Η απάντηση της Ελλάδας!.. (10)

Κωδικός Πόρου: 00285-113963-2483
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 22/04/12 19:59
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Νεώτερη Ελλάδα, 00285-113963-2483




Περιγραφή:

Η απάντηση της Ελλάδας!.. (10)

Συγκλονιστικά στοιχεία μέσα από το έργο του αείμνηστου ακαδημαϊκού Διονυσίου Α. Κόκκινου: «Η Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος»!.. Διαβάστε σήμερα τα κεφάλαια: «Η σύμπτυξις και η εκκένωσις της Αλβανίας» και «Αι τελευταίαι αμυντικαί προσπάθειαι», ένα κεφάλαιο που μιλάει για τις τελευταίες ημέρες πριν την οριστική κατάληψη της Ελλάδος από τους Γερμανούς, οι οποίοι έντρομοι έβλεπαν τον ηρωϊσμό μέχρι θανάτου των Ελλήνων στρατιωτών!..

«Μεταφορά τραυματίου». (Πίναξ τον Ουμβ. Αργυρού, Πινακοθήκη της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων). Από τας επιστολάς στρατιωτών προς τους οικείους των κατά την διάρκειαν του πολέμου, πολλαί των οποίων συνεκεντρώθησαν και έχουν δημοσιευθή, αποκαλύπτεται με πόσην ψυχραιμίαν αντιμετώπισαν οι μαχόμενοι Έλληνες τας περιπετείας των επιχειρήσεων. Οι περισσότεροι εξ αυτών ήσαν ολιγογράμματοι, αλλ’ αι έπιστολαί των με την λιτότητα και τον αυθορμητισμόν των φθάνουν εις ύψος κλασικών κειμένων.

