίγματος ιδικού του πεζικού. Ήδη αι ριπαί των εχθρικών πολυβόλων έπιπταν επί των θέσεων των ελληνικών πυροβόλων.
Οι Γερμανοί επλησίασαν κατά πρώτον, κατά την 9 π. μ., προς τον 2ον ουλαμόν και ο διοικητής της μοίρας διέταξε τον επί κεφαλής τούτου να διακόψη το πυρ, να συγκροτήση πεζοπόρον τμήμα και δια της λόγχης να επιτεθή κατά των επερχομένων κατά μέτωπον Γερμανών, χρησιμοποιών και το εις την διάθεσίν του πυροβόλον.
Ο ουλαμός ανέλαβε την επίθεσιν ενισχυθείς και με δύο πολυβόλα. Βάσις εξορμήσεως δια τον ουλαμόν ήτο γραμμή τριακόσια μέτρα βορείως της θέσεώς του, οι δε στρατιώται τού μόνου εναπομείναντος πυροβόλου τού ούλαμού το έσυραν ταχέως εκ του πυροβολείου επί της κορυφογραμμής. Το εχθρικόν πεζικόν ευρίσκετο πλέον εις απόστασιν 900 μέτρων και χαμηλότερα κατά 90 μέτρα. Και ενώ ο εχθρός αντιληφθείς τας κινήσεις του ουλαμού έβαλλεν εναντίον του δι’ αυτομάτων όπλων, το πυροβόλον του ουλαμού ήρχισε να βάλλη με ταχύτατον ρυθμόν. Όλαι αι βολαί του έπιπταν επί του αιφνιδιασθέντος εκ της προσβολής εκείνης εχθρού, μετά 10 δε μόλις λεπτά εξώρμησε και το πεζοπόρον τμήμα. Προ της μη αναμενομένης εφόδου και της ακρατήτου ορμής των επιτιθεμένων οι Γερμανοί έτράπησαν εις φυγήν. Δεν ήτο δυνατόν όμως και να καταδιωχθούν υπό των ολίγων εκείνων ανδρών, δια τους οποίους ήτο εκπληκτικόν ότι ηνάγκασαν μίαν τόσον ισχυράν εχθρικήν δύναμιν να στραφή προς τα οπίσω ατάκτως, όπως προέκυψεν εκ του εγκαταλειφθέντος υπ’ αυτής υλικού, μεταξύ του οποίου ήσαν και τρία πολυβόλα.

Ο αντιπλοίαρχος του Βασιλικού Ναυτικού Γ. Μπλέσσας, ο οποίος εύρεν ηρωικόν θάνατον κατά την βύθισιν του αντιτορπιλλικού «Βασίλισσα Όλγα» την 26 Σεπτεμβρίου 1943. (Προσωπογραφία αποκειμένη εις το Ναυτικόν Μουσείον Ελλάδος).

