1821: Τα ψέματα και οι αλήθειες (Μέρος Ζ΄)

Κωδικός Πόρου: 00285-114005-20
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 15/03/11 15:39
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Νεώτερη Ελλάδα, 00285-114005-20




Περιγραφή:

Ο Διονύσιος Σολωμός τι πρέσβευε για τον Σταυρό, το σύμβολο της Ορθοδοξίας μας, αλλά και όλου του χριστιανικού κόσμου; Διαβάστε πόσες φορές ο εθνικός μας ποιητής κάνει αναφορά στον Σταυρό, αλλά και άλλους θρησκευτικούς όρους, μέσα στον Εθνικό μας Ύμνο!..

ΕΙΝΑΙ γνωστό, ότι ο Διονύσιος Σολωμός, ο εθνικός μας ποιητής γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1798. Ο πατέρας του λεγόταν Νικόλαος και η μητέρα του Αγγελική Νίκλη. Οι πρόγονοί του κατάγονταν από την Κρήτη. Κατατρεγμένοι απ' τους Τούρκους έφυγαν κι ήρθαν στη Ζάκυνθο. Στα εννιά του χρόνια χάνει τον πατέρα του και μαζί με τον αδερφό του Δημήτριο μένουν οι μόνοι κληρονόμοι της μεγάλης πατρικής τους περιουσίας. Επίτροπός του ήταν ο κόμης Μεσαλάς.
Πρώτοι δάσκαλοί του στη Ζάκυνθο ήταν ο Ν. Κασιμάτης κι ο Αντώνιος Μαρτελάος. Στο χαρακτήρα και στη μόρφωση, που πήρε αργότερα, πολύ επηρεάστηκε απ' τον Ιταλό δάσκαλό του Σάντο Ρόσση απ' την Κρεμώνα και την Παβία, όπου συμπληρώνει τις νομικές του σπουδές στο Πανεπιστήμιο. Περισσότερο όμως παρακολουθούσε μαθήματα φιλολογίας. Ο Σολωμός αφοσιώνεται ολοκληρωτικά στην ποίηση. Ο ίδιος, επιστρέφοντας στη Ζάκυνθο, είπε πως δεν είχε πατήσει βάρβαρος το έδαφος της Ιταλίας και το άφησε πλουτισμένος με το άνθος της ιταλικής σοφίας, ενώ ο Παλαμάς θα πει αργότερα πως τον Σολωμό τον χρωστάμε στην ιταλική του παιδεία και εξίσου στην ελληνική επανάσταση του 1821.
Ήταν η εποχή, που στην Ιταλία υπήρχε ακμαία πνευματική ζωή, μια πλειάδα ποιητών είχε δημιουργήσει λαμπρή παράδοση, που την συνέχιζαν άλλοι αντάξιοί τους. Και ο Σολωμός συνδέθηκε προσωπικά με κορυφαίους εκπροσώπους της ιταλικής ποίησης, όπως ο Μόντι, ο περίφημος μεταφραστής του Ομήρου, ο Ζόρτι, ο Μοντάνι. Η αγάπη του για την ελληνική δημοτική ποίηση ήταν ίσως ένας απ' τους κύριους λόγους για τους οποίους δεν πραγματοποίησε την πρόθεσή του να ξαναγυρίσει στην Ιταλία.
Το 1818 επιστρέφει στην πατρίδα του. Αναλαμβάνει ν' αναστήσει την πνιγμένη μέσα στα σκοτάδια της δουλείας και της αμάθειας γλώσσα του λαού μας. Μελετάει την ομιλούμενη γλώσσα και τη γραμματική της. Προσπαθεί να μπει στο πνεύμα των δημοτικών μας τραγουδιών. Διαβάζει τα έργα του Θεόκριτου, των αρχαίων κλασικών, κύρια του Πλάτωνα και του Θουκυδίδη, των Αλεξανδρινών, των ρωμαϊκών χρόνων και των Βυζαντινών. Πρόδρομοί του στη γλώσσα υπήρξαν ο Χρυσόστομος και ο Βηλαράς. "Αλλά δεν μπόρεσαν να υψώσουν τη γλώσσα στη σεμνοπρέπεια της τέχνης", όπως αναφέρει ο Πολυλάς.