Η σύμπτυξις και η εκκένωσις της Αλβανίας

Από της 9ης Απριλίου η εξέλιξις των γεγονότων έλαβε γοργότερον ρυθμόν. Μηχανοκίνητοι γερμανικοί δυνάμεις επέρασαν τον Αξιόν βορείως της Θεσσαλονίκης παρά την Αξιούπολιν με κατεύθυνσιν προς την Έδεσσαν. Επεσπεύσθησαν εκ τούτου αι ελληνικαί κινήσεις. Η XX μεραρχία διετάχθη να εκτελέση ταχέως τας διαταχθείσας υπό του στρατηγού Ουίλσον μετακινήσεις και μεταβολάς εις την κατάληψιν θέσεων, αι δε περί το Καϊμακτσαλάν εγκαταλειφθείσαι θέσεις κατελήφθησαν από μικράς δυνάμεις προκαλύψεως. Ο σταθμός διοικήσεως του Τμήματος στρατιάς κεντρικής Μακεδονίας μετετοπίσθη εκ της Κοζάνης εις Πέρδικα προς βορειοτέραν κατεύθυνσιν, και η βρεταννική ταξιαρχία αρμάτων ώθησε τας δυνάμεις της προς την περιοχήν Αμύνταιον - Βεύη. Το Τμήμα στρατιάς δυτικής Μακεδονίας εξ άλλου διέταξε την XIII μεραρχίαν να εξασφαλίση το δεξιόν πλευρόν της Στρατιάς καταλαμβάνουσα την ορεινήν περιοχήν μεταξύ της μεγάλης Πρέσπας και της λίμνης Οχρίδος και ν’ αποφράξη τας δι’ αυτής οδεύσεις.
Σοβαρώτερον γεγονός επήρχετο προς βορράν. Ταχυκίνητοι γερμανικαί δυνάμεις προελάσασαι από του Περλεπέ κατέλαβαν το Μοναστήρι.
Η αντιμετώπισις τής και εκείθεν επιθέσεως επέβαλλε ριζικώτερα μέτρα. Η ελληνική ανωτάτη διοίκησις απεφάσισε να εκκενώση προοδευτικώς την Αλβανίαν και την κεντρικήν Μακεδονίαν και δια των ελληνικών και βρεταννικων δυνάμεων να καταλάβη και να εξασφαλίση νέαν τοποθεσίαν αντιστάσεως, περισσότερον ικανήν να υποστή την επίθεσιν των γερμανικών δυνάμεων, αι οποίαι κατόπιν της καταλήψεως του Μοναστηρίου, της διανοιγούσης νέαν οδόν εισβολής, θα καθίσταντο μεγαλύτεραι.
Η μεταφορά προς νότον τού πολεμικού υλικού και των εφοδίων των συγκεντρωμένων εις την Κορυτσάν δια να εκκενωθή η πόλις διετάχθη αμέσως από της 9ης Απριλίου. Η εκκένωσις της Αλβανίας συνεδυάσθη με την σύμπτυξιν των δυνάμεων τού Τμήματος στρατιάς δυτικής Μακεδονίας προς την κατεύθυνσιν Κορυτσά - Καστοριά - Γρεβενά. Με την προϋπόθεσιν όμως της δυσμενούς πιθανότητος να διασπάση ο εχθρός την εις την περιοχήν Κλειδί τοποθεσίαν και να προελάση προς νότον, οπότε θ’ απεκόπτοντο αι ανατολικώς της γραμμής Μοναστήρι - Κοζάνη ελληνικαί δυνάμεις, το Γενικόν Στρατηγείον απεφάσισε να διατάξη προηγουμένως να μετακινηθούν αι εις την περιοχήν Βερμίου και ανατολικώς της Βεγορίτιδος ελληνικαί δυνάμεις. Η μετακίνησις αυτή θα επροστατεύετο μέχρι της συμπληρώσεως της υπό των επί της τοποθεσίας Κλειδί δυνάμεων.
Κατά την 10ην Απριλίου αι μηχανοκίνητοι γερμανικαί δυνάμεις που είχαν διαβή κατά την προηγουμένην τον Αξιόν βορείως της Θεσσαλονίκης προήλασαν προς δυσμάς, προς την Αλβανίαν, και επήλθεν επαφή μεταξύ των γερμανικών και των ιταλικών στρατευμάτων εις την περιοχήν Οχρίδος - Δίβρης.
Κατά την πρωίαν της ημέρας αυτής η αναμενομένη από Μοναστηρίου γερμανική προέλασις επραγματοποιήθη. Μηχανοκίνητοι δυνάμεις επροχώρησαν προς νότον, αι δε προφυλακαί των ήλθαν κατά το απόγευμα εις επαφήν με τας εις την περιοχήν Βεύη -Κλειδί ευρισκομένας ελληνοβρεταννικάς δυνάμεις.
Η Φλώρινα, κενωθείσα εγκαίρως υπό των ελληνικών στρατιωτικών αρχών, κατελήφθη υπό των Γερμανών.
Η μόλις αφιχθείσα και καταλαβούσα τας διαταχθείσας θέσεις της Μεραρχία ιππικού με μέρος μόνον των δυνάμεών της αντιμετώπιζε δυσχερείας και εκ του καιρού, αλλά και εξ άλλων αιτίων. Η ομίχλη ήτο πυκνή και ημπόδιζε την ορατότητα, ενώ ταυτοχρόνως εχιόνιζε κατά πυκνά διαστήματα εφ’ όλης της ζώνης της Μεραρχίας. Πλήθη Σέρβων εξ άλλου, στρατιωτικών και πολιτών, συνέρρεαν εις κακήν κατάστασιν εις τον χώρον της Μεραρχίας και προωθούντο προς την Κορυτσάν.
Ο ελληνικός στρατός διετήρει το μαχητικόν του πνεύμα και κατά τού πανίσχυρου νέου εχθρού. Ήρχισεν εν τούτοις από της ημέρας αυτής η ενστάλαξις τού δηλητηρίου περί του ματαίου κατά των Γερμανών αγώνος και περί της διαθέσεως τούτων υπέρ των Ελλήνων. Περιπολίαι επικοινωνούσαι με κατοίκους τών προ των γραμμών χωρίων ήκουαν διάφορα πράγματα. Ότι οι Γερμανοί διαθέτουν καταστρεπτικώτατα πολεμικά μέσα, τα οποία δεν ηθέλησαν να χρησιμοποιήσουν ακόμη, ότι αφήνουν ελευθέρους και τους αυτομόλους και τους αιχμαλώτους να επιστρέψουν εις τα χωρία των, όσοι τουλάχιστον κατάγονται από τα κατεχόμενα υπ’ αυτών εδάφη. Οι άνδρες τών περιπολιών τα μετέφεραν εις τους λοιπούς οπλίτας και τούτο είχε την επίδρασίν του κατά πρώτον επί των καταγομένων από τας βουλγαριζούσας περιοχάς. Εγνώσθη επί πλέον κατά την ημέραν αυτήν η γενομένη εις την Θεσσαλονίκην συνθηκολόγησις του Τ.Σ.Α.Μ. και τούτο κρινόμενον ως η αρχή τού τέλους της εκστρατείας επέφερε κλονισμόν τού ηθικού των ανδρών.