Το πεζοπόρον εκ των μεταγωγικών της μοίρας τμήμα με την διμοιρίαν την εξελθούσαν εκ του οχυρού Παρταλούσκα επετέθη κατά των εις το Κούρι ευρισκομένων Γερμανών και, μαχόμενον με τα μάουζερ εναντίον ισχυροτέρας δυνάμεως εξωπλισμένης με τελειότατα όπλα, κατώρθωσε να καταλάβη με ζητωκραυγάς την τοποθεσίαν, αποδιώξαν εκείθεν τους Γερμανούς, εγκαταλείψαντας ένα πολυβόλον τύπου 1941, τυφέκια, ζεύγη διόπτρων αξιωματικών, κράνη και αλλά είδη.
Κατά την μεσημβρίαν η κατάστασις ενεφανίζετο εκ νέου κρίσιμος δια την μοίραν. Οι αποδιωχθέντες από το Κούρι Γερμανοί ενισχυθέντες δια πολύ μεγαλυτέρων δυνάμεων επανήρχισαν την επίθεσιν. Το έδαφος ευνοούσε τας κινήσεις των, διότι παρουσίαζε πολλά απυρόβλητα μέρη. Ισχυρά γερμανική φάλαγξ εβάδιζε προς τα πλευρά της 2ας πυροβολαρχίας, δια της οδού Κούρι - Λεύκες, ενώ άλλο τμήμα από Λευκές εβάδιζε κατά μέτωπον κατά της ιδίας ελληνικής πυροβολαρχίας. Εντός ολίγου οι άνδρες της 2ας πυροβολαρχίας, όπως και ολόκληρος η δύναμις της μοίρας, μετεβλήθησαν εις πεζικόν και εμάχοντο με τα μάουζερ με τα οποία ήσαν εφωδιασμένοι οι πυροβοληταί, ενώ τα πολυβόλα δια των ολίγων ανδρών που παρέμειναν προς χρησιμοποίησίν των έβαλλαν με τα τελευταία των βλήματα. Τα πυρομαχικά και του πυροβολικού και του πεζικού ήσαν ολίγα και επλησίαζαν προς την εξάντλησίν των. Η διοίκησις της μοίρας εζήτησεν από την διοίκησιν τής ταξιαρχίας φυσίγγια μάουζερ δια τα ατομικά όπλα των πυροβολητών, αλλά τοιαύτα δεν υπήρχον. Ο διοικητής των οχυρών διέταξε τότε να δοθούν 30 μάνλιχερ από το οχυρόν Μαλιάγκα, αλλά δια την πραγματοποίησιν της τοιαύτης ενισχύσεως δεν άφηνε περιθώριον χρόνου η συνεχιζόμενη γερμανική ενέργεια. Οι Γερμανοί επλησίαζαν εις τας θέσεις των πυροβόλων και οι πυροβοληταί, αφού είχαν εξαντλήσει και το τελευταίον των φυσίγγιον, ηναγκάσθησαν να αποσυρθούν βαλλόμενοι πέραν των πυροβόλων των και χρησιμοποιούντες μόνον πολυβόλα. Τα πυροβόλα κατελήφθησαν και τότε επήλθε γεγονός, το οποίον μόνον η ψυχολογία του Έλληνος ημπορεί να εξηγήση. Οι πυροβοληταί βλέποντες τα πυροβόλα των εις τας χείρας του εχθρού ηρεθίσθησαν και μαινόμενοι ώρμησαν κατά των Γερμανών χρησιμοποιούντες την λόγχην. Επήλθεν αγρία πάλη σώματος προς σώμα, κατά την οποίαν οι Έλληνες πυροβοληταί αν και ολιγώτεροι των Γερμανών κατώρθωσαν να τους απωθήσουν. Οι Γερμανοί έφυγαν προς τας απότομους κλιτύς του Καραντάγ και η μοίρα απέμεινε πάλιν κυρία του υλικού και των θέσεών της, επί των οποίων συνέλαβε και αιχμαλώτους.
Αυτό υπήρξε το τελευταίον πολεμικόν γεγονός εις τα οχυρά της ανατολικής Μακεδονίας, κατά το οποίον ο ελληνικός ηρωισμός εχάραξε ην θαυμαστήν αστραπήν του επί της σελίδος της ιστορίας του υπέρ της ελευθερίας αγώνος του Έθνους τούτου εναντίον έχθρού επιτεθέντος με την καταθλιπτικωτέραν δύναμιν από όσας αντιμετώπισαν ποτέ Έλληνες.
Κατά την 1.30 μ.μ., κατόπιν διαταγής εκ Θεσσαλονίκης κοινοποιηθείσης αμέσως, διετάχθη κατάπαυσις των εχθροπραξιών. Σοβαρώτατα γεγονότα είχαν επέλθει εκ γερμανικής εισβολής επιτευχθείσης εις άλλον τομέα, κατόπιν της οποίας καθίστατο μάταιος ο προς την ανατολικήν Μακεδονίαν αγών. *
Στο επόμενο: Η εκμηδένισις του σερβικού στρατού.

--------------

*ΠΗΓΗ: Διονυσίου Α. Κόκκινου, της Ακαδημίας Αθηνών: "Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, Εκδόσεις Μέλισσα.