Τρία χρόνια, μετά την επιστροφή του στη Ζάκυνθο, έγραψε την "Τρελή μάνα" και πολύ πιθανώς "τα Δυο αδέρφια". Είχε παύσει, γράφει ο Πολυλάς στα Προλεγόμενά του, να συγγράφει στην ιταλική γλώσσα, στην οποία, μόνο ως ξεφάντωση και για να κάμει χάρη στους φίλους του, αυτοσχεδιάζει ακόμη με θαυμαστή ετοιμότητα. Ο αγώνας του '21 τον συγκίνησε βαθύτατα.
Το 1823 σύνθεσε, μέσα σ' ένα μήνα, τον " Ύμνο εις την Ελευθερία", που δεν περιέχει ούτε μια ιταλική λέξη, από αυτές που αφθονούσαν στην ιταλο-επτανησιακή διάλεκτο. Το πολύστροφο αυτό ποίημα προκάλεσε γενικό ενθουσιασμό στο μαχόμενο έθνος: το 1825 τυπώθηκε με τη φροντίδα του Σπυρίδωνα Τρικούπη (που ήταν φίλος του Σολωμού και τον ενθάρρυνε θερμά στο έργο της ποιητικής δημιουργίας) μέσα στο Μεσολόγγι, που είχε αρχίσει να το πολιορκεί ο Ιμπραήμ και αντίτυπά του μοιράστηκαν σ' ολόκληρη την επαναστατημένη χώρα: στους άπορους δωρεάν, στους εύπορους "έναντι εκατό παράδων", για τις ανάγκες του Αγώνα. Μαζί με τον ύμνο τυπώθηκε και η συλλογή των δημοτικών μας τραγουδιών απ' το Γάλλο φιλόλογο Φοριέλ. Ο Σπυρίδωνας Τρικούπης πήρε τον εθνικό ύμνο να τον διαβάσει ανέκδοτο ακόμα στο Λόρδο Βύρωνα. Μα δεν τον πρόλαβε ο φιλέλληνας ποιητής, γιατί μόλις είχε κλείσει τα μάτια.
Το 1828 ο Σολωμός εγκαθίσταται στην Κέρκυρα, όπου συνδέεται με το Νικόλα ο Μάντζαρο, συνθέτη του εθνικού ύμνου και με τον Ιάκωβο Πολυλά, που, με τη γνώση του της γερμανικής φιλοσοφίας και λογοτεχνίας, θα βοηθήσει με αφοσίωση το φίλο του, που δεν ήξερε γερμανικά, κύρια μεταφράζοντάς του έργα του Χέγγελ και του Σίλερ, ο ιδεαλισμός των οποίων Θα επηρεάσει την ποίηση του Σολωμού. Ο Μάντζαρος μελοποίησε, αργότερα κι άλλα ποιήματα του Σολωμού όπως: "Φαρμακωμένη", "Οι δυο πρώτες στροφές του ύμνου εις Μπάιρον", "Η αυγούλα", "Η Ξανθούλα", "Η Ευρυκόμη", " Άκου ένα όνειρο ψυχή μου", " Άνθια θυμούμ' επέφτανε" κλπ.
Γράφει το λυρικό ποίημα: "Στο θάνατο του Λόρδου Μπάιρον" και το 1825 το αριστοτεχνικό εξάστιχο: "Η καταστροφή των Ψαρών". Συνθέτει τον " Όρκο του Μάρκου Μπότσαρη", τους "Ελεύθερους Πολιορκημένους" και τα γνωστά λυρικά ποιήματα: "Η Ξανθούλα", "Ο Πορφύρας", "Ο Λάμπρος", "Η Φαρμακωμένη", "Εις κόρην η οποία ανετρέφετο εις μοναστήρι" κ.ά.
Οι "Ελεύθεροι Πολιορκημένοι", η κορυφαία, παρά την αποσπασματική μορφή, δημιουργία του, γράφτηκε σε μια εποχή που η ψυχολογική κατάσταση του ποιητή ήταν άσχημη, εξαιτίας μιας οικογενειακής περιπέτειας στην οποία είχε μπλεχτεί από το 1833 και κράτησε πέντε χρόνια.
Τα ποιήματά του μπορούν να διαιρεθούν στη ζακυνθινή εποχή, στα πατριωτικά ποιήματα, στην εποχή που έμεινε στην Κέρκυρα και στα σατιρικά του. Τα έργα του, αν και λίγα ποσοτικά, θεωρούνται, στη μορφή και στο περιεχόμενο, ισάξια των καλύτερων λυρικών ποιητών της Ευρώπης. Ο ποιητής ξεψύχησε στις 9 Φεβρουαρίου του 1857 μέσα στην αγκαλιά των φίλων του ψιθυρίζοντας: "Φως το χέρι, φως το πόδι κι όλα γύρω σου είναι φως".