Τμήμα γερμανικού εργοστασίου αεροπλάνων. (Από τήν συλλογήν του Εκδότου). Ή αεροπορία, η οποία απετέλει βοηθητικόν όπλον του στρατού κατά τον Πρώτον Παγκόσμιον πόλεμον, είχεν εξελιχθή κατά τας παραμονάς του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου εις αποφασιστικόν μέσον διεξαγωγής των επιχειρήσεων. Ιδιαιτέρως τα βομβαρδιστικά καθέτου εφορμήσεως, χαρακτηριστικός τύπος των οποίων ήσαν τα γερμανικά Stukas, διεδραμάτισαν αποφασιστικόν ρόλον εις τον πόλεμον.

Κατά την 11ην Απριλίου αι γερμανικαί δυνάμεις δεν είχαν έλθει εις επαφήν με τας βρεταννικάς και τας ελληνικάς δυνάμεις ούτε εις την περιοχήν Ολύμπου, ούτε προς το Βέρμιον. Τα μηχανοκίνητα σώματα που είχαν διαβή τον Αξιόν βορείως της Θεσσαλονίκης, με κατεύθυνσιν προς την Αλβανίαν, εκινούντο τώρα προς την Βέρροιαν.
Εις την περιοχήν Φλωρίνης ο εχθρός επετέθη κατά των δυνάμεων των ευρισκομένων εις την περιοχήν Βεύη - Κλειδί, αι οποίαι όμως κατώρθωσαν να κρατήσουν τας θέσεις των. Η Μεραρχία ιππικού υπέστη επίθεσιν και είναι χαρακτηριστικόν ότι κατά την ημέραν αυτήν ο διοικητής της υπενθύμισε δια της ημερησίας διαταγής του εις τους άνδρας τας νίκας τής Πίνδου και τόσων άλλων μερών και επρόσθεσεν ότι είναι βέβαιος ότι θα διατηρήσουν την θέσιν την οποίαν τόσον επαξίως απέκτησαν εις την ελληνικήν ιστορίαν. Το ηθικόν των ανδρών ήτο μειωμένον εκ των τόσων διεισδύσεων των μηχανοκινήτων τού εχθρού και εκ της αντιλήψεως ότι ο αντίπαλος είχε τόσον συντριπτικήν υπεροχήν, ώστε δεν υπήρχαν ελπίδες ν’ αναχαιτισθή. Τούτο δε ήτο ήδη γενικόν φαινόμενον εις όλας τας δυνάμεις της κεντρικής και της δυτικής Μακεδονίας. Η Μεραρχία κατώρθωσε να κρατηθή εις τας θέσεις τής τοποθεσίας της και κατά την ημέραν αυτήν, αποκρούσασα τας προσπαθείας τού εχθρού.
Εις το αλβανικόν μέτωπον απεκρούσθη εχθρική επίθεσις εις την περιοχήν Νιβίτσης, εκ της οποίας απεκομίσθησαν και αιχμάλωτοι.
Αι γερμανικαί διεισδύσεις δια μηχανοκινήτων εν τω συνόλω των σχεδόν δυνάμεων, αι οποίαι ενισχύοντο ολοένα κυρίως από του Μοναστηρίου, και η εις την κεντρικήν Μακεδονίαν εξέλιξις, η οποία προεμηνύετο ήδη ραγδαία, επέβαλλαν την κατά τον ταχύτερον χρόνον εκτέλεσιν της αποφασισθείσης συμπτύξεως.
Η διαταγή της ενάρξεως της συμπτύξεως προς το Τμήμα στρατιάς δυτικής Μακεδονίας και το Τμήμα στρατιάς Ηπείρου εδόθη κατά την πρωίαν της 12ης Απριλίου με την προειδοποίησιν ότι αντιμετωπίζετο υπό τού Γενικού Στρατηγείου βαθύτερα ακόμη σύμπτυξις.
Η σύμπτυξις των βρεταννικών δυνάμεων έγινε κατά την 6 μ.μ., αλλά κατά την ώραν εκείνην ακριβώς οι Γερμανοί εξεδήλωσαν επιθετικήν ενέργειαν. Ένα τάγμα πεζικού τοποθετημένον εις το Ράδοσι ευρέθη τελείως ακάλυπτον προς τα δεξιά και μετά τον τραυματισμόν τού διοικητού του υπέκυψε. Επήρχετο διάλυσις τών προς την περιοχήν ευρισκομένων δυνάμεων πεζικού. Ο διοικητής τού 88ου συντάγματος αντισυνταγματάρχης Χονδρός, παρά την δημιουργηθείσαν απελπιστικήν κατάστασιν, ενήργησεν αντεπίθεσιν με τους ολίγους άνδρας που του είχαν απομείνει και εφονεύθη.
Τα διαφυγόντα λείψανα τού επί του Ράδοσι τάγματος και άλλα γειτονικά τμήματα ευρισκόμενα προς τα δεξιά των Βρεταννών απεκόπησαν και ήδη κινούμενα χωρίς οργανικούς δεσμούς μετέδωσαν την σύγχυσιν και εις άλλας παρ’ αυτό δυνάμεις. Επήλθαν αταξίαι και εξεδηλώθησαν απειθαρχίαι, ενώ οι αξιωματικοί επροσπαθούσαν να συγκρατήσουν την κατάστασιν. Η ακαταστασία ήτο τόση ώστε μόνον μέρος εκ των δυνάμεων τούτων κατώρθωσε να φθάση κατά την νύκτα της 12ης προς 13ην Απριλίου εις την περιοχήν Βλάστη - Κλεισούρα. Η μετακίνησις εξ άλλου της ΧΠ μεραρχίας εξετελέσθη με τόσας δυσχερείας, ώστε μικρόν μόνον μέρος των δυνάμεών της κατώρθωσε να φθάση κατά την νύκτα εις την δίοδον ανατολικώς της Σιατίστης. Ήδη εις τας προς νότον οδούς εκινούντο ασύντακτα πλήθη στρατιωτών.
Κατά την πρωίαν της 13ης Αυγούστου κρυπτογραφική τηλεγραφική διαταγή προς τας στρατιάς, την οποίαν ηκολούθησαν και έγγραφοι οδηγίαι, καθώριζαν ως τελικήν γενικήν τοποθεσίαν, προς την οποίαν θα συνεπτύσσοντο αι βορειότερον ευρισκόμενοι δυνάμεις και θα εξησφάλιζαν την γραμμήν εξ ανατολών προς δυσμάς: παραλιακός διάδρομος ανατολικώς του Ολύμπου - στενά Πέτρας - στενά Πόρτας - νοτίως της καμπής του Αλιάκμονος - Βενετικός ποταμός - Όρλιακας - Βασιλίτσα - Σμόλικας - Μέρτζανη - ελληνοβουλγαρική μεθόριος - Στουγκάρα. Το αριστερόν θα εστηρίζετο επί της λίμνης Βουθρωτού. Εις το Τμήμα στρατιάς Ηπείρου αφήνοντο πρωτοβουλίαι. Εάν το έκρινεν επιβαλλόμενον ημπορούσε να εγκαταλείψη τον Σμόλικαν και την περιοχήν Κονίτσης και ν’ ακολουθήση την νοτίαν όχθην τού Αώου μέχρι Μέρτζανης, καν επί πλέον να μεταφέρη το αριστερόν του μέχρι του Καλαμά.
Εσυνεχίσθη κατά την ημέραν αυτήν η σύμπτυξις των δυνάμεων τού Τμήματος στρατιάς δυτικής Μακεδονίας από τού υψιπέδου της Κορυτσάς, χωρίς παρενόχλησιν εκ μέρους των Ιταλών. Κατά την νύκτα της 13ης προς την 14ην Απριλίου ήρχισε και η σύμπτυξις τού Τμήματος στρατιάς Ηπείρου, κατά πρώτον από της περιοχής Σεν Ντέλι - Τρεμπεσίνας - Άψου, όπου ευρίσκοντο αι δυνάμεις τού Β’ σώματος στρατού. Δια την κάλυψιν τής συμπτύξεως απέναντι εχθρικής ενεργείας εκ της κατευθύνσεως Κορυτσά - Ερσέκα, το Τμήμα στρατιάς Ηπείρου διέταξε, πλην της κατευθυνθείσης ήδη εις την περιοχήν αυτήν Ι μεραρχίας, και την προς τα εκεί κίνησιν τού αποσπάσματος Άψου της XI μεραρχίας, η οποία και εξετελέσθη χωρίς εχθρικήν παρενόχλησιν. Εν τω μεταξύ αι από βορειοανατολικής κατευθύνσεως προελεύνουσαι γερμανικαί δυνάμεις κατώρθωσαν να φθάσουν εις την κάτω κοιλάδα του Αλιάκμονος και να σχηματίσουν προγεφυρώματα νοτίως τού Γιδά και νοτιοανατολικώς της Βερροίας.
Αι κατέχουσαι τας ανατολικώς της Σιατίστης θέσεις δυνάμεις της XII μεραρχίας υπέστησαν κατά την 2.30’ μ. μ. επίθεσιν των εχθρικών μηχανοκινήτων που είχαν προελάσει από της Κοζάνης και κατώρθωσαν να κρατήσουν τας θέσεις των. Αλλ’ η Μεραρχία, αντιλαμβανομένη ότι λόγω των μικρών της δυνάμεων δεν θα ήτο δυνατόν να εξακολουθήση επί πολύ την άμυνάν της, εζήτησεν από την διοίκησιν τού Τμήματος στρατιάς κεντρικής Μακεδονίας να συμπτυχθή οπίσω τού Αλιάκμονος.