Μόλις έγινε γνωστός ο θάνατός του, η Βουλή των Ιονίων διέκοψε τη συνεδρίασή της και κήρυξε δημόσιο πένθος, τα θέατρα έκλεισαν κι ο λαός της πόλης και των προαστίων έσπευσε σε πάνδημη κηδεία. Στις 11 Ιουλίου 1865 ο αδερφός του Δημήτριος πήρε τα οστά του και τα έφερε στη Ζάκυνθο, όπου τάφηκαν με μεγάλες τιμές. Στο σπίτι, όπου έμενε στην Κέρκυρα, είναι εντειχισμένη μαρμάρινη πλάκα και το 1902 στήθηκε μαρμάρινος ανδριάντας του ποιητή στη Ζάκυνθο με πανελλήνιο έρανο.
Ο ποιητής ήταν φιλόστοργος, σοβαρός και ενάρετος. Ο καλός του χαρακτήρας άρχισε να εκδηλώνεται απ' τα παιδικά του χρόνια. Σύγχρονός του διηγείται ότι κάποτε έπιασε και φίλησε το χέρι ενός μικρού συνομήλικού του, γιατί είχε κάνει ένα ευεργέτημα. Ακόμη τον είδαν να κλαίει πικρά για το θάνατο ενός μικρού συμμαθητή του. Όταν βρισκόταν στην εξοχή μ' ένα φίλο του, προτού φύγει για την Ιταλία κι άκουσε το παίξιμο μιας φλογέρας, άστραψε στη φαντασία του η ομορφιά της φύσης και γυρίζοντας στον παιδικό του φίλο τον ρώτησε. "Τι αισθάνεσαι;" Κι αυτός του απάντησε "Τίποτα" γιατί δεν είχε τη λεπτή ψυχή ενός Σολωμού για να αισθανθεί κι αυτός το ίδιο.
Χαρακτηριστικό του Σολωμού ήταν ότι δεν ήθελε τις επιδείξεις. Γι' αυτό, όταν του πρότειναν να επισκεφτεί την Ελλάδα. αφού τόσο επιδέξια τραγούδησε τον αγώνα για την ελευθερία της, ο ποιητής δεν απάντησε. Μα ούτε και ήρθε στην ελεύθερη τότε Ελλάδα. Ο Παλαμάς είπε γι' αυτόν: "Δεν ξέρω αν βρίσκεται σ' άλλη λογοτεχνία ποιητής μ' έργα έτσι λιγοστά κι έτσι μισοκάμωτα, όμοια γερός και πλούσιος και σημαντικός σαν τον Σολωμό". Ακόμη "Θα περάσουν τα χρόνια και οι καιροί και η Μούσα θα χτίσει στην Ελλάδα ναούς και λειτουργούς θα βρει αγνότερους, πιο άξιους, πιο ξακουστούς κι ακόμα ο Σολωμός θα στέκεται στην κορυφή, ζωντανή πηγή για τη νεότερη ποίηση".
Από τη φύση του ιδεαλιστής και ευαίσθητο άτομο, ο Σολωμός είδε την τέχνη σαν το μέσο με το οποίο οι άνθρωποι απολυτρώνονται απ' τα πάθη, σαν σύμμαχο του Λόγου στον αγώνα του να κυριαρχήσει πάνω στις αισθήσεις και να τις θέσει κάτω από τον έλεγχό του.
Στην ποίηση αναζητεί ένα καταφύγιο από τη βαναυσότητα της ζωής, συγχρόνως όμως επιδιώκει τον ηθικό και εθνικό φρονηματισμό των Ελλήνων. Είναι χαρακτηριστικό το πάθος του για τη γλώσσα (" μήγαρις έχω άλλο στο νου μου, πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;") και η μαχητικότητα με την οποία διατρανώνει τις απόψεις του, η ελευθερία "άρχισε να πατεί τα κεφάλια τα τούρκικα", η γλώσσα "θέλει πατήσει ογλήγορα τα σοφολογιωτατίστικα", ο Σοφολογιώτατος και ο Τούρκος "είναι όμοιοι και οι δύο" εχθροί, της γλώσσας ο πρώτος, της ελευθερίας ο δεύτερος. (Βλέπε και Ερμηνευτικό Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ματζέντα). 