Ραγδαία προέλασις των Γερμανών προς την ζώνην τής XX μεραρχίας είχεν αποτέλεσμα την κατάληψιν υπό τούτων μέχρι του απογεύματος της Κλεισούρας και της διαβάσεως επί τής προς το Άργος Ορεστικόν οδού. Η XIII μεραρχία, η οποία εσυνέχιζε με πλήρη τάξιν την σύμπτυξίν της και της οποίας η κίνησις μέχρι της ημέρας αυτής παρουσίαζεν όψιν όχι βεβιασμένης υποχωρήσεως, αλλά πορείας με τα τμήματα κανονικώς συντεταγμένα και πειθαρχούντα χωρίς απώλειαν ηθικού, διετάχθη περί την μεσημβρίαν υπό της Στρατιάς της δυτικής Μακεδονίας να θέση εις άμεσον κίνησιν τους σχηματισμούς και τας υπηρεσίας τής προς Μεσοποταμιάν -Αργός Ορεστικόν. Κατόπιν τούτου εξεδόθη διαταγή γενικής συμπτύξεως της Μεραρχίας αμέσως μόλις θα ενύκτωνεν. Ανησυχητικαί πληροφορίαι έφθαναν ήδη περί γερμανικής προελάσεως επί Κλεισούρας - Καστοριάς, καθώς και περί διαρροής των εκεί ελληνικών τμημάτων. ‘Ολίγον μετά την μεσημβρίαν ο επιτελάρχης τής Μεραρχίας επικοινωνήσας δια του τηλεφώνου με την Καστοριάν επληροφορήθη παρά του εκεί τηλεφωνητού τού κέντρου αεραμύνης ότι η πόλις είχε κενωθή από τα ελληνικά τμήματα, ότι όλοι οι αξιωματικοί είχαν εγκαταλείψει την πόλιν και ότι ανεμένετο η είσοδος εις την Καστοριάν προχωρημένων γερμανικών τμημάτων. Κατά τας πρώτας απογευματινάς ώρας διετάχθη η Μεραρχία να επιβιβάση δύο τάγματα επί αποστελλομένων αυτοκινήτων, δια να μεταφερθούν εις την περιοχήν Κορησσού - Βασιλειάδος, με την αποστολήν να ενισχύσουν το Τ.Σ.Κ.Μ. δι’ αντεπίθεσιν και ανακατάληψιν της Κλεισούρας προς προστασίαν της οδού συμπτύξεως της Μεραρχίας και των πεδινών σχηματισμών της Στρατιάς. Αλλά διετέθησαν 20 μόνον αυτοκίνητα, επί των οποίων επέβησαν κατά την 6ην μ. μ. δύο μόνον λόχοι τού τεθέντος εις πορείαν από της 2 μ. μ. τάγματος. Η κίνησις τού τμήματος τούτου υπήρξε βραδύτατη, διότι επί της αυτής οδού εκινούντο παντοειδείς φάλαγγες της Στρατιάς και το πλείστον των υπηρεσιών και των σχηματισμών των μεραρχιών και εδέησε να διανυθή διάστημα 35 χιλιομέτρων εντός 4 ολοκλήρων ωρών. Εις την Μεσοποταμιάν το Τμήμα ευρέθη προ αθλίας καταστάσεως τών εκεί ευρισκομένων τμημάτων των συμπτυχθεισών βορειότερον δυνάμεων. Επεκράτει αταξία, διάλυσις των οργανικών δεσμών, κατάπτωσις του ηθικού και εν γένει κατάστασις ολίγον απέχουσα τού πανικού. Διαδόσεις εκυκλοφόρουν περί αποκοπής υπό του εχθρού της δημοσίας οδού, αι οποίαι επροκάλουν αμηχανίαν των κινουμένων τμημάτων, ανακοπτόντων εκ τούτου την κίνησίν των και αναζητούντων νέας κατευθύνσεις προς διέξοδον.
Η Στρατιά της Ηπείρου εσυνέχιζε κανονικώς την σύμπτυξιν των μονάδων της, αι διαταχθείσαι δε δυνάμεις της XI μεραρχίας να καταλάβουν τας παρά το Μέτσοβον ορεινάς οδεύσεις εξετέλεσαν την εντολήν. Επίσης εσυνέχιζαν την σύμπτυξίν των αι μεραρχίαι της Στρατιάς της Δυτικής Μακεδονίας χωρίς παρενόχλησιν, αλλ’ η προς τα Γρεβενά οδός υποχωρήσεως εκινδύνευε.

Οι Γάλλοι πληρεξούσιοι έτοιμοι δια την υπογραφήν της ανακωχής εις Κομπιέν την 22 Ιουνίου 1940, εις την ιδίαν θέσιν όπου οι Γερμανοί υπέγραψαν την συνθηκολόγησιν κατά το 1918.

Αι τελευταίαι αμυντικαί προσπάθειαι

Κατά την 15ην Απριλίου, η προσπάθεια των συμπτυσσομένων ελληνικών μονάδων ήτο πως ν’ αποφύγουν τους ολονέν βαθύτερον εκτεινομένους και διαχωριστικώς κινουμένους πλοκάμους των μηχανοκινήτων φαλαγγών τού εχθρού. Η 2α νεοζηλανδική μεραρχία υπέστη επίθεσιν εις την διάταξίν της και εις την περιοχήν Λιτοχώρου και εις την μονήν Πέτρας. Και εις μεν την Πέτραν οι Γερμανοί ηνάγκασαν τους Άγγλους να συμπτυχθούν μόνον εις νέας θέσεις περί τον Άγιον Δημήτριον, αλλ’ εις το Λιτόχωρον τους εξηνάγκασαν να υποχωρήσουν αμέσως και εν βία προς την περιοχήν Πλαταμώνος. Εκεί το άκρον δεξιόν της όλης βρεταννικής γραμμής υφίστατο τόσην πίεσιν, ώστε ήτο προφανής ο κίνδυνος να υπερφαλαγγισθούν οι Βρεταννοί και να προχωρήσουν οι Γερμανοί προς την κατεύθυνσιν Πλαταμών - Τέμπη - Λάρισα.
Η XIII μεραρχία είχε διακόψει την προς το ιταλικόν μέτωπον επαφήν, αφού είχε συλλάβει κατά τας τελευταίας ώρας και 50 Ιταλούς αιχμαλώτους, και ευρέθη εις επαφήν με τους Γερμανούς από της πρωίας της 15ης Απριλίου, ανατολικώς τού Άργούς Ορεστικού. Ο εχθρός είχεν επιτεθή από της πρωίας, αλλά καθηλώθη εις τας βάσεις εξορμήσεώς του υπό των δραστικών πυρών πυροβολικού και πεζικού της Μεραρχίας, εκ των οποίων κατεστράφησαν 25 γερμανικά άρματα μάχης και οχήματα.
Κατά την 11ην π. μ. περίπου οι Γερμανοί ήρχισαν να βάλλουν δια 10 βαρειών πυροβολαρχιών τοποθετημένων από του Κορησσού μέχρι της λίμνης, ανεφάνησαν δε νέα αυτοκίνητα μηχανοκινήτου φάλαγγος εκ της οδού Κλεισούρας, εκ των οποίων απεβιβάσθησαν τμήματα πεζικού. Τα τμήματα αυτά εκινούντο με σχηματισμούς προσπελάσεως προς το χωρίον Αμπελόκηποι και ανατολικώτερον προς την Μηλίτσαν υποστηριζόμενα και υπό του πυροβολικού των και υπό αρμάτων. Η επιτυχής δράσις τού ελληνικού πυροβολικού τας μεν εχθρικάς πυροβολαρχίας τας ευρισκομένας εις απροκαλύπτους επί της παραλιμνίου περιοχής θέσεις ηνάγκασε να μετατοπίζωνται διαρκώς και εις το τέλος να σιγήσουν, εματαίωσε δε την κατά μέτωπον επίθεσιν τού εχθρικού πεζικού.

Το Ρόττερνταμ κατεστραμμένον από τους γερμανικούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς το 1940. (Συλλογή του Εκδότου). 11.000 κτίρια, 2.400 καταστήματα, 1.200 εργοστάσια, 60 σχολεία, 24 ναοί και 20 τράπεζαι μετεβλήθησαν εις ερείπια.