 

Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΟΝ ΕΘΝΙΚΟ ΥΜΝΟ

Για να αποδείξουμε του λόγου το αληθές, ότι ο Διονύσιος Σολωμός είχε μια βαθειά θρησκευτικότητα, δεν χρειάζεται να ανατρέξουμε σε όλο το έργο του. Αρκεί να δούμε πόσες φορές μέσα στον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν», ο οποίος συντίθεται από 158 στροφές, που έγινε και εθνικός μας ύμνος, κάνει πολλές φορές αναφορά όχι μόνο στο θέμα Σταυρό, αλλά και στον ίδιο τον Χριστό, τον Θεό, την χριστιανική θρησκεία, τις εικόνες, και τόσα άλλα!

68
Ολιγόστευαν οι σκύλοι,
και “Αλλά”, εφώναζαν, “Αλλά”,
και των Χριστιανών τα χείλη
“φωτιά”, εφώναζαν, “φωτιά”.

73
Της αυγής δροσάτο αέρι,
δεν φυσάς τώρα εσύ πλιο
στων ψευδόπιστων το αστέρι•
φύσα, φύσα εις το ΣΤΑΥΡΟ!
….

88
Πήγες εις το Μεσολόγγι
την ημέρα του Χριστού,
μέρα που άνθισαν οι λόγγοι
για το τέκνο του Θεού.

89
Σου 'λθε εμπρός λαμποκοπώντας
η Θρησκεία μ' ένα σταυρό,
και το δάκτυλο κινώντας
οπού ανεί τον ουρανό,

90
“σ' αυτό”, εφώναξε, “το χώμα
στάσου ολόρθη, Ελευθεριά!”.
Και φιλώντας σου το στόμα
μπαίνει μες στην εκκλησιά.

91
Εις την τράπεζα σιμώνει,
και το σύγνεφο το αχνό
γύρω γύρω της πυκνώνει
που σκορπάει το θυμιατό.

92
Αγρικάει την ψαλμωδία
οπού εδίδαξεν αυτή•
βλέπει τη φωταγωγία
στους Αγίους εμπρός χυτή.

97
Με φωνή που καταπείθει
προχωρώντας ομιλείς:
“Σήμερ', άπιστοι, εγεννήθη,
ναι, του κόσμου ο Λυτρωτής.

98
Αυτός λέγει, αφοκρασθείτε:
"Εγώ ειμ' 'Αλφα, Ωμέγα εγώ•
πέστε, που θ' αποκρυφθείτε
εσείς όλοι, αν οργισθώ;

103
Η γη αισθάνεται την τόση
του χεριού σου ανδραγαθιά,
που όλην θέλει θανατώσει
τη μισόχριστη σπορά
….