Βραδύτερον συμμαχικοί αεροπορικοί βομβαρδισμοί συνεπλήρωσαν την καταστροφήν.
Περί την μεσημβρίαν νέα γερμανικά αυτοκίνητα κατέφθασαν εκ Κορησσού εις Κρεμετήν και απεβίβασαν νέα τμήματα γερμανικού πεζικού, εκ των οποίων μία διλοχία προήλασε προς Δισπήλιον και άλλαι δυνάμεις προς Αμπελοκήπους και Μηλίτσαν. Προς αντιμετώπισιν της νέας επιθέσεως το ελληνικόν πυροβολικόν έσπευσε να τοποθετηθή εις τας καταλλήλους θέσεις. Η κατάστασις διεγράφετο σοβαρωτάτη με διηνεκή την εχθρικήν προσπάθειαν υπερκεράσεως τού δεξιού τής Μεραρχίας και αποκοπήν τής οδού υποχωρήσεώς της. Εις την γέφυραν Μανιάκι ο ασύρματος της Μεραρχίας εν διαρκεί ακροάσει δεν ελάμβανε τίποτε. Ολίγον αργότερα εγνώσθη ότι κατά την πρωίαν οι Γερμανοί είχαν καταλάβει την Σιάτισταν, ότι μηχανοκίνητοι σχηματισμοί τούτων είχαν εμφανισθή εις την κοιλάδα του Αλιάκμονος παρά την γέφυραν Σιάτιστα - Νεάπολις, ότι υπελογίζετο ότι θα είχεν ήδη καταληφθή και η επί της οδού Άργος - Νεάπολις γέφυρα, και ότι κάθε κίνησις προς την Νεάπολιν ήτο λίαν επικίνδυνος.
Η ελληνική άμυνα εκάμπτετο. Πέραν του Άργους και προς την κατεύθυνσιν Αμπελόκηποι και νοτίως της δημοσίας οδού δεν υπήρχε φίλιον τμήμα και ήτο φυσικόν ν’ αναμένεται η εκείθεν ελευθέρα εφόρμησις γερμανικών αρμάτων μάχης. Η διοίκησις της Μεραρχίας κατέβαλεν αγωνιώδη προσπάθειαν να εξεύρη διαθέσιμον δύναμιν προς κατάληψιν της κινδυνευούσης πλευράς, και τέλος κατωρθώθη να ωθηθή προς την κατεύθυνσιν Σπαιλίκια και να καταλάβη τα εκεί υψώματα το τάγμα Δέτση πριν προλάβη να εγκατασταθή εκεί ο εχθρός. Τούτο επετεύχθη κατά την 4.30’ μ. μ. και ο άμεσος κίνδυνος εφάνη προς το παρόν παρερχόμενος.
Αλλά κατά την 5 μ. μ. εξαπελύθη νέα γενική επίθεσις του εχθρού, συνδυαζομένων αυτήν την φοράν ενεργειών πεζικού, πυροβολικού, αρμάτων και αεροπορίας. Τα καθημαγμένα τμήματα της Μεραρχίας εδοκιμάσθησαν σκληρώς, αλλά δεν έπαυσαν ν’ αμύνωνται. Τα αντίπαλα τμήματα εις πλείστα σημεία ευρίσκοντο εις μικράν απ’ αλλήλων απόστασιν. Εις τα σημεία αυτά ελληνομαθείς Γερμανοί διασκορπισμένοι εις τα τμήματα των εφώναζαν προς τους Έλληνας στρατιώτας:
—Αφήστε τα όπλα σας και φύγετε... Πετάξετε τα όπλα σας και ελάτε σε μας... Είμεθα φίλοι σας... Μη μας κτυπάτε... Παραδοθήτε...
Η επέμβασις της γερμανικής αεροπορίας επεδείνωσε την κατάστασιν. Σμήνος 40 περίπου γερμανικών βομβαρδιστικών έβαλλε από ύψους μόλις 50 - 100 μέτρων τας ελληνικάς πυροβολαρχίας και κατώρθωσε να τας εξουδετερώση. Τα βλητοφόρα ανετινάχθησαν και 4 πυροβόλα κατεστράφησαν. Ήρχισεν αμέσως έπειτα σφοδρός γενικός πολυβολισμός από των αεροπλάνων. Τα γερμανικά άρματα ήσαν ήδη ελεύθερα να εξορμήσουν κατά του Άργους Ορεστικού.
Η κατάστασις απέβη ήδη απελπιστική. Τα γερμανικά τμήματα εκινήθησαν δια την τελευταίαν των εφόρμησιν. Μετ’ ολίγον ο διοικητής ενός λόχου και έπειτα από ολίγην ώραν ο διοικητής μιας πυροβολαρχίας ανήγγειλαν ο ένας μετά τον άλλον ότι τα τμήματά των εκυκλώθησαν υπό του γερμανικού στρατού και ότι επίκειται η αιχμαλωσία των. Διετάχθη τότε η ανατίναξις της γέφυρας Μανιάκι και η σύμπτυξις δια της βορειοδυτικώς του Άργους γέφυρας, διότι η δημοσία οδός είχεν αποκοπή.
Κατά την 7 μ. μ. οι Γερμανοί εκύκλωσαν δια των αρμάτων των το Άργος Ορεστικόν και το κατέλαβαν. Δύο ώρας αργότερα κατέλαβαν και την Καστοριάν. Τα τμήματα που δεν κατόρθωσαν ν’ αποσυρθούν εγκαίρως εκ της περιοχής του Άργους άλλα ηχμαλωτίσθησαν και άλλα διέρρευσαν προς δυσμάς δια των επί του Αλιάκμονος γεφυρών, τας οποίας δεν έσπευσαν να καταλάβουν οι Γερμανοί, ασχοληθέντες. με το χωρίον και με τους αιχμαλώτους.
Το Τμήμα στρατιάς Ηπείρου εσυνέχισε την σύμπτυξίν του προς τας καθορισθείσας νέας θέσεις του, δυνάμεις δε τούτου ανεχαίτισαν προσπαθείας των Ιταλών να παρεμποδίσουν τας κινήσεις του. Εδημιουργείτο όμως πρόβλημα δια την συνέχισιν της συμπτύξεως των μονάδων της Στρατιάς που ευρίσκοντο βορείως τού Αώου. Επτά ολόκληροι μεραρχίαι και άλλοι σχηματισμοί ώφειλαν να διέλθουν προς σύμπτυξίν δια μιας και μόνης γέφυρας πλησίον της Μέρτζανης.
Από της 16ης Απριλίου αι γερμανικαί προσπάθειαι εστρέφοντο κυρίως κατά των βρεταννικών δυνάμεων. Τα εις την περιοχήν Πλαταμώνος νεοζηλανδικά στρατεύματα υφίσταντο ισχυράν πίεσιν εκ μέρους τού εχθρού, ενηργήθη επίθεσις κατά των Αυστραλών των κατεχόντων τα νοτίως και νοτιοδυτικώς των Σερβίων υψώματα, εις δε το αριστερόν της βρεταννικής διατάξεως γερμανικαί μηχανοκίνητοι δυνάμεις και άρματα μάχης ήλθαν εις επαφήν με την βρεταννικήν ταξιαρχίαν αρμάτων και τας αυστραλιανάς δυνάμεις.
Η κατάστασις καθίστατο σοβαρά και έπρεπε ν’ αντιμετωπισθή. Κατά την πρωίαν της ημέρας αυτής ο αρχιστράτηγος Παπάγος συνηντήθη με τον στρατηγόν Ουίλσον έξω της Λαμίας και κατόπιν μελέτης της εξελισσόμενης καταστάσεως απεφασίσθη και διετάχθη η σύμπτυξις των βρεταννικών δυνάμεων επί της τοποθεσίας Θερμοπυλών. Η έγγραφος διαταγή της συμπτύξεως, της οποίας καθωρίσθησαν όλαι αι λεπτομέρειαι, ώστε να καλύπτωνται αι κινήσεις των υποχωρουσών μονάδων, εξεδόθη την 17ην Απριλίου. Επρόκειτο κατ’ ουσίαν περί εξασφαλίσεως της οδού και προκαλύψεως της αποχωρήσεως εκ τού ελληνικού εδάφους των βρεταννικών δυνάμεων.
Σημαντική βοήθεια δι’ ικανών ελληνικών δυνάμεων δια την βρεταννικήν σύμπτυξιν ήτο πλέον αδύνατος. Ο κύριος όγκος τού ελληνικού στρατού κατόπιν της ραγδαίας διεισδύσεως των Γερμανών ευρίσκετο εγκλωβισμένος εις την Ήπειρον.
Η σύμπτυξις των βρεταννικών δυνάμεων συνετελέσθη κανονικώς από της 17ης μέχρι της 19ης Απριλίου. Ισχυραί οπισθοφυλακαί επεβράδυναν την προέλασιν των Γερμανών εις την κοιλάδα των Τεμπών, εις την διάβασιν του Ολύμπου προς την Ελασσόνα, εις την διάβασιν Σέρβια - Ελασσών και νοτίως της Καλαμπάκας και χάρις εις τούτο αι κύριαι βρεταννικαί δυνάμεις υπεχώρησαν τακτικώς εις την τοποθεσίαν Θερμοπυλών, όπου κατέλαβαν θέσεις επί της καθορισθείσης γραμμής: Μώλος - στενά της σιδηροδρομικής γραμμής νοτίως Λαμίας - Οίτη. Επί της γραμμής δε αυτής συνεπτύχθησαν και αι ακολουθούσαι οπισθοφυλακαί.
Οι Γερμανοί προελάσαντες κατέλαβαν την 20ήν Απριλίου τα Τρίκκαλα και την Λάρισαν. Κατά την 22αν Απριλίου κατέλαβαν τον Βόλον και την Λαμίαν και εντός της ιδίας ημέρας τα μηχανοκίνητά των ευρίσκοντο προ των Θερμοπυλών.

Στο επόμενο: Δραματικαί ώραι…

ΠΗΓΗ: Διονυσίου Α. Κόκκινου, της Ακαδημίας Αθηνών: «Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος», Εκδόσεις Μέλισσα.