107
Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει
κάθε λάρυγγας εχθρού,
και το ρεύμα γαργαρίζει
τες βλασφήμιες του θυμού.

113
Και εκεί πού 'ναι η Αγία Σοφία
μες στους λόφους τους επτά,
όλα τ' άψυχα κορμία,
βραχοσύντριφτα, γυμνά,

114
σωριασμένα να τα σπρώξει
η κατάρα του Θεού,
κι απ' εκεί να τα μαζώξει
ο αδελφός του Φεγγαριού.

115
Κάθε πέτρα μνήμα ας γένει,
κι η Θρησκεία κι η Ελευθεριά
μ' αργό πάτημα ας πηγαίνει
μεταξύ τους και ας μετρά.

118
Α, γιατί δεν έχω τώρα
τη φωνή του Μωυσή;
Μεγαλόφωνα την ώρα
οπού εσβιούντο οι μισητοί,

119
το Θεόν ευχαριστούσε
στου πελάου τη λύσσα εμπρός,
και τα λόγια ηχολογούσε
αναρίθμητος λαός.

120
Ακλουθάει την αρμονία
η αδελφή του Ααρών,
η προφήτισσα Μαρία,
μ' ένα τύμπανο τερπνόν

132
Πνίγοντ' όλοι οι πολεμάρχοι
και δεν μνέσκει ένα κορμί•
χαίρου, σκιά του Πατριάρχη,
που σε πέταξαν εκεί.

133
Εκρυφόσμιγαν οι φίλοι
με τσ' εχθρούς τους τη Λαμπρή,
και τους έτρεμαν τα χείλη
δίνοντάς τα εις το φιλί.

134
Κειες τες δάφνες που εσκορπίστε
τώρα πλέον δεν τες πατεί,
και το χέρι οπού εφιλήστε
πλέον, α, πλέον δεν ευλογεί.

135
'Ολοι κλαψτε• αποθαμένος
ο αρχηγός της Εκκλησιάς•
κλάψτε, κλάψτε• κρεμασμένος
ωσάν να 'τανε φονιάς!

136
'Εχει ολάνοικτο το στόμα
π' ώρες πρώτα είχε γευθεί
τ' Άγιον Αίμα, τ' Άγιον Σώμα•
λες πως θε να ξαναβγεί

148
Τέτοια αφήστενε φροντίδα•
όλο το αίμα οπού χυθεί
για θρησκεία και για πατρίδα
όμοιαν έχει την τιμή.

149
Στο αίμα αυτό, που δεν πονείτε
για πατρίδα, για θρησκειά,
σας ορκίζω, αγκαλισθείτε
σαν αδέλφια γκαρδιακά.

151
Ω ακουσμένοι εις την ανδρεία,
καταστήστε ένα Σταυρό
και φωνάξετε με μία:
"Βασιλείς, κοιτάξτ' εδώ!

152
Το σημείον που προσκυνάτε
είναι τούτο, και γι' αυτό
ματωμένους μας κοιτάτε
στον αγώνα το σκληρό.

153
Ακατάπαυστα το βρίζουν
τα σκυλιά και το πατούν
και τα τέκνα του αφανίζουν,
και την πίστη αναγελούν.

154
Εξ αιτίας του εσπάρθη, εχάθη
αίμα αθώο χριστιανικό,
που φωνάζει από τα βάθη
της νυκτός: Να εκδικηθώ.

155
Δεν ακούτε, εσείς εικόνες
του Θεού, τέτοια φωνή;
Τώρα επέρασαν αιώνες
και δεν έπαυσε στιγμή.

156
Δεν ακούτε; Εις κάθε μέρος
σαν του Άβελ καταβοά•
δεν ειν' φύσημα του αέρος
που σφυρίζει εις τα μαλλιά.

158
Τούτο ανίσως μελετάτε
ιδού εμπρός σας τον Σταυρό:
Βασιλείς, ελάτε, ελάτε,
και κτυπήσετε κι εδώ!"